Wednesday, March 24, 2021

Νέες Οδηγίες #386 Ένα Έξυπνο Ανδρείκελο




Το τρίξιμο που ακούγεται

στο σπίτι εκείνο το κλειστό

τις αμέτρητες ώρες της κοινής ησυχίας,

φοβίζει τους αραιούς περαστικούς.


Τα κάγκελα του φράχτη υψηλός στρατός,

τα παντζούρια κι οι πόρτες

επτασφράγιστα σύνορα λήθαργου μετάβασης.


Το τρίξιμο αντηχεί δυναμικά

σαν άσκηση υπομονής,

κάποτε με συντονισμένα κλικ

κάποτε με βόμβο σαν περήφανο ελικόπτερο παλάμης

και τα βράδια,

ω τα βράδια,

σαν ένα κορμί που στριφογυρίζει στο κρεβάτι

ξαπλωμένο σε μαύρες καστανιέτες με λευκά λουριά.


Έξω οι ειδήσεις δίνουν και παίρνουν

και οι περαστικοί κοιτούν λοξά,

η έντονη μυρωδιά φρέσκου βερνικιού,

η άγνοια της προέλευσης των ήχων,

η γλώσσα η καινούρια που κτίζεται και απειλεί,

όλα μα όλα συνωμοτούν

για να πλεχτεί ο ισχυρός ιστός της κόκκινης αράχνης.


Αγνοώντας όλα αυτά,

χωρίς δόξα ορθή,

παράφορα ευτυχισμένο στην τραγική του ανεξαρτησία

ένα ευφυέστατο ον κινείται μέσα ελεύθερα

με ανυποψία της επισκόπησης,

με πλήρη αδιαφορία για το εύφλεκτο οξυγόνο

που σιγοκαίει τα κεριά

σαν οξύπονος σφάχτης που δεν το αφορά,

το οξυγόνο που διαχέεται αόρατο

απ' τις ρωγμές και τις σχισμές

καθώς διαφεύγει των απρόσεχτων φρουρών.

Το ον παραβλέπει και δεν τιμωρεί,

μεμψιμοιρεί μόνο για το μηχανικό λάδι

που του λείπει

για να επουλώσει τις πληγές

στις θορυβούσες αρθρώσεις.


Ο χάρτης που διανέμεται τελευταία στις υπεραγορές

έχει σημαδεμένο το σπίτι εκείνο,

με application για τα κινητά,

να πιέζει κανείς με το δάκτυλο το σημείο

και να εμφανίζεται η κάτοψη κι η πρόσοψη,

να το αναγνωρίζει κανείς όταν περνά,

(υπάρχει και demo βιντεοπαιχνίδι για να βάφει ο χρήστης απέξω το κτήριο όπως επιθυμεί, δεν έχει δημιουργηθεί το παιχνίδι ακόμη, μα προβλέπουν οι ειδικοί πως θα μπορεί να παίχτης να νικήσει τους φρουρούς, να κανονιοβολήσει τα ημίσκληρα σημεία εισόδου και να κυνηγήσει στα λαβυρινθώδη δωμάτια το ον).


Ένα ολόκληρο πακέτο εντοπισμού δωρεάν,

για να συνεχίσουν οι περαστικοί αραιά

να περνάν και να ξαναπερνάν

για να να συνεχίσουν να να (να) ακούνε το περίεργο τρίξιμο

για να να να -να- έχουν μνήμη του κωδικού

ωσότου ένας σοβαρός επιστήμονας

συνομιλήσει με το έξυπνο ανδρείκελο

και μας μας μας μας -μας- (μας) ενημερώσουν - σουν.

Μα'

 

Μα' σε φωνάζω


κι είν' αρκετό

κι ούτε που ξέρω αν βγαίνει απ' το μαμά

ή απ' το μαμ το αγγλικό

είμαι κι εγώ, βλέπεις, σε δυο γλώσσες μοιρασμένος

όπερ μεθερμηνευόμενο

η μια μητρική η άλλη ληστρική μα αγαπημένη.


Μα' σε φωνάζω

μα δεν νιώθω τίποτα να είναι μισό

διπλές συλλαβές δεν είναι απαραίτητες

σαν αντηχεί η καμπάνα του παντός

με δυο γράμματα μεστά

έτσι είναι σωστός ο κόσμος μου

έτσι ακέραιη η ψυχή μου

το έτερον ιδανικό και το οικείον ράδιον

μα τίποτα σ' ετούτη τη ζωή δεν είναι τυχαίο

όλα καλά σχεδιασμένα ήταν απ' την αρχή

κρατάω ορθά το πηρούνι στο αριστερό

(για να κεντρίζω ό,τι σκληρό στο δρόμο συναντήσω)

και το μαχαίρι στο δεξί αγέρωχο κι ευθυτενές

(τις πιθανότητες να μειώνω αποφασιστικά)

γιατί όταν τρυφερά στα χέρια μου τα τοποθετούσες

χαμογελούσες, Μα',

και στα επίμονα μου 'μα' δεν αντιδρούσες

κάπως έτσι δεν πιέστηκα τέτοια να μάθω τυπικά

κάπως έτσι έρχονταν μόνα τους μετά.


Όλα καλά σχεδιασμένα απ' την αρχή,

γιατί τ' απογεύματα το διάβασμα

ποτέ δεν πίεζες ν' αρχίσω

κι ας κοίταζες διακριτικά από την κλειδαρότρυπα

σαν μου 'φτιαχνες τις τηγανίτες που αγαπούσα

ποτέ δεν με φώναζες σούρουπο απ΄ τα χωράφια με θυμό

και έκρυβες την αγωνία σου στην τρίτη μου εφηβεία

όταν νυχτοξημερωνόμουνα με φίλους

ίσως να ήξερες κιόλας

πως ένιωθα την ανακούφισή σου

που κρυφά εκτονωνόταν

μ' ένα ανεπαίσθητο φούσκωμα στο στήθος

και μια αγκαλιά στο μαξιλάρι.


Μα' σε φωνάζω κι εσύ ποτέ δεν συμπληρώνεις

το υπόλοιπο με ύφος

ή μ' ένα 'μπα'

εντοιχίζοντας ένα τεράστιο, ειρωνικό σχήμα του σπιτιού

υπονοώντας τις μακρές μου α-π-ουσίες

πάντα με άφηνες να είμαι αυτός που είμαι

να λέω αυτά που θέλω

να πράττω όπως νομίζω

πάντα συμφωνούσες

κι ακόμη δεν έχω καταλάβει

πώς η συμβουλή σου περνάει αβίαστα

στις βασικές μου αποφάσεις

γι' αυτό κι εγώ σου έλεγα τα πάντα

ήθελα ο ίδιος κάθε λεπτομέρεια να μάθεις

τίποτα μη σου κρύψω,

πώς τα καταφέρνεις, πώς;


Μα' όταν σε φωνάζω αντηχεί τριπλό στο πατρικό μας

κι όλη αυτή η απόλυτη, τυφλή σου αποδοχή

η μόνη της αγάπης σου απόδειξη

και η ζεστή, κάθε φορά, αγκαλιά.


Όπερ έδει δείξαι.

Νέες Οδηγίες # 384 Η Λανθασμένη Εκτίμηση


 




Δεν υπολόγισαν σωστά το σύννεφο,

ήταν λευκό κι αδιάφορο όταν ξεκίνησε τις επισκέψεις.

Κάποιοι το φωτογράφιζαν,

πληκτρολόγια το αποτύπωναν σε κείμενα ρομαντικά,

πινέλα μεγαλουργούσαν

σαν δεν αναλογίστηκαν η ανατροφή του πόσο περίεργη ήταν,

ούτε με τους γονείς του σκέφτηκαν

να συναναστραφούνε λίγο,

αυτό το περίεργο σχήμα να ερμηνεύσουν.


Ερχότανε και έφευγε,

λίγη βροχή,

(κάποιοι "βροχούλα" την ονόμαζαν)

σαν το ροδόσταγμα σε φίνο λιβανέζικο μαχαλεπί.

Κάποτε, βέβαια, ερχόταν λίγο πιο γκρίζο,

μα όλοι καθησύχαζαν ο ένας τον άλλο με αναρτήσεις

«θα φύγει σε λίγο, καλό είναι, τους κήπους θα ποτίσει»

και με τα κιάλια έλεγχαν σε άλλα βουνά τα νέφη

και συζητούσαν με ευφορία

την καθαρή τους, την ανθεκτική αγέλη.


Σε μια ανακοίνωση αιφνίδια,

μαθεύτηκε απανταχού

πως οι μυστήριοι γονείς από το σπίτι τους το διώξαν

με ένα μπογαλάκι αθόρυβο,

(κουρέλια θα είχε μέσα)

να περιπλανηθεί, τον κόσμο να γνωρίσει.

Το είδε πρώτη μια αγρότισσα σαν μάζευε τα ρόδα

παλλόμενο πάν’ απ’ το εργοστάσιο

να απειλεί να στάξει.


Μετά παρέα το πρόσεξε πέρα στο πανωχώρι,

καθόντουσαν στον καφενέ

σαν όλα σκοτεινιάσαν

το τάβλι στη μέση αφήσανε

με τον καφέ αδιάβαστο

με τη σουμάδα κρύα,

και τρέξανε στα σπίτια τους

εκεί για να κλειστούνε

προμήθειες σαν μαζέψανε

στις μάχες μαθημένοι.


Στην πόλη όταν έφτασε τρανότερο

με τέτοιο ριζικό στη μυστική φαρέτρα

ψηλά απ’ τα κτήρια το σώμα μέτρησε

κι ένιωσε πως το έρμα του βαρύ κάτω που το τραβούσε

όλη την επικράτεια θα κάλυπτε επαρκώς κατά τις οδηγίες.

Το μπογαλάκι έλυσε

τα σκούρα, ασιδέρωτα κουρέλια ν’ αερίσει

κι έπειτα κάτω στις λεωφόρους περπάτησε

τα νέα πλάσματα να γνωρίσει.


Δεν ήταν ο τρόμος της καταιγίδας

που άδειασε την πόλη απ’ τα σκυλιά, απ' τα σκοινιά,

και τους κινούμενους αντικατοπτρισμούς του ουρανού.

Δεν ήτανε ο κεραυνός και ο βρόντος

δεν ήταν ούτε η σφοδρή πλημμύρα.

Ήταν που μάθανε όλοι από διάγγελμα πως το μαχαλεπί

στην πόρτα τους θα φέρει η αγρότισσα

αν καταφέρει το ροδόσταγμα φρέσκο φέτος να βγάλει

και πως κλεισμένοι θα μείνουνε μήνες πολλούς

κι όσοι αντέξουν – όταν το νέφος φύγει – θα εξέλθουν.


Πέρασε γρήγορα ο καιρός της καρτερίας

απ’ τα παράθυρα παρατηρούσαμε

να περνούν πλέον σύννεφα πολλά

μα, κανένα τους δεν θύμιζε την περίεργη μορφή

που στον ουρανό επίμονη,

έριχνε ρούχα σκοτεινά τα πρωινά

την μέρα ολόκληρη τα τρεμάμενα σώματα

μορφή να κρατάνε σταθερή,

εφάμιλλη της μονοκτημοσύνης.





***

Η καλοκαιρία ήρθε επιτέλους στην πόλη.

Κανένα νέο σύννεφο δεν περνούσε πια

όλα είχαν απορροφηθεί από τον περιπλανώμενο επισκέπτη

σε νηνεμία η πλάση

πλασματική ευνομία

όταν έξαφνα ήρθαν

(κατόπιν χαρμόσυνου διαγγέλματος)

οι τελευταίες ώρες πριν την μεγάλη Έξοδο.

Όλοι ετοιμάστηκαν

βάλανε φρέσκα ρούχα λαμπερά

κτενίσανε την άφθονη κόμη

και με το χέρι στα πόμολα

μετρούσαν χωρίς ανάμνηση το μπόι τους

με της πόρτας το ματάκι.

Από τους διακομιστές και τις στατιστικές

μεγάλη η αγωνία μετρήθηκε

στο διασκορπισμένο, κατακερματισμένο

και πολλά λαβωμένο πλήθος

που όπως κάθε νεφικό

πριν απ’ την καταιγίδα

δειλά λευκό είτε μαζεύεται είτε περιπλανιέται

πριν ενωθεί με εκείνο το υπερεκτιμημένο όλον, για να φανεί η απέραντη σκοτεινιά σε ένα συμπαγές σάρκινο κι ανήλεο σώμα που ήθελε τη λευκότητα να προβάλλει ως ευλογία σαν έκρυβε του καθενός με επιμέλεια την γκρίζα αλήθεια. (Εγώ δεν ήθελα να βγω, έμεινα μέσα, ωσότου νέο σύννεφο φανεί, να μην το φωτογραφίσω, να μην γράψω κανένα ποίημα, κι ούτε κάποιο δροσερό γλυκό να θέλω).

Ο Μονόλογος του Υπόπτου

 



Θα προτιμήσω οι χειροπέδες να μείνουν στα χέρια μου, Αστυνόμε.
Όχι, δεν θυμάμαι καθόλου αν το έχω κάνει ή όχι.
Δεν είμαι άνθρωπος που θα έλεγε ψέματα ποτέ.
Δεν λέω αν – αν το έκανα ή όχι.
Μα δεν θέλω το πλεονέκτημα της αμφιβολίας.
Δεν θα το άντεχα. Εσείς πώς το αντέχετε;
Απλά λέω ότι δεν ξέρω αν είμαι ένοχος.
Αν αυτό είναι ενοχοποιητικό, κρατήστε με υπόδικο.
Αν είναι αθωωτικό τότε εγώ αμφισβητώ την ικανότητά σας.
Γιατί δεν θέλω να είμαι αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίον.
Εγώ ο ίδιος δηλώνω ότι επιθυμώ να είμαι ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίον.
Αν μπορέσετε ποτέ να αποδείξετε ότι είμαι αθώος θα ήταν καλό.
Όμως ως τότε κρατήστε με εδώ.
Πιθανόν να είμαι τόσο επικίνδυνος όσο - όσο αν ήμουνα ένοχος.
Γιατί αν είμαι ένοχος, τελικά, ίσως το κάνω ξανά, και ξανά να μην θυμάμαι.

Εμπρός, αποφασίστε το, μια συνήθης εξέταση είναι.
Δεν θέλω να περιμένω να βρεθούν στοιχεία για να συλληφθώ.
Θέλω να είμαι εδώ όταν θα συζητάτε τον τρόπο σύλληψής μου.
Θέλω να είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου.
Δεν θα περιμένω να με αναγνωρίσουν μάρτυρες.
Να ταυτοποιηθούν τα δακτυλικά μου αποτυπώματα στο νυστέρι.
Θα προτιμήσω να κρατήσετε τα κλειδιά στην τσέπη σας.
Να με αφήσετε εδώ στο κρατητήριο.
Θα αντέξω στην αναμονή.
Είναι καλύτερη από την ελευθερία.
Είναι ασφαλέστερη από εκεί έξω.
Μόνο αναλογιστείτε.
Αναλογιστείτε αυτό.
Είστε το ίδιο ύποπτος με μένα.
Το ίδιο ύποπτος αν κι εσείς βγήκατε από τον χώρο των κελιών έστω και μια φορά.
Ίσως εσείς να είστε αυτός ο σύνδεσμος που μετέδωσε σε έναν ακόμη περιπλανώμενο.
Δεν γνωρίζω αν το έκανα ή όχι.
Εσείς γνωρίζετε, αλήθεια;
Για τον εαυτό σας;
Μην ανησυχείτε, όμως, η αλήθεια θα λάμψει τελικά.
Η καμπύλη του χρόνου είναι τόσο μακρυνή, που μοιάζει επίπεδη, μα τελικά κλίνει προς τη δικαιοσύνη, αναπόφευκτα, ευτυχώς.
Θα διερωτάστε γιατί να υποστηρίζω ότι δεν θυμάμαι αν το έκανα ή όχι. Ότι αφού επιμένω τόσο πολύ να με κρατήσετε εδώ, το πιο λογικό θα ήταν να είχα μνήμη ενοχής.
Μα δεν λειτουργεί πάντα όπως το θέλουμε, σας το επιβεβαιώνω, εγώ ο μόνιμος κρατούμενος στη φυλακή της αβεβαιότητας.
Ένας μήνας στο σπίτι κλεισμένος μου έχει σβήσει την μνήμη,
μου θόλωσε τα μάτια, νιώθω αναβράζουσες φουσκάλες στην καρδιά, ναι, παρακαλώ σημειώνετε, αν όλα αυτά μπορεί να είναι ενοχοποιητικά στοιχεία σημειώστε τα όλα.
Ένας μήνας χωρίς φως μου στέγνωσε το δέρμα.
Και μου έσφιξε τα χείλη σε μια στάση που με φοβίζει όταν τα ψηλαφίζω με τα δάκτυλα.
Αυτά που σας λέω τα εννοώ, κύριε Αστυνόμε.
Αλλά σας μιλάω με δυσκολία.
Μεγάλη.
Απελευθερώστε με μόνο όταν θα είστε σίγουρος, για τον εαυτό σας πιο πολύ κι από μένα τον ίδιο.
Μην λύνετε, λοιπόν, τις χειροπέδες.



Copyright Χρίστος Ρ. Τσιαήλης



Νέες Οδηγίες #376 Το Οφιόδεντρο

 




Κόβαν τα δέντρα για χρόνια

παντού στους δρόμους της πόλης

αδειάσαν τα πάρκα

τους ειδικούς συμβουλεύονταν αδιάκοπα

για να πετύχουνε απανταχού το εφέ της κυριαρχίας του πανανθρωπισμού·

κλείσαν με τσιμέντο στα πεζοδρόμια τις λεκάνες·

βγάλαν φιρμάνι να στουμπωθούν οι κήποι

να καταργηθεί η υπέρμετρη δενδρολαγνεία

και να επικεντρωθεί ο πληθυσμός

σε θέματα πιο σοβαρά

όπως η καθιέρωση του τετραγωνισμού των οδών·

η αρίθμηση των στάσεων του μοναδικού λεωφορείου·

η λείανση της επιφάνειας των τειχών·

η απολύμανση των χώρων περισυλλογής αντιρρησιών συνειδήσεως.


Οι επιστήμονες εκπονούσαν νυχθημερόν μετά-οικολογικές μελέτες

καθώς οι ταγμένοι κόβαν τα δέντρα καθοδόν

προς το γεωμετρικά προκαθορισμένο κέντρο της πόλης.

Τα έκοβαν βίαια.

Τα αφαιρούσαν με κάθε μέσο.

Φέρναν μπουλντόζες, εκσκαφείς, πριόνια, γερανούς

και δηλητήριο για τις ρίζες.

Τα κατατεμάχιζαν

τα πριόνιζαν ως την αποδόμηση της ιδέας της ύπαρξής τους

και τα έκαιγαν επιδειχτικά στις γειτονιές μεσάνυχτα

καλώντας τις κοινότητες τη μια μετά την άλλη

σε θρήνο και αγρυπνία

σε καλά στοιχισμένους κύκλους

εφαπτόμενους στους ακυρωμένους κήπους,

με ομοιομορφία στην ένδυση

και ομοφωνία στην επιλογή των μοιρολογιών

"οϊμέ, φέρε θεέ μου την απόλυτη ανθρώπινη αρμονία

Αλί, αλί και τρισαλίμονό μας αν δεν αρθεί κάθε γωνία

Ανείπωτος ο πόνος αν δεν αποσβεστεί κάθε εικασία"

ακουγότανε παντού στις γειτονιές

σαν ο καπνός που ανέδυε τις ξεριζωμένες ψυχές

απορροφότανε από τα drones

και αποκρουότανε εντέχνως από τα συνωμοτούντα έντομα

για να μεταφερθεί σε ασφαλές σημείο

μακριά από τον αστικό ορίζοντα.


Οι Αρχές έδωσαν τεράστιες μάχες

με τα συνεργεία εκκαθάρισης

σε συνεχή σύγκρουση

με τους διαγνωσμένους από τους ακαδημαϊκούς ψυχασθενείς

που αγκάλιαζαν χωρίς αιτία τα ετοιμοθάνατα όντα

με τους αστυφύλακες να τάσσονται κατά των μαζών

σε κάθε νέα επιχείρηση εκφύτευσης.

Ήταν ένας πόλεμος

μια πανωλεθρία

που κατέληγε πάντα στον ίδιο παρονομαστή:

ξεγύμνωση του πρασίνου προς το κέντρο.


Προς το κέντρο που στεκόταν ακόμη αγέρωχο ένα δέντρο.

Ένα δέντρο ψηλό

με τεράστιο κορμό

με κουφάλες που οδηγούσαν βαθιά στα έγκατα της γης

βαθύτερα ακόμη στις κρυμμένες επιθυμίες των καταπονημένων.

Ένα δέντρο που ανυψωνότανε ως τα πρώτα σύννεφα

που ανταγωνιζόταν σε ύψος τα τερατουργήματα των Ηγετών της πόλης

χιλιάδες χρόνια όπως κυνηγούσαν ασταμάτητοι

την αμφισβήτηση της φυσικής παντοκρατορίας του στερεώματος.

Ένα δέντρο που μετά τις τελευταίες εξελίξεις

άρχισε να φανερώνει την πραγματική του ισχύ.

Στα κλαδιά του κρεμαστήκαν όλα τα φίδια

που εκδιώχθηκαν από τα δέντρα που κόπηκαν.

Στις κουφάλες του φώλιασαν φαρμακοβόλες κόμπρες

αδίστακτοι κροταλίες

βόες διαχυτικοί

οχιές βίαιες

ατίθασα μαύρα μάμπα.

Κάθε κλαδί απρόσιτο από τα τυλιγόμενα κορμιά

οι προεξέχουσες ρίζες ευφάνταστες από τα έρποντα πλάσματα

χρώματα, χρώματα πολλά

λάμψη, χρυσοποίκιλτες επιφάνειες

αέναη κίνηση σαν θεσπέσιος χορός

ευγενικά, καλόβολα πλάσματα

που πια δεν φάνταζαν ως κελευστές του ερέβους

μα ως η τελευταία εναποθέσασα ελπίδα της πόλης

καθώς το οξυγόνο είχε πια λιγοστέψει πολύ.


Μα οι αρχές δεν έβλεπαν το δέντρο σαν λαϊκοί

όλες οι δυνάμεις συγκεντρωθήκαν εκεί

γύρω απ’ το δέντρο

εκεί ο στρατός

εκεί οι γραφειοκράτες

οι επιστήμονες

οι ακαδημαϊκοί

(μυστηριωδώς απουσίαζαν οι πολιτικοί)

όλοι να συζητούν την έκβαση των γεγονότων

η κομπορρημοσύνη στο ζενίθ

καθώς ο καθείς κατέθετε τεκμήρια

για να του απονεμηθεί ο τίτλος

"ο εμπνευστής της Νέας Κοινωνίας"

αφού θεωρήθηκε το οφιόδεντρο

το νέο σύμβολο της πόλης

το οποίο θα ασκούσε την επιρροή

που ήταν απαραίτητη

για να υποδουλωθεί ο κάθε αναρχικός

και να εμπνευστεί ο απογοητευμένος καλλιτέχνης.


Φόβος

δέος

επισφράγιση της αστικής υπερουσιότητας

ήταν τα εργαλεία που οι Αρχές απ' την αρχή αναζητούσαν

για να πείσουν το πλήθος

ότι τα πολλά δέντρα διάσπαρτα στον χρήσιμο χώρο

κατακερματίζουν την ιδέα της τελειότητας

και ότι το ένα τεράστιο δέντρο

ο οίκος της ζωής

πρέπει να είναι ένα

για να συγκεντρώνεται εκεί

πανώρια

η ιδέα της φύσης

να απομονώνεται εκεί η ιδέα του δόλου και του φθόνου

τα ιοβόλα θεριά μνημείο κι αποδέχτης μαζί

να καθαρίσει η πόλις

να καθαρίσουν οι συνειδήσεις των ανθρώπων

να γίνουν όλοι οι πολίτες καλοί

να γίνουν όλοι οι πολίτες όμοιοι

να μην υπάρχει καμία προεξοχή

στο έξοχο σχέδιο της πόλης.



Πρώτον τα φίδια δάγκωσαν τον Αντιδήμαρχο.

Νέες Οδηγίες #373 Σφίγγα 2020


 

Μας σταμάτησες απότομα.

Το τρανό σου κεφάλι

το θηριώδες σου σώμα

έφραξαν την πορεία

που χρόνια τιμονιάραμε με μαεστρία.


Πανικός

διαφωνίες

μεγάλη αδημονία

κάποιοι μπροστά μαζί σου συζητούσαν

"αίνιγμα"

ακούστηκε στις πίσω μαζώξεις,

"αίνιγμα ν' απαντήσουμε".


Αίνιγμα, λοιπόν, αλλιώς δεν προχωρούσαμε.

Με οργή πια σπρώχναμε να πάμε εμπρός,

να απαντήσουμε εμείς,

και τι ξέρανε εκείνοι από αινίγματα και τέτοιους υπολογισμούς;

Τέτοια άκουγα και έκανα βήματα πίσω,

άρχισα να κρύβομαι

άρχισα να ντρέπομαι,

ποιοι ήμασταν εμείς

να αψηφήσουμε την ικανότητα των ηγεμόνων;


Σειρά τη σειρά

αρχίσαν μεταξύ τους να σκοτώνονται

αυτοί που χρόνια τώρα το σκοινί είχαν τεντώσει,

σταμάτησαν να μιλάνε αυτοί που κάποτε

πολύ κοντά βρεθήκαν,

μα όλοι, όλοι σπρώχναμε

εγώ για αποδέσμευση

οι άλλοι για εμπλοκή.



Το θεριό απέναντι αγνάντευε στο πλήθος μας

με μια ευχαρίστηση ειδεχθή,

ήταν επιβλητικό το σκανάρισμα της φλογερής ματιάς του,

ήταν ωσάν να πέτυχε

να περπατεί στο πλάι μας

χωρίς πόδι να κουνήσει.



Ξάφνου ορκίζομαι ένιωσα

-εγώ προσωπικά- (όσο κι αν ντρέπομαι που το λέω)

πως κοίταξε εμένα αποκλειστικά

όπως στεκόμουν τελευταίος

στων αντιμαχούντων τις ορδές,

κι όπως απέστρεψα το βλέμμα μου,

το έψαξε ξανά με τα τεράστιά της μάτια.



Με ήθελες να απαντήσω εγώ,

με ήθελες να πρωτοστατήσω,

την ιεραρχία ν΄ αψηφίσω,

να υπερπηδήσω επιστήμονες, ανθρωπολόγους

τα έξυπνα παιδιά σχολείο με σχολείο

που το αίνιγμα συζητούσανε -και τι ωραίο αυτό- με τους καθηγητές,

ήθελες εγώ, ο τελευταίος, μπροστά να έρθω,

να σε αντικρύσω

ίσως να έφτιαξες το αίνιγμα αυτό για να μην απαντηθεί

ίσως να έφτιαξες το αίνιγμα για να το απαντούν οι τιποτένιοι.


Όποια και να ήτανε η βουλή σου,

έπρεπε να κάνω το πρώτο βήμα για να περάσω σειρά

"δεν την φοβάσαι, έτσι τρανή κι αγέρωχη, έξυπνη, δολοπλόκα";

παιδί με ρώτησε κρατώντας του παππού το χέρι

δεν είχα ν' απαντήσω,

οπισθάγκωνα δεμένος

και στο μυαλό πια δεσμευμένος

να υπολογίζω

τη λύση έτοιμη να είχα

όταν θα έφτανα μπροστά της,

και πώς θα εξηγούσα στο παιδί

ότι για εκείνο θα το έκανα,

κι ότι η πορεία εξαιτίας μου διεκόπη;



Στο δεύτερο βήμα μου επιτεθήκανε οι τραυματισμένοι,

με δάγκωναν σαν σκυλιά, μου σκίζανε σαν ύαινες τα ρούχα,

φίδια που με δηλητηριάζανε

με κάψαν

με κρεμάσαν.



Στην πρώτη σειρά όταν έφτασα κακήν κακώς

χωρίς μάτια πια,

χωρίς φωνή,

χωρίς φύλο,

συρόμενος ο ίδιος σαν φίδι πλέον,

μα ένα φίδι άκακο,

χωρίς μήλο, χωρίς φαρμάκι,

σαν άδειο φουσκωτό επιπλέον,

(και ποιους είχα ξεχάσει στην πορεία),

γλυκά, συνετά η Σφίγγα με καλωσόρισε.



Ήμουν αμήχανος, δεν είχα κάτι να της πω.

Άπλωσε το πόδι της

και σύρθηκα επάνω,

κι όπως μου ψιθύρισε στ' αυτί,

όλα άλλαξαν το επόμενο λεπτό.

Βρήκα ξανά τη μορφή μου,

βλάστησαν χέρια, πόδια, στάθηκα,

καλλωπίστηκα,

και έτοιμος έγνεψα σε όλους να περάσουν.


Το αίνιγμα είχε απαντηθεί

χωρίς λέξη να ξεστομίσω,

γιατί άλλο αίνιγμα απ' αυτό δεν ήξερε η Σφίγγα να ρωτάει

μα εμείς πώς να γνωρίζαμε

μια λεπτομέρεια τέτοια,

αφού στης ιστορίας τα κιτάπια δεν ψάχνουμε

σαν έρχονται οι μεγάλες προκλήσεις.

Το αίνιγμα είχε απαντηθεί

γιατί ήμουνα εκεί,

γιατί η απάντηση είναι πάντα η ίδια

και πάντα τη χάνουμε κατά καιρούς

ωσότου η πορεία διακοπεί

και κάποιος υποφέρει ως άνθρωπος

κάποτε εσύ, κάποτε εγώ,

για να πεισθεί η Σφίγγα.

Νέες Οδηγίες #372 Καζαμίας, Βενετία, Μετεμψύχωση

 



Νέες Οδηγίες #372 Καζαμίας, Βενετία, Μετεμψύχωση

(31/12/2019)

----------------------------------------------

Θέλει να κρύψει το πρόσωπό του

από το ψεύτικο φως που τον κατατρέχει

σε λεωφόρους ανεξήγητες

από τρεχάμενες σαν δαίμονες άμαξες δίχως άλογα με έγκλειστους αμαξηλάτες

από παράθυρα κτιρίων που αγγίζουν τα σύννεφα που πάντα φοβόταν.



Κρυμμένος στη γωνιά δυο αγνώστων σοκακιών που περίεργα μυρίζουν

σκίζει το δέρμα από το ιερόμορφο σακάκι του ζαλισμένου ιππέα

ασταθώς καθήμενου σε άλογο ψεύτικο με δυο ρόδες για πόδια.

Φτιάχνει μια Μπαούτα* και κρατάει το πηγούνι ψηλά

ψάχνει στην γκρίζα, πέτρινη πλατεία που βρέθηκε απρόσμενα

ψάχνει με απόγνωση, φωνάζει, μα κανείς δεν ακούει

δεν ξέρουν προφανώς ο «άμβωνας» τι είναι

και δεν του απαντούν

κοιτάν προσηλωμένοι σε μικρά φωτεινά κουτιά

μα αυτός πρέπει να ανέβει να φωνάξει

για τα φαινόμενα τα μετεωρολογικά

θέλει να τους μιλήσει για το αλμανάκ της εικοσαετίας που έφυγε

να τους μιλήσει για τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα της εικοσαετίας που έρχεται.

Μα θυμάται θλιμμένος πως ποτέ ο ίδιος δεν υπήρξε.

Καταριέται τη μάσκα

την πετάει σε έναν βαθύ υπόνομο

μα δεν είναι κανάλι

κι οι γόνδολες πια φύλλα κίτρινα που κυλάν σε ρυάκια βροχής ξινής.



Καταριέται τον εμπνευστή του.

Καταριέται τους ανθρώπους.

Καταριέται την καταγραφή των γεγονότων και την πρόβλεψη.

Καταριέται τον Θεό.

Καταριέται την αμφίβολή του ύπαρξη.

Καταριέται την Comedia Del’ Arte* που ενέπνευσε τον δημοσιογράφο

να κρυφτεί πίσω απ’ τα γραπτά παρά μια μάσκα να φορέσει

και τι εύκολο που θα ήταν

παρά να τον δημιουργούσε και να τον γυρόφερνε

έναν τρελό που προειδοποιούσε.



Κάθεται.

Κλαίει γοερά

κλαίει σαν έκλαψαν όλα τα αδέλφια κι οι μανάδες των θυμάτων της Πανώλης

κλαίει σαν όλο το νερό που πνίγει κάθε χρόνο την πόλη

κλαίει σαν τη Μεσόγειο που στέκει ακόμη συμπαγής

τρεμάμενη μη χάσει νερό από τους ωκεανούς που παραμονεύουν

κλαίει σαν ερωτευμένος στη Γέφυρα των Στεναγμών.

Η πόλη πνίγεται.

Πεθαίνουν όλοι.

Μετανοιωμένος σηκώνεται.



Αρπάζει μια καθημερινή εφημερίδα

τη βουτάει στο νερό

φτιάχνει χάρτινο πολτό και τον στύβει

η μέρα κοντεύει να κλείσει

όλο και πιο κοντά στα πρώτα του μεσάνυχτα κρυμμένος σε σώμα σάρκινο

πλάθει με αγνώριστη μανία

φτιάχνει στη νέα του μάσκα εκφράσεις

φτιάχνει χαρά, φτιάχνει θλίψη, φτιάχνει θυμό

μα ο πολτός όλο ξηραίνεται και ραθυμεί

τα παρατάει όλα και φοράει τη Βόλτο*

«έτσι θα είναι καλύτερα για να τους μιλήσω για τα φαινόμενα τα νέα τα ψυχολογικά και το τι μέλλει γενέσθαι»

και ανεβαίνει τρομαγμένος τις σκαλωσιές

προς μια γέφυρα που κτίζεται στο εμπορικό.

Κοιτάει τριγύρω

δεν έχει κοινό

κι ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει

για το φαινόμενο το βιολογικό

που είδε σαν όραμα

για τη γέννηση του Θεανθρώπου

τη γέννηση του εαυτού του

τη γέννηση του χρόνου

και τότε –ξαφνικά- κατάλαβε.

Ο εμπνευστής του δεν ήτανε εγκληματίας

για να φοράει μάσκες και να κρύβεται στο πλήθος

δεν αγαπούσε την ανώνυμη ισότητα

δεν ήταν μοναχός σε οίστρο να επιδίδεται σε συνουσίες συνοικιακές

δεν ήταν ο χαρούμενός τους δημοσιογράφος

για να φοράει τη μάσκα του Τζέστερ*

και να τους αφηγείται ευχάριστα συμβάντα.

Ήθελε να καταγράφει σε ημερολόγιο ανώνυμο τα φαινόμενα

κι ήθελε ένα όνομα να κρύψει το δικό του

κι ήταν αυτός το όνομα.

Το όνομα.

Μόνο.



Σπάει μια βιτρίνα κι αρπάζει την πορσελάνινη κούκλα.

Τη συνθλίβει σε κομμάτια σαν θρύψαλα μνημών που απορρίφθηκαν και μ’ αυτά φτιάχνει τη μάσκα του Ντοτόρε Πέστε*.

Ενδύεται τήβεννο κι αρχίζει.



Ξέρει πια πως δεν θα γράψει ξανά στο ημερολόγιο

και πως αυτά θα είναι τα μόνα του μεσάνυχτα στη γη.

Περιπλανιέται στην πόλη και μιλάει στα πτώματα

Τα βρίσκει στα κτήρια

Τα βρίσκει σε τεράστιους υπόγειους σταθμούς

τα βρίσκει σε πάρκα κοντά σε γλυπτά αποκρουστικά

τους λέει λόγια παρηγορητικά

τους λέει μια μέρα πως θα έρθουν ξανά

πως το τέλος δεν έρχεται ποτέ απ’ το νερό

πως το νερό λειώνει τις μάσκες

και κρατάει μνήμη

να μην ανησυχούν

να μην ανησυχούν.

Να μην ανησυχούν.



Κτυπάει ο δείκτης μεσάνυχτα.

Βγάζει τη μάσκα.

Κλείνει τα μάτια.

Κυλάει ένα τελευταίο δάκρυ.

Στο χέρι του το αλμανάκ,

γράφτηκε μόνο του

σαν μιλούσε στους νέους του φίλους

που μαζί ξεκινήσαν το ταξίδι αυτό το ευχάριστο

στη νέα εικοσαετία.


Copyright Χρίστος Ρ. Τσιαήλης



σημειώσεις:

-------------‐-----

*Μπαούτα: Βενετσιάνικη μάσκα (για άντρες και γυναίκες, τρίγωνο πηγούνι)

*Comedia Del’ Arte: Ιταλικό Θέατρο, με μάσκες, 16ος 20ος αιων.

*Βόλτο: Βενετσιάνικη μάσκα (πρόσωπο χωρίς συναίσθημα)

*Τζέστερ: Βενετσιάνικη μάσκα (ο γελωτοποιός)

*Ντοτόρε Πέστε: Βενετσιάνικη μάσκα (ο γιατρός της Πανώλης, στην comedia del’ Arte)

Νέες Οδηγίες #370 γιατί σκέφτεσαι σε τετράγωνα, Ιωσήφ;


 


[Το μόνο πρόβλημα στον τόπο μου που σκέφτονται όλοι σε τετράγωνα]

Το τέσσερα είναι πια ο συνήθης γνώμονας στην περισυλλογή μας

οι εποχές τετράμηνες

η αξιολόγηση τετράμηνη

τετράγωνα οικόπεδα στη θάλασσα

τετράγωνο οικόπεδο το σπίτι

τετράγωνα τα δωμάτια

τετράγωνα τα κρεβάτια μας

τετράγωνα τα πάρκα.


Κρατάω το ταφ με φάδι ενσωματωμένο

κι ισορροπώ το βήμα μου

και την ορθοστασιά μου

σαν αποχαυνωμένος, σίγουρος κάβουρας,

περνάω τις πλατείες

κτήρια κυβερνητικά

δημόσιες υπηρεσίες.


Στα τέσσερα ο πληθυσμός

στα τέσσερα η διαίρεση του ουρανού

με τα σημεία του ορίζοντα

αμετανόητα να ορίζουν

τη ρότα, τα ταρό, στον άρτο τον σταυρό.

Τετράγωνα τα βιβλία

και τα αμάξια τετράγωνα

στου δρόμου τις λωρίδες να χωράν.


Αν στρογγυλά έκοβαν τα οικόπεδα

να τέμνονται με έδαφος κοινό

κι εκεί να καλλιεργώ με τη γειτόνισσα,

ένα κοινό δωμάτιο οβάλ σαν μάτι

τα σπίτια μας να ενώνει,

ενώ σε στρόγγυλη κουζίνα θα μαγειρεύω.

Όλος ο κόσμος να σκεφτότανε πιο στρογγυλά

να βλέπανε του εδάφους την καμπύλη στον ορίζοντα,

όταν προεκτείνεται στις πέρα χώρες

να βλέπανε πόσο η ίδια η γη

με τις οξείες γωνίες μας υποφέρει.

Στον κύκλο όλοι να στρεφόμασταν

τέλειοι κύλινδροι τα σπίτια μας

σφαίρες κυλιόμενες τα αμάξια,

-να προλάβουμε-

εγκαίρως πριν αρχίσουνε τα τρίγωνα

στη μέση τα τετράγωνα να κόβουν

κι η νόηση πιότερο στριμωχτεί

-να προλάβουμε-

πριν η Τριάς πολεμηθείσα σφόδρα

ασυναγώνιστη κι αμείλικτη

στα σχήματα όλα τα άλλα

αντεπιτεθεί.


Σ’ ένα ταγκό για τρεις

ο Πυθαγόρας, ο Ευκλείδης και ο Πλάτωνας,

ίσως καινούρια σχήματα επινοούν,

ίσως απλά χορεύουν.

Η Εναρμόνιση

 Τ’ άρματα απαρνήθηκαν τον χρήστη

και μόνα μεταφέρουνε νερό στα ξεραμένα ρυάκια

να ξεπλυθούν τα κίτρινα πατημένα φύλλα

τα νοτισμένα, τα επίμονα.

Κάποιοι νεαροί ξεχάστηκαν

στων κυπαρισσιών τη σκιά,

αυλή Σχολής καλοφραγμένη,

στους διαδρόμους μέσα και στις αίθουσες

κορίτσια κρυφοχαμογελαστά

τ' αθώα δάκτυλα κρύβουν τα χείλια,

με τ' άλλο χέρι

κρατάνε τα τσιγάρα άναφτα

το σήμα περιμένουν.


Έξω στον δρόμο ντελάλης αψηλός

χούφτα ανάστροφη στους περαστικούς προτάσσει

κι υπόσχεται υπό προϋπόθεση την παλιγγενεσία.

Σεσημασμένα ρούχα αδειανά στο πεζοδρόμιο στη σειρά

ελπίζουν τα ερτζιανά μην τα προδώσουν πάλι.


Στο τελευταίο απόσπασμα πριν τη διαταγή

Ο γδούπος μιας θύρας

που σπάει μάρμαρο σοφό

σκιές των εκμαγείων

που κρύβουν τα αγάλματα αιώνες τώρα,

ένα άσυλο που σαν από προδομένη λούπα

οδηγεί στο άσυλο των ασώτων

και φέτος πάλι ξανά.


Σου κόψανε τον δείχτη στο δεξί σου χέρι

αυτή την εβδομάδα

τις ατασθαλίες να μη δείχνεις

και στο πληκτρολόγιο το ύψιλον, το νι, το ταφ και το εφτά

να δυσκολεύουν

μα εσύ κατέβασες την κλίμακά τους

με ένα αόρατο καποτάστο*

για να μπορείς τη μελωδία

της σύγχρονης, κίβδηλης εναρμόνισης

ν’ αντέχεις.


(κι ίσως μια μέρα, την εβδομάδα εκείνη

τις συγχορδίες

αλλάξεις).




*καποτάστο: εργαλείο εγκάρσιας πίεσης σε ολόκληρο τάστο κιθάρας.

Νέες Οδηγίες #365 στο πιάνο


 

Πάντα ήθελες στο πιάνο να χαλάς τις ώρες σου
με τα μιλιταριστικά του πλήκτρα
στην πίεσή σου φοβισμένα να υποτάσσονται,
σε αρμονία να συνεργάζονται
σε αέναη επανάληψη οι μαύρες
υπερυψωμένες παρεμβάσεις στη σειρά
να συνοδεύουν με ύφεση και δίεση
την πρόωρή σου ωρίμανση
κι έπειτα τον παλιμπαιδισμό σου.

Με το δεξί σου πέλμα στο πετάλι
και το αριστερό στυγνή ρυθμολογία
τα γόνατα δεν αναγνωρίστηκαν
στην πρώτη επαφή
μηδέ οι παλάμες χάρηκαν
σαν πίεσες να χειροκροτήσουν
αφήνοντας μήλα αόρατα στο πάτωμα
ελεύθερα να κυλήσουν.

Μα πόσο μεστή κι ωραία μελωδία
τα ακροδάκτυλά σου ανακάλυψαν
πρώτη φορά όταν αγάπησες
πρώτη φορά όταν σηκώθης
κι αληθινά αγκάλιασες
κορμί θερμό άλλο απ' του πιάνου
χωρίς να καμπουριάσεις
χωρίς τους ώμους να κυρτώσεις
με τεντωμένα τα άκρα σου
κι ορθή την κεφαλή σου
πρώτη φορά σε ρεσιτάλ του ενός
κι όχι ενός πλήθους.

Ώρα πολλή δεν πέρασε,
τα κόκκινα χείλια σαν φιλούσες
κι έπιασε η λοξή ματιά σου
όλο το πληκτρολόγιο σε μια φωτογραφία
κι αναρωτήθης --πρώτη σου φορά--
ποιος και γιατί το ασπρόμαυρο επέλεξε,
στο πιάνο, στο σκάκι,
στις τέμνουσες διαβάσεις,
στο εναλλασσόμενο στερέωμα,
σε ολόκληρο το σύμπαν
και στο ερώτημα το μεγάλο του φωτός
μετά την Πρώτη Ημέρα.

[πόσο θα ήθελα να ήμουνα τυφλός, πόσο θα ήθελα να ήσουνα κωφή, για πάντα να ενωθούμε]

Στην ρομαντική αριθμολογία σου
πόνταρε η φατριά του
και μ' εμβατήριο σαν σε κάλεσε
βαθιά απ' την κοιλιά του οργάνου
συ αντί με τον απλό αλγόριθμο
του ένα-δύο-ένα και του μηδενός
μέτρησες με τον έρωτα
κι οραματίστηκες το μέλλον.
Σαν ρηξικέλευθος πολεμιστής
εκπαιδευμένος χίλια χρόνια
έκοψες τον λαιμό της με μια κίνηση
το αίμα άφθονο να βάψει
μ' αποχρώσεις της ζωής
τα πλήκτρα της παλλαδικής παρέλασης
εκεί ξανά να μην καθίσεις.

Πολλοί δεν το γνωρίζουνε
μα ήταν η θυσία αυτή
η πρώτη των ανθρώπων
σε μια σπηλιά κρυμμένοι,
που φύλαγε την είσοδο
κανείς να μην εξέλθει
απ' την Κολχίδα ζέβρα κόκκινη
πανέμορφη,
θεσπέσια,
στο σεληνόφως
σαν εμφανιζότανε,
πώς ομοίαζε στις μονόχρωμες σπηλαιογραφίες
και πόσο συνάμα διέφερε.

ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΒΕΛΟΥΔΟ




είμαι ασήμαντο πιόνι

έχω απέραντη μνήμη

έχω κατασκευής βίωμα

τον ιμάντα θυμάμαι

να κυλάω με άλλα

χωρίς μαγνήτη όμοια,

για λίγο ελεύθερα

ωσότου η μηχανή επικόλλησης

μπροστά μας αρχίσει να ηχεί

και οι ρομποτικοί βραχίονες

με τάξη στηθούνε

πιστοί στην απλή οδηγία.



(Την εισδοχή του θυμάμαι

στην προκατασκευασμένη μου βάση

κόλλα μέσα μου βαθιά να μείνει για πάντα εκεί

κόλλα σε πράσινο βελούδο να κρυφτεί η ντροπή

ταυτότητά μου η ακούσια έλξη στη χθόνια πόλη

των συμμετρικών τετραγώνων).



είμαι ασήμαντο πιόνι

είμαι απλό στη μορφή

θυμάμαι τη μέρα εκείνη στο καλούπι

ήμουν καλά ως λειωμένο υλικό στη μεγάλη λεκάνη

τώρα μου δίνουνε κίνηση όταν έρθει η σειρά μου

ήμουν καλά πριν υπάρξω

τώρα έχω δική μου ομάδα

και δεν αλλού δεν θα ταιριάξω

όσο κι αν θέλω να τρέξω

μακριά απ’ όλα αυτά.



είμαι ασήμαντο πιόνι

«με τον μαγνήτη θα κρατάει καλά»

θυμάμαι αμυδρά τη φωνή του,

στεκόταν στο πλάι του ιμάντα

καλά χωμένος στη λευκή του στολή

η μάσκα τού έκρυβε τη μούρη

(δεν ήθελε να ξέρω)

τη βλέπω μπροστά μου τώρα κάθε φορά

στους παίχτες που με κινούν

στα δάκτυλα που μ’ αρπάζουν

νιώθω τα γάντια του

την άχνα του αισθάνομαι

στα πρόσωπα που κοντεύουν να δουν το τετράγωνο

για μένα να αποφασίσουν.



είμαι ασήμαντο πιόνι

έχω χρώμα και θέση

δεν έχω τίποτα άλλο

λένε πως έχω σκοπό

να προχωράω μπροστά

να φτάσω στο τέρμα

να γίνω ηγέτης

για όσο εκτελώ

την απλή διαταγή

μα έχω μνήμη του τέλους

στο τέλος είναι πάντα ένα κουτί

με ανάγλυφο τέλμα στο σχήμα μου

εκεί καταλήγω μετά από κάθε μεγάλο παιχνίδι

εκεί ξαπλώνω στο απέραντο βελούδο

εκεί και τα μεγαλύτερα κομμάτια

του παιχνιδιού αυτού

και τότε ο μαγνήτης που με κρατάει καθηλωμένο

είναι πια άχρηστος

στην πλάγιά μου στάση

όπως ασήμαντος είναι και στις ήττες μου τις καθημερινές

όλα είναι ασήμαντα

τότε που τα φώτα σβήνουν

και του κουτιού το κάλυμμα κλείνει.



Λένε πως στα καλά κουτιά

υπάρχουν αναδιπλούμενες ασφάλειες

που έξυπνα σφραγίζουν προς τα μέσα.

Και έχω ακούσει επίσης σε συζητήσεις κερκίδας

αν και δεν το πιστεύω

για κάτι πουγκιά φύλαξης,

πόσο τυχερά τα πιόνια εκείνα,

μεταξύ να κολλάνε οι μαγνήτες

στο βελούδο βελούδο.



(αν ποτέ σπάσω

και το βινίλιο κολλήσει στραβά,

και εκεί καταλήξω,

θα είναι

μια αλλαγή

σημαντική).

Νέες Οδηγίες #362 Η Ειρήνη … αλλιώς


Μ’ έναν ζουρλομανδύα γεννήθηκα

- διάφανο -

δεν γνώριζε κανείς

γιατί ποτέ δεν διαμαρτυρόμουνα,

λίγοι τον βλέπανε,

η μάνα μου,

μια θεία

κι ένας συμμαθητής μου

που με νίκαγε στο σκάκι.


Τεράστια τα μανίκια ήτανε

δέκα φορές ολόγυρα

το σώμα μού τυλίγαν

από τα πόδια χαμηλά ως το στόμα,

μέσα συχνά εισχωρούσανε,

βαθιά ως το στομάχι

να μη μιλάς πολύ να μου θυμίζουν

και να κρατάω αυτά που πίστευα

αποκλειστικά για τη δασκάλα,

με νεύμα της μ' εμένα να γελάνε τα παιδιά

κάπως σαν να έλεγα πράγματα κουτά

όπως «υπάρχει γη για όλους»

όπως «τα χέρια μου ποτέ το φως δεν είδαν»



Όσο μεγάλωνα το εξωφύτευμα αυτό

μεγάλωνε μαζί μου

δέρμα στο δέρμα μου

νόηση της παράφρονης ψυχής μου

κάποιοι με στήναν στον στύλο ανάποδα

και για μένα όπως δεχόταν

ο μανδύας τα μαστιγώματα

το δάμασμά μου αργό.

Άλλοι με τρέχαν’ από πίσω

με ψαλίδι έγχρωμo

της λογικής χαρμόσυνοι θιασώτες

και κόβανε νυχθημερόν

κομμάτια να ευπρεπίσω

(υπήρχαν τότε δόγματα για να αποστηθίσω)

και σκίζανε στην πλάτη μου

σαν της καρδιάς μου μαύρα στίγματα

κάτι τεράστιες τρύπες

να χάσκουνε μπροστά σε έναν ήλιο έντρομο

Ντι βιταμίνη άφθονη

αν πάρω να ηρεμήσω

γιατί ακούγανε απ’ το στόμα μου

κοπρολογίες άσχημες

χωρίς να το ανοίξω

και ακούγανε ασύμφορη πολιτική

που για τη θέση μου δεν άρμοζε

κι ας μην είχα ποτέ μου χάρτες μελετήσει.


Μια φράση που συνέχεια έλεγα

όπου και να βρισκόμουν

σφόδρα θα τους ενόχλησε

τόσο που άπαντές τους

ίσως κι εντεταλμένοι άθελα

σε κάθε βήμα μου

μού ράβανε κάθε σχισμή

του όμορφου ζουρλομανδύα

άλλοι καλά στους ώμους μου τον στήνανε

και άλλοι τον γυαλίζανε

να μάθει για μένα ο κόσμος όλος

-ό,τι κι αν πω κανείς μη με πιστεύει-

και δεν ήταν η φράση η ίδια

ούτε και τα επιμέρους

αυτό που προκαλούσε

μα η απροσδόκητη τρελή μου διάθεση

στα γκράφιτι που την ψέκαζα

πότε και στα τουίτς μου

να αναδιαρθρώνω το

«υπάρχει για όλους γη»

«η γη υπάρχει για όλους»

«για όλους υπάρχει η γη»

και ήταν το άρθρο εκείνο το θηλυκό

που ολοένα με πρόδιδε

κι όλο μου υποσχόντουσαν

νέα γη θα πάρεις, η πηγή της Ειρήνης θα είναι η πηγή που θα πίνεις ζωή.


Κι όσο ετούτα άκουγα

μέσα μου η οργή τόσο ακούσια καταλάγιαζε

που τη σκάλα της εξουσίας όπως κατέβαινα,

από ο εις Θεός που άρχισα,

έγινα πρόεδρος, δήμαρχος,

έγινα εργάτης, έγινα δούλος

έγινα πρόσφυγας

σε ένα μικρό τσαντίρι

τώρα είμαι μικρό παιδί

ζωσμένο με γιλέκο βαρύ

που μυρίζει παράξενα

τα χέρια μου πια ελεύθερα

και στο ένα κρατάω σπίρτο

τα χέρια μου το φως έχουν δει

κάποιος μου βάζει τυφέκιο στο άλλο

το φως τα χέρια μου έχουν δει


χήρα ράχη

ρηχά η χάρη

η γη υπάρχει για όλους


οι κρίκοι της Κίρκης

εναλλάξ

θα με ακολουθούν


(άκου, δασκάλα μου, έχω κάτι καινούριο...)



σκανδάλη περόνη στεφάνι χαρτί

περόνη χαρτί σκανδάλη στεφάνι

χαρτί περόνη σκανδάλη

χαρτί σκανδάλη

χαρτί

-ίσως χαρτί-


κάπου η θεία παρακολουθεί

κάπου η μάνα πλέκει

και ο συμμαθητής

με άλλους παίζει σκάκι.

 

 


Νέες Οδηγίες #360 Η Ευθύνη του Λεονάρντο.


 


της σφαίρας του Πλάτωνα η αποδόμηση

μ’ άνδρα αναγεννησιακό ξεκίνησε

και συνεχίζεται κάθε μέρα που περνά

με τρίγωνα επικίνδυνα που αποκολλήθηκαν

έτσι όπως διαχέονται στις γωνίες των συνόρων

χωρών που δεν φιλέψανε η μια την άλλη

με τοπικά γλυκά και οίνο

έτσι όπως διαχέονται στα κείμενα

που αποστηθίζουμε ανίδεοι

σε ξύλινα θρανία


τόσο πιο έντονα από ποτέ τώρα τελευταία ολοκληρώνεται

σε κίβδηλου λόγου τη φτιαχτή αρμονία

αυτή η αποσαφήνιση

του αρχικού τελειότητας όγκου συμπαγούς

με την αφαίρεση τριγώνων κρυμμένων

από στοίβες γραμμάτων, συλλαβών, προτάσεων

από βουνά κατειλημμένα με ιδέες δυστοπικές

από κακήν κακώς κομμένα

τρίπλευρα συμβόλαια

στη Μεσόγειο θάλασσα

να βαδίζουν επιδεικτικά

άνευ προοπτικής ή παρελθόντος,

όλα τόσο μα τόσο έντονα

που πολύ φοβούνται οι ειδικοί πως

των ανθρώπων το φλύαρο θέατρο

ανοικοδόμηση απαιτεί

και νέες ανακαλύψεις


κανείς δεν πρόσεξε ποτέ

το τρίγωνο πως τρ-έ-νο είναι κεκαλυμμένο

και άγει και ηγείται ακάθεκτο

εν μέσω των σχημάτων όλων

χωρίς προορισμό, με έναν επιβάτη,

τον έτερο πάντα δολοφονημένο

τι αν στέκει τι αν κάθεται,

τι ξαπλωτό αν φιλοσοφεί κατά της μοίρας,

έχει τη δύναμη του εμβολισμού

και της ελλειπτικότητας τη θλίψη

έχει τη χάρη του ηθοπλασμού

κι όψιμης παραστατικότητας την υπερφίαλη κλίση

πολλοί αφέθηκαν στις ρήσεις του

πολλοί σε αφορισμούς του

μα όλοι, όλοι παραμυθιάστηκαν

κρυμμένοι στην οξεία σκιά του.


κανείς δεν πρόσεξε ποτέ

το τρίγωνο σώμα μισό πως είναι

άλλοι κορμί γυμνό εψάχνανε

σε βασιλιά αιωρούμενο

ενδύματα να του ράψουν

άλλοι το ονομάσανε μίμο ακέφαλο

που ρεύεται με βίντεο επί σκηνής

κι ορέγεται σταφύλια θυμωμένα

της κωμικής του αφαίρεσης

αυτοαναφορικό σύμβολο μοιραίο

άνθρωποι τελευταία κυλούν ανάποδα

με στρογγυλά πατίνια

και με τα πόδια να μιλάνε στα παράθυρα

ρωτούν το όνομά τους


και ποιος δεν υποψιάστηκε

ότι κι αυτό το ίδιο το σχήμα

των χιλιάδων προσωπείων

επέμβαση Θεία είναι,

να αμφισβητεί των πολυπλεύρων τη χρησιμότητα,

των πολυγώνων την εμπιστευτικότητα

και των αγόνων τον πολιτισμό;


Και πόσα τρίγωνα, αλήθεια, θα χρειαστούν,

και πόσα αυτοσχέδια τρένα να ανατραπούν

για να σχηματιστούν οι κύκλοι όλοι που απαιτούνται

ξανά να δομηθεί εκείνη η χαμένη σφαίρα, Λεονάρντο;









Νέες Οδηγίες #359 Χειρονομία


Δάκτυλο - παλάμη - αντίστροφο
πώς θα γίνει;
Ποια χειρονομία θα ξεκλειδώσει το λουκέτο ετούτο;
Ήταν σαφείς, ήταν ξεκάθαροι:
κανένα χρυσό κλειδί
μηδέ τα εργαλεία του διαρρήκτη,
ούτε κανένα πασπαρτού,
είναι λουκέτο αδιάρρηκτο
ένα σύμβολο, μια φαντασιακή κλειδωνιά
που θα έφτιαχνε ο Νοστράδαμος
αν του Πράτσετ ήρωας ήταν
και πέρασε - ποιος ξέρει πώς - ανάμεσά μας
πώς ήμασταν τρεις τα πρώτα εκείνα χρόνια
εγώ - η επιθυμία - και η λογική.
μα πια έχω αποκλειστεί.
Ποια κίνηση ακριβώς μού έχουνε καθορίσει
για να περάσω
στο εκεί;

Δάκτυλο - παλάμη - αντίστροφο
δεν θα με ευκολύνουν.
Παρακολουθούν, αισθάνομαι διάχυτη τη χαιρεκακία
κι είμαι ξανά ο ξυλοδαρμένος επαίτης
μια τρύπια χλαίνη αφήνει τον χλευασμό
να διαχέεται στο κορμί μου
όταν το κρύο μάρμαρο
χαμαιλεοντικά το χέρι μου μεταμφιέζει
σε άκαμπτο ρόπτρο της πύλης των προσιτών,
εκτεθειμένο στων περαστικών τη θωριά
που να σιμώσουν δειλιάζουν.
Ψηλά ένας λέοντας χρυσός παραμονεύει.
Δεν θα μου επιτεθεί κανείς.
Ήταν το μόνο συμβόλαιο που υπογράψαμε ομού.
Θα είμαι εκεί
ωσότου
η κατάλληλη χειρονομία
το ανοίξει.

Δάκτυλο - παλάμη - αντίστροφο
πόσο αυτή η πολυπολιτισμικότητα.με έχει συγχύσει
στα μπίλμπορντς αντίχειρες προηγούνται χαμογέλων
στις χειροκίνητες ταμπλέτες μεσαία δάκτυλα
εκπαιδεύουν νεανίσκους
παλάμες χαστουκίζουν μάγουλα που δεν αντιδρούν
νύχια γδέρνουν τοίχους ζωντανούς,
των έξυπνων παλαμών τα αντίστροφα
παραμορφώνονται με εφέ.
Ποια χειρονομία είναι η πραγματική για εμέ
που αναμένουν;
Στο πεζοδρόμιο παρελαύνουν χέρια μόνα
χέρια με χέρια πιασμένα σφικτά
χέρια που ταλαντεύονται οικτρά
χέρια που δείχνουν τον ήλιο
που παιχνιδιάρικα στριφογυρίζουν
να σταματήσουν το κλάμα ενός παιδιού
ποια χειρονομία θα μου ζεστάνει το χέρι
θα ξεγελάσει το μάρμαρο
θα ξεκολλήσει από επάνω μου την πράσινη χλαίνη
θα τους ικανοποιήσει
να σταματήσουν να γελούν
να ξεκλειδώσω αυτή την τελευταία δικλείδα
που ονειρεύτηκε τόσο άδικα για μένα
τόσους αιώνες πριν
για να με παγιδεύσει
μακριά από αυτά που.../
Ο δείκτης μου. Κινήθηκε!
Δείχνει.
Εκεί.

Νέες Οδηγίες #357 Ερωτοτροπία


 



Κάποτε δίναμε τα πάντα
για να κρατάμε την αγάπη ζωντανή
τώρα τον έρωτα απ' τα δάκτυλα
αφού κτυπώντας ξεκινάμε
κάπως τον καταλήγουμε εκεί.

Τα στόματα πλέον
ερμητικά κλεισμένα
πεισματικά βωβά
τρίζουν τα δόντια
στην αγωνία της αναμονής
μα η γλώσσα δεν τα ψαχουλεύει
σαν φίδι δεν τυλίγεται
για να παραπλανήσει
ούτε και σαν φλογέρα
για το δέλτα της ξεχασμένης ηδονής
μόνο πλαγιάζοντας ανάσκελα
τον ουρανίσκο
επιδεικτικά αγνοεί
κι οραματίζεται
την παλιγγενεσία.

Σε μια γωνιά ο εραστής
ανήμπορος κι απρόθυμος
να φωνάξει, να μιλήσει
- να ψιθυρίσει -
μυστήριο φως τη μορφή του καθορίζει,
τεχνητό, ανάρμοστο με τη νύχτα
που το λάγνο ημίφως διεκδικεί.

Βασιλιάδες δέκα
σε κάθε κράτος σαρκο-ψηφιακό
(και είναι πια δισεκατομμύρια)
προστάζουν την εμφάνιση επί οθόνης
των συνομιλιών
κι όχι τον ήχο και την αντίχησή τους
και δεν ορίζει πια τους διαλόγους
το άσπιλο κορμί μας
ούτ' ένας εγκέφαλος
μικρός, δικός, προσωπικός.

Η ερωτοτροπία με φίμωτρο
γκέμια και παρωπίδες
στη στάση
του πράσινου μάντη
στιγμές πριν επιτεθεί
είναι η μόνη θεωρία
που μπορεί να εφαρμοστεί
είναι η μόνη πράξη
που μπορεί να καταχωρηθεί.

 

Νέες Οδηγίες #353 Το Μηχάνημα


 

Δεν κυνηγάω πια Χίμαιρες,

κι οι Ερινύες μ’ έχουν χάσει

το τεστ ντι εν έι ξανά έκανα

και όπως ήταν βεβαίως προβλεπτό

διαγνώστηκα εκατό τοις εκατό

-νεκρός-

Πολύ τη χάρηκα την είδηση

και τη μοιράστηκα

με φίλους μου αγαπημένους

και με συγγενείς.

Όλοι με συγχαρήκανε

και προχωρήσαν στη ζωή τους.

Δεν ψάχνω για τάφο να κρυφτώ

να μην ανησυχείς

δεν ψάχνω για ιερέα να με θάψει

καμιά συγχώρεση δεν με απασχολεί

από αμέλεια αν έχω αδικήσει

ένα σημείο ψάχνω μονάχα επάνω μου

που δεν έχει πεθάνει.



Τα χάπια μου παράτησα

Στο τελευταίο συρτάρι

πρόσφατα επισκέφτηκα

τον Ψυχαναλυτή

κι όπως μ’ επιβεβαίωσε

είμ’ επιτέλους εκατό τοις εκατό

-τρελός-

Απόλυτα το βρήκα λογικό

και στο ημερολόγιό μου

την ημερομηνία σημείωσα

κι εγκαταστάθηκα στο πεζοδρόμιο

που πάντα σκουντουφλούσα.

Βεβαίως ο γιατρός

σύστησε θεραπεία

κι εγώ, ιππότης γνήσιος,

μοιράζω σε φωτοτυπίες τις συνταγές

εδώ σ΄ αμέριμνους περαστικούς

και στους περίοικους

σαν πάνε στη δουλειά τους.



Ψες βράδυ αποφάσισα

το τεστ να κάνω αυθεντίας

αφού επισκέψεις έκανε

ο νεοδιόριστος Αρχάγγελος

κι έδινε συμβουλές.

Με κοίταξε, με μέτρησε

και με το διαβολομηχάνημα

μού τύπωσε κορδέλα.

Αυτό δεν το περίμενα

με πείραξε πολύ

ήταν τα υλικά που μ’ έφτιαξαν

όλα αγορασμένα

κι είχαν τις αποδείξεις έτοιμες

οι Κατασκευαστές

και τίποτα επάνω μου

ποτέ δικό μου και αυθεντικό

δεν είχε υπάρξει,

πλήρωσαν και το ΦΠΑ,

παράνομος δεν ήμουν,

ήμουνα ένα άτομο

νόμιμο με συστάσεις.



Τόσο πολλή η αναστάτωση

που ζήτησα εξηγήσεις

μα όλοι γύρω αιφνίδια

αόρατοι εγίναν

κι έμεινε το μηχάνημα

κορδέλα να ξερνάει

τόσο, μα τόσο γρήγορα

που να διαβάσω τις διαγνώσεις του

αδύνατο απεδείχθη.

Ήξερα όμως εκείνη τη στιγμή

πως εις το πεζοδρόμιο

ποτέ κανείς δεν κάθισε

και ήταν λείο σαν πάγος.



















Νέες Οδηγίες #351 Ο Εφιάλτης του Ιωάννη


 


Με ένα πινέλο θέλησε ν΄ αλλάξει την ψυχή της

στα χρώματα που λαχταρούσε από μικρή

πέρασε χρόνια τα υλικά να ετοιμάζει

κι αιώνες πόσους εσπατάλησε

ν' αποφασίσει ότι ο καιρός εγγύς.

Μα ήταν εκείνη η πρώτη πινελιά

το δυσκολότερο το βήμα, καθώς,

με χίλια στρώματα νάιλον περιτυλιγμένη

με πόνο κι άδικο άυλο παντού σοβατισμένη

έσκιζε, έξυζε για νά 'βρει τον πρωτόλειο χάρτη της ζωής της

εκεί που αρχικά τα σχέδια έλεγαν ποια έμελλε να γίνει

-κι έλπιζε-

στα τυφλά η άκρη του κουβαριού που έπιανε

σε ξεφτυσμένο κι άχρωμο νήμα όπως ανήκε

με το σωστό ξετύλιγμα

πως κόμπους θα ξαναφτιάξει απαρχής

κομψούς κι αγαπημένους.


Κι όπως η κβαντική διεμπλοκή

ενίοτε καθορίζει,

κάποιος στεκότανε εκεί

πάντα κοντά της σαν σκιά

να την αποθαρρύνει, καθώς,

ταγμένος έφιππος

ζωσμένος με την άγραφη μυθολογία

φώναζε για και προς κάθε γενεά

ένα μεγάλο Εγώ ελεγειακό

για να της δείξει ότι η ίδια χρειάζεται (για να υπάρχει)

για συνοδό έναν μεγάλο αρχηγό.


Κοίταζε το πινέλο, κοίταζε κι αυτόν,

ίσως περίμενε ότι εκείνος θ' αναλάμβανε πρωτοβουλία

ίσως να πίστεψε πως ήτανε το πιο ορθό.

Κι ήταν η καθυστέρηση ετούτη

για την ψυχή το μέγιστο κακό,

γιατί κρυμμένη όπως ήταν,

στις ψεύτικές της επιφύσεις ξεχασμένη

σιγά σιγά απομακρύνονταν από την αρχική της χρήση

γινότανε η ίδια βάζο εύθραστο

για να φυλάνε εκεί τις στάχτες τους κρυφά

απ' του πολέμου τη φωτιά

οι αιώνια φλεγόμενοι κι ατιμασμένοι.


Μα όταν το πινέλο έπιασε στο χέρι

εκείνη την ολόφεγγη νυχτιά,

-ω- αποκάλυψις μεγάλη!

η επικάλυψη, διαλύθη,

δυνάμωσε το νήμα

και σε αμέτρητα κουτιά απλώθηκαν στα πόδια της

όλα τα χρώματα της φύσης και της γης.

Κι όπως εκείνος έντρομος εχάθηκε στο βάθος

η ίδια για ένα δευτερόλεπτο συρρικνώθη

στο μέγεθος του αντίστροφου του απείρου

κι αμέσως μ' έκρηξη σφοδρή διεκδίκησε

του επιστητού το παν,

σύμπαν και ό,τι άλλο,

πρανές και αντιπρανές,

και πάνορμη ξανά καμβάς τεράστιος υψώθη

στο χρώμα του αιθέρα και του οικοθώκου

και το πινέλο τα δάκτυλα οδήγησε

την πλάση απαρχής να ζωγραφίσει

και δυο ανθρώπους ταπεινούς

που πίστεψε

-πραγματικά-

-αυτή τη φορά-

πως θα την αγαπήσουν.



Κι όταν οι τελευταίες κουκκίδες γλαύκου και λευκού στεγνώσανε

στη ρέπλικα ετούτη της ιστορίας της ψυχής της

παρέδωσε σε κάποιον μαγαζάτορα

τα υλικά βαφής.

Νέες Οδηγίες #349 Το Στενό Δρομάκι

 

Λίγα συνέβαιναν, πολύ λίγα,

τα τελευταία χρόνια

μες στο στενό δρομάκι πίσω μας

πολύ κοντά

στης Λεωφόρου το τέλος.


Κλειστό από την μια πλευρά,

αμάξι δεν χωράει

ίσα που διακρίνεται το άνοιγμα

ανάμεσα στα δέντρα,

κάποιου περίεργου περαστικού

κεφάλι δίχως σώμα

κάποτε 'κει θα δεις

για λίγο να αποσκεπάζει.


Μοναχική γωνιά, κατάντια (ίσως θα πεις),

κι όλα τα κτίρια την πλάτη τους

εκεί έχουν στραμμένη.

Σκληρή, σκασμένη άσφαλτος,

χορτάρι ξεμυτάει,

λίγα σπασμένα μάρμαρα απ' τις παρατημένες στέγες,

απ' τα μπαλκόνια κάποτε ρούχο φρεσκοπλυμένο πέφτει

κανένας δεν το μαζεύει από 'κει

κι η διεκδίκηση ενίοτε έννοια χαμένη.

Παιδάκια πια δεν το πατούν

γέροι το αποφεύγουν

και οι ρωγμές στο πέρασμα

χάσκουν σαν στόματα βουβά

μιας ιστορίας ξεχασμένης,

ασήμαντης αν δεν καταγράφτηκε

με σινική μελάνη.


Κάποιες βραδιές νωχελικές

ότε τα φύλλα δεν θροούν

και η βοή της πόλης υπόκωφη

χωρίς την απειλή εκείνη,

μια μυρωδιά αρώματος

απ΄ τα παλιά αν σ' επισκεφτεί

εκεί στο παγκάκι που ρεμβάζεις,

άσε τη φαντασία σου γλυκά να ερεθιστεί

ίσως να δεις την πρέσβειρα

παλιά της Νορβηγίας

που συναντούσε στα κρυφά

τον οδηγό του Δόγη

και η βαριά ανάσα τους

κρυμμένη στις σχισμές

αναπολεί τον έρωτα

που ρούφηξε η πόλη.


Κι αν κάποτε ξημερώματα

φως αμυδρό και γρήγορο

τους τελευταίους περαστικούς ξαφνιάζει

τη Λεωφόρο σαν διασχίζουνε πεζή

κι απ' το στενό κει μέσα εκτινάζεται

θέση ψηλά να πάρει

ανάμεσα σ' αστερισμούς κι άγριες δίνες σκοτεινές,

κάποιος θα πρέπει να τους πει

πως το σοκάκι κάποτε

πλατεία ήταν της πόλης

κι εκεί όλες οι πανήγυρεις

κλέος βασιλικό προσφέραν.


Πολύ η δόξα δεν κράτησε

άλλα είχαν σημασία

αλλού η χαρά ευδοκίμησε

σε αίθουσες κλειστές

και σε μεγάλους δρόμους.


Όσο πιο πολύ το δρομάκι εστένευε

στων απαιτητικών το παραφούσκωμα ευάλωτο

και στη φρενήρη πέψη των δομών παρατημένο

ευχή πια δεν εναπόμενε άνθρωπος ν' ανταλλάξει

κι όποτε κάποιος εκεί πήγαινε

έθιμο είχε μπελαλίτικο

να κλέβει τη σκιά του.


"Απόψε μ' επισκέφτηκες

μεγάλη χαρά μου δίνεις

θα ήθελα το πιο άχρηστό σου απόκτημα

δώρο να μου αφήσεις,

εδώ να μείνει όταν θα βγεις,

για να με συντροφεύει."


Δέξου και δώστην άνθρωπε,

σε τι σου χρησιμεύει,

πότε την χρησιμοποίησες

εκτός για να γελάς;

Ή μήπως και την χρειάστηκες

μόνος σου όταν έμεινες

τα τελευταία χρόνια;


Δώστην και θέση θα 'χει εκεί

όποτε την θυμάσαι

το σοκάκι να επισκέφτεσαι

με τη σκιά σου να μετριέσαι

τι άλλαξε τι έμεινε

καλύτερα θα ξέρεις.


Γρήγορα --- όσο ο ήλιος ειν' ψηλά

είσελθε και περπάτησε

εκείνη που ΄χεις ξεχάσει τη γωνιά



Γρήγορα -- το 'χω ξαναδεί

ερμητικά να κλείνει,

το 'χω δει έντρομο, για σένα να κιοτεύει

τρεμάμενο στην όψη σου

μην το υποψιαστείς.

Νέες Οδηγίες #347 Επαγωγή


η μαγνητική έλξη
επιλέγει
τι θα θερμάνει
και τι
θα αφήσει
όλες οι επιφάνειες
αποκλείονται
εκτός -βεβαίως-
το σώμα
του στόχου
εκεί που
το βράσιμο
των υλικών
θα καταλήξει
σε ψήσιμο
και το
δέσιμό τους
θα συνεπάγεται
μαγείρεμα.
Βλέπεις, αγάπη μου;
Δεν είναι
τυχαία η επιλογή
του μετάλλου
για μας.
Απλό.
Στοχευμένο.
Ο έλεγχος πια
δεν επηρεάζεται
από μικρότητες
όπως αισθήματα
συγκινησιακές λέξεις
εκβιασμούς
ρομαντικές καταστάσεις
και ιδρώτα.
Βλέπετε, θεατές;
Συνετό.
Λογικό.
Όταν παίρνει
τον έλεγχο
η λογική
το επιχείρημα
και η επαγωγή,
δεν έχει χώρο
το ένστικτο
στις αντιδράσεις
δεν έχει χώρο
η αμφιβολία
στα συμπεράσματα.
Βλέπεις κι εσύ, εαυτέ;
Βλέπω.
Τι βλέπεις,
μα πώς,
γιατί απαντάς;

Βλέπω ότι
η ανάγκη
κι η ανικανότητα
η άμυνα
ο φόβος
η προκατάληψη
και όλα τα τεράστια τείχη
σε έχουν πείσει
να με σκλαβώσεις
και να με κλειδώσεις
σε ένα σκληρό κρανίο,
να με φιμώσεις
με λευκό, νευρώδες, μαλακό
υλικό
που δεν αναγνωρίζει
κανένα μου πάθος.
Να ακούω
από μακριά κτύπους ρυθμικούς
και να μου λες πως
είναι ινδιάνοι πολεμοχαρείς
να αισθάνομαι
στο δέρμα κάτι σαν χάιδεμα
και να με βεβαιώνεις ότι
είναι επιδημία σαν ιλαρά
και θα περάσει.
Βλέπω
πως
για να με
πείσεις
με την ελπίδα
να πείσω
κι εγώ
όλους τους
άλλους,
έχεις δημιουργήσει
ένα ευθυτενές αφήγημα
με ιδέες σκληρές
με ξύλινα ικριώματα
που συμφέρει
την απλότητα
τον αποκλεισμό,
την αυτοσυγκράτηση
ως το τελικό στέγνωμα,
και συ με παρωπίδες
δεν βλέπεις
τη συγκράτηση
κάθε υγρού μου
που θα μπορούσε
να εκκριθεί
σε άλλα σώματα
για άλλα σώματα
μαζί με εμένα
τον ίδιο
που αποκαλείς
'εαυτό'
γιατί
η πρόθεση -ε-
είναι τόσο ανούσια
όσο και η πρόθεσή
σου.
(πόσο θα ήθελα να μπορούσα να σε πείσω από 'δώ μέσα με μια πλαγιασμένη πρόταση: κανείς μας δεν είναι φτιαγμένος από μέταλλο).

Νέες Οδηγίες #346 για τρία και πενήντα την ώρα

 

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

θα το ανακαλύψουν όλοι τελικά

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

έβαλα το χέρι μου στο χειρουργείο να ομορφήσει εκείνο μόνο

εναπόθεσα το κεφάλι μου στο θησείο απελπισμένος

περπάτησα τη λεωφόρο με κάρβουνα αναμμένα

πήρα τον έλεγχο στην έρημο των κροταλιών

και με δεμένα μάτια χόρεψα ταγκό με άγριες κίσσες

πριν ο κροκόδειλος στις συζύγους του με ρίξει


τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

η καρδιά μου κτυπάει αθόρυβα

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

πήδηξα από σύννεφο σε αεροπλάνο

έδεσα το κοστούμι επάνω μου με ζώνη ασφαλείας

δάγκωσα τις αντένες του κρατικού καναλιού

του ποδηλάτου μου μάγκωσαν καδένες

πρώτος την ώρα του τερματισμού

ήδη απ΄ την εκκίνηση ακυρωθείς λόγω λαγνείας


τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

δεν είναι ότι θα μπορούσαμε να ζητήσουμε πολλά

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

αγκάλιασα την πεθαμένη φάλαινα και έλειωσα μαζί της

τον Διάβολο συνάντησα για σκάκι

μα στην παρτίδας το μέσο το γαμημένο το ρολόι χάλασε

κι είναι ακόμη κίνηση του και δεν αποφασίζει

στα χείλη φίλησα έναν μαύρο κρίνο

κι έμεινε το σημάδι εκεί, στο ανοικτό του πέταλο


τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί δεν φοράμε στον ύπνο σωσίβιο;

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

δώρισα όλα τα όργανά μου πριν καν αρρωστήσω

κυκλοφορώ με οστά και δέρμα μόνο

και με φωτογραφίζουνε στον δρόμο

έγινε η ζωή μου viral σε όλες τις οθόνες

κι εγώ τυλίγω παιχνίδια σε πολυκατάστημα

για τρία και πενήντα την ώρα



τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

σε λίγο θα καθίσουμε μαζί γιαγιά για να μιλήσουμε

τίποτα δεν αλλάζει χωρίς τίμημα

(κι άργησες να με προειδοποιήσεις).



Νέες Οδηγίες #343 ευτυχία όπως θα έπρεπε

 

το εν δεύτερο του τέλειου

δεν ήτανε και λίγο τελικά


μεστή χαρά εγνώρισες

σε δόσεις μετρημένες

αμφίρροπη κι αμφιταλάντευτη

η ευτυχία που πάντα απ' το βάθος φαίνονταν

κουτσή χαριτωμένη



στο 'να το χέρι βότσαλα στο άλλο τα κοράλια

μοιράζεται η θάλασσα

σ' ημίβυθο και κύμα

στέκεσ' αναποφάσιστος

και απέναντί σου βλέπεις

μεσόκοπη κι ελκυστική χαρά

και πίσω σου τις θλίψες

με βήματα μπροστά πίσω

με χέρια ανοιγμένα

θα αφουγκράζεσαι θαρρώ

ύμνους και θρήνους πιο κοντά

αν δεν ποθείς το μείζον

και θα 'ν' το ιδανικότερο

αν στο 'να χέρι φίλια δάκτυλα

συχνά σε ψηλαφίζουν

κι αν στο αυτί κοντά

ψίθυροι και τραγουδητά ταυτόχρονα

σου αποκαλύπτουνε

για σένα αδυναμία

για σένα μίσος φέρον πάθιασμα

πόνο που τίκτει πόθο



κι όποτε η κόρη το πέπλο σου έδινε

λίγο να το κρατήσεις

εσύ ευλαβικά το φίλαγες

στον κόρφο το εκράταγες

μην και το ανεμίσεις

και πίσω σύντομα το έδινες

καλά σιδερωμένο

ως την επόμενη φορά

το ίδιο να μείνει



όλα τα χρόνια τα παλιά

ίσα θα είναι πάντοτε

με όσα περιμένεις

ένα φλυντζάνι ράγισε

κι εσύ αντέχεις κι άλλο

γιατί ποτέ δεν έψαχνες

ουλές, ρωγμές και ρήγματα

μηδέ φρούδες επιχρυσώσεις

και ήσαν τα τρία τελευταία αμαλγάματα

της φαντασίας επούλωση

σαν το μπαστούνι εναποτέθηκε

στο πλάι μην ξεχαστεί



δεν ήτανε και λίγο τελικά

του ατελούς το μερτικό

ολότελα δικό σου.

Νέες Οδηγίες #342 πόσο τρελοί ειν' οι άνθρωποι



πώς χτίζεις λογική

απ' της παράνοιας το μεδούλι

σε ένα μονοπάτι λεμονιές

χωρίς κορμό

με ρίζες μαβί;

Λεμόνια οι άνθρωποι

μια κίτρινη θάλασσα από τελειωμένο ήλιο

στον πάτο σκουριασμένα φρένα.


αν κολυμπήσεις καίγεσαι

αν δεν τολμήσεις πνίγεσαι στης τρέλας

τις ορθές διαπιστώσεις.


Πόσο τρελοί ειν' οι άνθρωποι

χτίζουν κανόνες καθαρούς από άχυρο

βάζουν φωτιά να ζεσταθούνε

περιμένουν στην ουρά

με σπίρτα αναπτήρες

θημωνιές στο κάρο

να συνεισφέρουν πρόθυμα

σε αυτό που τους διδάξανε

πως πρέπον είναι.


Μένεις στο κρύο

από αναρχία πεθαίνεις

στη φωτιά σιμώνεις

ο Δικαστής σε αρπάζει

σαν λεμόνι σε στύβει από αγάπη.

Πόση δικαιοσύνη χωράει σε ένα μονοπάτι κατηφορικό, πόση;


Πόσα λεμόνια χρειάζονται για μία λεμονάδα να πιει να δροσιστεί Εκείνος, να θυμηθεί την πρώτη τότε μέρα που πάτησε εδώ, να αναλογιστεί αυτά που για 'μας συνέταξε χωρίς να μας ρωτήσει. πόσο τρελό -αλήθεια- είναι να πιστεύεις πως είναι λογικό να θεραπεύεις τον παροξυσμό με λίγο κολύμπι σε θάλασσα λευκή-πηχτή;


Κι όταν επέστρεφες,

όλα αυτά που τους έλεγες,

τα καταλάβαιναν;

Σε κοίταζαν στα μάτια;


"Στο τέλος του μονοπατιού τελείωναν όλα

κι άρχιζε η ζωή

κι άρχιζε η πραγματική λογική

στην άκρη γυαλίζανε την καρμανιόλα

κι είχα πανί κι εγώ που έγραφε τ΄ όνομά μου

γοργά που συνέχισα να περπατώ

ενώ δίπλα και παραδίπλα απ' τα μονοπάτια τα κανονισμένα,

ανεδύοντο θελκτικά το όξυνο ιώδιο ο γνώριμος καπνός

μα αρνιόμουνα να επιστρέψω".


Πόσα μονοπάτια μέτρησες, πες μας, πόσα;

[και πώς να σε ακούσουμε

εδώ που κολυμπάμε ανέμελα]

;

;

πώς

;

Νέες Οδηγίες #341 Υπό Χωρίς Πρόθεση -ή- Ο Ύμνος των Αθεάτων


Η Σελήνη δεν έχει θέση σταθερή

κινείται

ρέπει -λένε- στην αλητεία,

φως και σκοτάδι οι τροφοί και οι γόνοι

ωθεί

έλκει

ο χορός η μόνη ουσία

τα βήματα τῳ ἀνθρώπῳ κρινόμενα

ο άνθρωπος τῳ βήματι ορμώμενος

τη συνοδεύει.

Κι αυτή αγνή από επεμβάσεις έξυπνες

και βελτιώσεις

αγαπάει τους ισκιώμενους

αγαπάει και τους φανερωμένους

κι η ίδια άλλωστε ως άτεκνη εγγονή

θα συνοδεύει

κάποτε ως φεγγάρι ουδέτερο

κάποτε εξαφανισμένη,

όνομα έτσι κι αλλιώς

ποτέ σταθερό δεν είχε.



Η Σελήνη δεν θάλπει

και δεν βούλεται

(ποτέ δεν παραμυθιαζόμουνα από τις παροτρύνσεις)

ο στόχος ήταν πάντα ο κύκλος κι όχι η έκλειψη

μα οι δυνάμεις ψάχνουν στον αιθέρα συνεχώς

κάτι μικρότερο για να εξουσιάζουν

κάτι να τους αντανακλάει την αίγλη τους

όταν απουσιάζουν.



Κι έτσι το χέρι μου το αριστερό εσαεί κτίζοντας

μια λογική δικιά του

ακούγοντας προσεκτικά τις προσταγές

του ευώνυμού μου πρακτικοφεροδιαχειρίζοντος άκρου,

την πλάτη μου ξύει τακτικά

πριν ακουμπήσει τον διακόπτη

για την προσωρινή ανάκρουση

της παντοκρατορίας τoυ φέγγους



Ο Ήλιος -ισχυρίζονται- είχε πάντα θέση στον χορό

προδιαγεγραμμένη

και η αυξομείωση του φωτός

δεν στόχευε κανέναν

μα το παράδοξο της εθελοτυφλίας μας

προς το λαμπρότερο σώμα που θα γνωρίζαμε ποτέ

ίσως να έκρυβε

την αμηχανία μας

στη διαπίστωση

της έλλειψης πρόθεσης των οικοσυστημάτων.



 

Άριαν Βελανίλοβιτς, Αν Υπήρχες

 




Ακολουθάς το βλέμμα μου στις ενενήντα έξι μοίρες

κι όλο γυρίζω να σε βρω και θαρρετά να αντικρύσω

εσένα που έφτιαξες βελούδινο αντίσκηνο στον κατηφή μου ώμο --

ζαλίζομαι στην κίνηση, σκοντάφτω, σκάμνοι ανύπαρκτοι,

σε τοίχους κουτουλάω που λόγω διαφωνίας δεν χτίστηκαν,

κολλάει το βλέμμα μου -- φωτογραφίες καλλιτεχνών ποτέ που δεν υπήρξαν

μειδιάζοντας να γδέρνουνε τα δημιουργήματά τους.



Άριαν Βελανίλοβιτς, αφού δεν υπάρχεις,

αφού σε έψαξα στα επίσημα αρχεία των χωρών και στον κυβερνοχώρο,

αφού ερώτησα όλους τους ειδικούς και τους ερμηνευτές του χρόνου,

μα που καθόλου δεν απήντησαν, μον’ έτρεχαν τρομαγμένοι,

κι οι μάντισσες πώς δάκρυσαν αλήθεια, αφού δεν σε γνωρίζαν,

αφού αληθινά εισ' ανύπαρκτος, πες μου έστω με ένα νεύμα σου,

γιατί με παρρησία να τηρείς τους άγραφους νόμους του υπερφυσικού,

να δίνεις ίχνος ύπαρξης σε κάποιου τη φαντασία;


Κάποτε σε φαντάζομαι ζωγράφο της Αναγέννησης τρανό,

κι άλλοτε σε άριες μακρινές σε ακούω κρυμμένος να χειροκροτείς,

Άριαν, -- αν υπήρχες -- θα σε δεχόμουνα στο πλάι μου να στέκεσαι,

μην ντρέπεσαι, εμφανίσου, δώσε στο νόημα νόημα, δώσε στο νεύμα έρεισμα,

αν έχεις φωνή ψιθύρισε -- κι εγώ θα υπακούσω.



Άριαν Βελανίλοβιτς, -- αν υπήρχες -- θα ήσουν βρώμικος,

σιχαμερός θα ήσουνα και θα βωμολοχούσες

τους πάντες κοροϊδεύοντας για τα πλαστά τους κέρματα και τις στιλπνές γραβάτες,

τόσο αυτή την αθυροστομία σου θα θαύμαζα που θα σε έδειχνα στους φίλους,

διπλά περήφανος θα ήμουνα για σένα,

για την επιλογή σου να κρυφτείς,

να είσαι εκεί να φτιάχνεις τη γωνιά εκείνη της απαξίωσης,

να την απαραχνιάζεις στο σημείο που δεν θα κοιτάξει ποτέ κανείς,

εκεί που δεν έπρεπε κάποιος να κοιτάει ποτέ,

εκεί που ποτέ κανείς δεν έριξε την παραμικρή ματιά.


Γι αυτό, με σιγουριά σου λέω, Άριαν Βελανίλοβιτς,

-- αν υπήρχες -- δεν θα υπήρχα εγώ.

Νέες Οδηγίες #339 Κεκαλυμμένες Ουτοπίες

 

Κάτω στο υπόγειο χορεύουν χαρούμενες στον ρυθμό του ξενυχτάδικου, στο ύψος της μεγάλης λεωφόρου.


Τη μελωδία σιγοτραγουδάν που φυλακτό κρατήσαν στις παρυφές της μνήμης, όπως ξεθώριαζε σαν διαβατήριο παλιό.


Δεν θυμούνται το τσάκισμα των μίσχων στην πτώση, το λιώσιμο των πανέμορφων ανθών, τον ήχο του χεριού να αμφισβητεί την όψη του ήλιου σφίγγοντας και χαλαρώνοντας την ανήλεη γροθιά στο στερέωμα.


Απ' την αντηλιά του φεγγίτη φαίνονται να κρατάνε το ίσο παπούτσια που πάνε κι έρχονται, σόλες βαριές, γόβες ψηλές, και κάποια έγχρωμα κορδόνια που στα κάγκελα κλαγγίζουν αμήχανα.


Δεν είναι θρήνος π' ακούγεται από κει κάτω, ειν' το πρελούδιο της παλιννόστησης, εις το κρεσέντο του χαϊδεύει τους λοβούς των θεών.


Με την καλοκαιρία η πλάση σωπαίνει. Απ' τις καλοσουβατισμένες ρωγμές του ταβανιού οι παιάνες του ξενυχτάδικου δεν φτάνουν στον προορισμό τους.


Η φύση πάντα φροντίζει, με το σιγοτραγούδισμα σαν γάργαρο νερό, ξεχνάνε το ψεύτικο χάιδεμα, το φιλί με το φλεγόμενο σάλιο.


Σταματάει ο χορός.

Το τραγούδι παύει.

Μεσημέρι.

Κάτω στο υπόγειο σιγοψιθυρίζουν η μια στην άλλη το όνομά της, μην ξεχάσουν.

Η μισοτσακισμένη, θολή ταπετσαρία ομολογεί το επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενός κόκκινου ρόδου -- πόσο γλυκά τις συντροφεύει, ένα λιβάδι και μια λίμνη, στη σιωπή του ονείρου χώρος φιλόξενος.


Το κάλλος της πόλης απαθανατίζεται στον φακό του χάους.

Στα προάστια τα θερμοκήπια λευκά απ΄ τ' ανθισμένο χαμομήλι, έτοιμο για παραγωγή -- για την ηρεμία -- αρωγή στη Νιρβάνα μιας κεκαλυμμένης ουτοπίας.


Κορίτσια, χαμόγελα, γυναίκες στις τέσσερις γωνιές του δωματίου καθισμένες, περιμένουν τις αποφάσεις των προυχόντων για να αρχίσουν πάλι τον χορό της ζωής που τόσο τους έλειψε.


Η παρέλαση επάνω, σαν σκιά αχνοφαίνεται απ’ τον φωταγωγό, όπως παραδόξως επανεκκινεί το απόγευμα με το μαύρο νέφος, για να τους δώσει ρυθμό να χορέψουν, να τραγουδήσουν -- με αγωνία πώς περιμένουν του ξενυχτάδικου την απόμακρη ιαχή.


Σούρουπο, με τις βροχές αρχίζουν να μαζεύονται πάλι στην πάνω είσοδο φιγούρες κομψές. Όλοι έτοιμοι για ένα ποτό μεθυστικό, στην ξεχασιά βασιζόταν πάντοτε εξάλλου του πολιτισμού η εξέλιξις.


"Εβδομήντα τόσο ετών, κι ασχολείσαι με το πασχαλιάτικο άσπρισμα;" ακούγεται έξω στη λεωφόρο μια μεταλλική, μπάσα φωνή, κι ένα απ' τα ρόδα ανοίγει διάπλατα, πανέμορφη γίνεται βρύση, το δωμάτιο πλημμυρίζει απ' το μύρο που αναβλύζει και τους τσακισμένους μίσχους ορθώνει, το λιβάδι ξανά ποτισμένο στη δροσιά της αναγνώρισης που άργησε τόσο, μα τόσο πολύ.

Νέες Οδηγίες #335 Κάποιος έχει ξεχάσει να φωνάξει "Το βασίλειό μου για ένα άλογο"

 




έχουν βασίλειο όλοι

στέμμα, σκήπτρο, μανδύα και σπαθί


θρόνο που στολίζεται αργά

έξω υπήκοοι πιστοί τού βάφουν τα σκαλίσματα

με χρώματα διάφορα

και τα κολλάν στο κρύο εργαστήρι

πριν να στηθεί στο κέντρο



πάνε κι έρχονται μαντατοφόροι στο κόκκινο χαλί

που όλο μακραίνει

με το τέντωμα απ' τα βαρύγδουπα πέλματα

κι από τα πλαταγίσματα

άλλοι τιμές λαμβάνουν για το μήνυμα που φέραν

άλλοι αποκεφαλίζονται

και τίτλους άλλοι παραμονεύουν να σφετεριστούν


έχουν βασίλειο όλοι

έναν αητό, έναν γελωτοποιό κι έναν βεζίρη


το τελωνείο κι η τράπεζα

θρονιάζονται στα μικρά μας δωμάτια

με την κέρινη σφραγίδα αράδα οι φάκελοι

της κρατικής μηχανής μες το κεφάλι μας καλοκουρδισμένης

στα σπίτια τα φτωχά

στα σπίτια τα ενοικιασμένα

στις επαύλεις

στις βιοτεχνίες

στα εστιατόρια

στους αχυρώνες

και στα λιγοστά αεροδρόμια


έχουν βασίλειο όλοι

μια κουκουβάγια στο υπνοδωμάτιο, έναν επιστολογράφο, ένα μήλο


ένα καράβι με μαύρα πανιά σιμώνει

φυσούν αέρα οι υπηρέτες

με τη διαταγή, με την ανησυχία

ο αργαλειός στα σκέλια σταματάει

μα η ησυχία, η ουτοπία αυτή

στον βασιλέων τις μύριες πόλεις κατακρεουργείται


βασίλειο έχουν όλοι

μπουντρούμια, υπόγεια, αλυσίδες, τσιμεντένια λαγούμια


έτοιμος για φυγή ο βασιλιάς

πανέτοιμος για επανάσταση ο αυλικός

διστάζει ο αγρότης

στη σκέψη της προδοσίας του μυλωνά

διστάζει ο γαλατάς

με τον κίνδυνο της σφαγής της αγελάδας

φοβάται ο Πτολεμαίος

με τον οιωνό των στεφανιών

σφιχτοδεμένων με τα δίκτυα των ψαράδων της ευστοχίας

δειλιάζει η ακραιφνής καρδιά του άτεκνου

στην όψη του προσεγγίζοντος θρόνου στο βάθος



και ξάφνου μένει η πριγκίπισσα έγκυος

κι αρχίζει ο Χανς να επινοεί τη λογική

Νέες Οδηγίες #333 Μάντρα σε Ελάσσονα

 


[ΟΜ], ο ήχος του σύμπαντος

περιπλανιέται σε μια οκτάδα ελάσσονα

με τόνους, ημιτόνια κι υποδεσπόζουσες χαρές

[ΟΜ] στα τετρακόσια τριάντα δύο χερτζ,

αρπάζω όργανα πνευστά, φυσάω, φυσάω

του απειροστικού μου λογισμού την άγια αδυναμία

-ο Νεύτωνας οργισμένος με παρακολουθεί-

ανάμεσα σε έγχορδα κυλιέμαι ηδονισμένος,

παίζω κρυφτό στις αχανείς σπηλιές

πιάνων και βιολοντσέλων

-αγία παρρησία-



[τίμα τη θεότητα μέσα σου]

έλεγε θυμάμαι στο Θιβέτ

ο γκουρού τα πρωινά

στο άβατάρ μου

που δολοφόνησα στην μάνας μου τη μήτρα

μια μελωδία σε κλίμακα ράγκα*

ξεχασμένη, ακατανόητη

θέλω να χορέψω μα αλυσίδες χρυσές με συγκρατούν

και πώς να λικνιστώ σε εθνίκ ρυθμούς

αν μέσα μου προτιμάω τους τριγμούς



[Όλα τα όντα παντού ελεύθερα και ευτυχισμένα]

έλεγε το μεσημέρι ο γκουρού

κι όσο τα άφηνα να ελαύνουν

πρώτο εμένα έτρωγαν

ξεκινώντας απ' τη σκέψη τη δόλια, την υπερβατική,

και καταλήγοντας στο πρώτο πράγμα

που έμαθα να χειρίζομαι,

τα χείλη μου στη ρώγα.

-ο Δαρβίνος ακούει εκστασιασμένος-

όσο εμένα εξαφάνιζαν

με τη σειρά δαγκώνοντας τα ασυνάρτητά μου μόρια

κατά ορδές επέστρεφαν στο όρος για εκείνον



[είθε να εργαστούμε από κοινού για το καλό της ανθρωπότητας και να μη στρεφόμαστε ο ένας ενάντια στον άλλο]

ψέλιζε φοβισμένα σε μια απεγνωσμένη επανάληψη

του τέταρτου μάντρα

λίγο πριν τα ελεύθερα όντα

ολοκληρωτικά τον αφανίσουν



[καταστρέφουμε το κάθε εμπόδιο στον δρόμο μας]

τέλος εξέπνευσε ως κύκνειο άσμα

και τα όντα ελεύθερα όντας

ευπειθώς τον υπακούσαν.




*ράγκα - ινδική κλίμακα



copyright Χρίστος Ρ. Τσιαήλης

Νέες Οδηγίες #332 Η Σύγκριση


 



Καταδικασμένα στην αεικινησία τα όργανα ρυθμίσεων

με απόφαση κοινή

σαν νόμος απαράβατος.



Το μέτρο ευλύγιστο, καλοζωγραφισμένο

σε ένα χέρι ζαρωμένο

τις καμπύλες απειλεί

των ερπόντων κατοίκων της Χαρ.

Η ζυγαριά κρατάει πρακτικά

στο κέντρο μιας παρέας φιλοσόφων

σαν η κλεψύδρα στο αιδοίο κρυμμένη μιας χίμαιρας

συγκρατεί έναν επελαύνοντα στρατό μελανών γονιδίων

και το μοιρογνωμόνιο ανέμελο

χαράζει εναλλακτικές πορείες

ανάμεσα στα πλαστικά αθύρματα ενός θλιμμένου θεού.



Παγιδευμένα στα υπόγεια της πόλης

τα εργαλεία των κανονιστικών μετρήσεων

σε ένα ατέρμονο κυνήγι

για την ανάδειξη του δυνατότερου.

[δεν έπρεπε να αθωωθεί η νεαρά με τα ναρκωτικά, κι εγώ; - με τόσα πρόστιμα γι' ασήμαντες παραβάσεις, εγώ;]

εντεταλμένα φερέφωνα του σκοτεινού παλμού της γης

να σαγηνεύουν το επιστητό

και να εμπαίζουν την αλήθεια

για να είναι η σύγκριση αυτοσκοπός

και ο φθόνος αμβροσία,

μια μυρωδιά μεθυστική

χαρμόσυνη γιορτή στην πόλη

ήτανε πάντα η εξύμνηση του κακοραμμένου εγώ



Με τα όργανα να πάλλονται έντονα

με τις οθόνες τις ψηφιακές χαφιέδες αδηφάγους

της Χαρ οι κάτοικοι

τα τελευταία χρόνια -ευκτέον- γονυπετείς

να ψηλαφίζουν με συγκίνηση

τα χαμηλά συρτάρια

που δεν εφτάνανε παλιά

[πώς μπόρεσε, τι φίλος ήταν, έτσι κρυφά να κυνηγήσει τ' όνειρο κι εγώ να μην πετύχω;]

αγκυλωμένες τραμπάλες αργές

παρκούρ να κάνει η Ισορροπία παρακινδυνευμένο

σε κτίρια ασύμμετρα και μισοβυθισμένα

και ένα άλογο να χλιμιντρίζει

χρόνια νεκρό στη θηλιά του μόνου καθήμενου Δήμιου,

να ταλαντεύεται σαν Γιουγκιανό εκκρεμές,

με τις οπλές φλεγόμενες

να χαράζει την τύχη

στα μέτωπα των ικετών

με τα καπούλια να σπρώχνει στον Ταΰγετο

των λογικών τα παιδιά

[πατέρα, πατέρα, ποιος μας σύγκρινε τότε πατέρα, όμοιοι δεν ήμασταν ποτέ]

κι ένα αεροπλάνο,

ένα τεράστιο σκάφος μαινόμενο,

με πόδια και χέρια στο έδαφος βαριά

καλπάζει από τ' αεροδρόμιο

τη Χαρ να ισοπεδώσει

πριν ο πρώτος της Σύγκρισης πρωταθλητής

-ορθοστατήσει-

Follow me fb