Friday, November 28, 2008

πρόσκληση σε ποιητική βραδιά φίλης

Η Σοφία Κολοτούρου αντιμετωπίζει τη δυσκολία της με τους πιο απίθανους τρόπους και ακυρώνει τους διστακτικούς. Να διαβάσουμε όλοι αυτή την ποιητική συλλογή

Saturday, September 06, 2008

Πίσω από την κίτρινη γραμμή

І
Γύρω στα μέσα της επόμενης εποχής, μόλις πριν ξεγυμνωθούν τα ελάχιστα ντροπαλά φυλλοβόλα του περιβολιού της μαμάς έξω απ’ το χωριό, προβλέπω μέρες ηλιόλουστες...
- «Μπα, όχι βέβαια...Ούτε και σκόπευα ποτέ να σπουδάσω κάτι τέτοιο, θα σταματήσω το κολλέγιο αμέσως, με πάει πολύ πίσω...»
Τώρα τελευταία ανοίγουν για μένα δουλειές που θα άξιζαν σε άλλους πιο πολύ. Δε θα σταθώ τυχερός, το αρνιέμαι, ή, μάλλον, δεν θα αφήσω τη μοίρα να υπερισχύσει του ελέγχου και της επιθυμίας μου. Ορίστε, το είπα. Νοιώθω ξαλαφρωμένος, θα κάνω ότι θέλω, φέτος. Για το καλό μου και το καλό τους πρέπει να ηρεμήσω.
Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να περάσω ένα πάρα πολύ αγχωτικό καλοκαίρι πουλώντας συνέχεια ψεύτικο στυλ, προσποίηση υπέρ του δέοντος και λευκά ψέματα για το ποιος είμαι. Κατάφερα έτσι να πείσω ιθύνοντες της μόδας και μη, αλλά κυρίως αυτούς, ότι είμαι ένα καταξιωμένο μοντέλο. Έπεισα όλους τους καινούριους μου φίλους (αφού ταχυδακτυλουργικά, σχεδόν, εξαφάνισα όλους τους παλιούς που δεν μου έκαναν). Φυσικά και στους μεν και στους δε υπήρξαν και οι επιδεικτικά δύσπιστοι, οι διορατικοί, οι κασσανδρικοί, ή κοινώς, άμα θες, οι καχύποπτοι... (Λες κι ήμουν ύποπτος για κάτι). Και μ’ αυτούς τα έβγαλα πέρα...Τώρα νομίζουν ότι είμαι ένα πολύ καλό μοντέλο που δεν του δόθηκαν οι κατάλληλες ευκαιρίες...
Ειδικά αυτοί οι ιθύνοντες, οι προ του παρόντος αναφερθέντες, οι φωτογράφοι, δηλαδή, και οι στυλίστες και οι μόδιστροι και οι ιδιοκτήτες των πρακτορείων, έχουν προθυμοποιηθεί να με προωθήσουν χωρίς ανταλλάγματα.
...Χωρίς ανταλλάγματα! Λες και δε με ποθούν και δε θα έδιναν τα πάντα για ένα βράδυ στο κρεβάτι μαζί μου. Έκλειναν τις οδούς του λίμπιντο, για να μη γευτούν το μέλι που στάζω.
Σε παραλίες με μαγιό έβαζαν πετσέτες στα μούτρα με αφορμή τον ήλιο, για να αρνηθούν τη δικιά μου ακτινοβολία... Στις παραλίες γυμνιστών έβαζαν κουβέρτα στα αχαμνά τους να κρύψουν το ενδιαφέρον τους.
Όσο εγώ περπατούσα την πασαρέλα της άμμου.
Αντιστέκονταν.
Υποσυνείδητα είχαν συλλάβει τη μέθοδο προσποίησης που ανέπτυξα κι αμύνθηκαν. Στο συνειδητό τους όμως, ευτυχώς, εμφυτεύτηκε το σύνολο των εικόνων (πόζες, στήσιμο, εκφραστικότητα) ενός καλού μοντέλου... Και οι πιο πολλοί από αυτούς τους περίεργους ανθρώπους παύουν να ακολουθούν το ένστικτό τους, χαμένοι στις φοβίες τους, για να κυριευθούν από τη λογική. Κι έτσι προχωρώ με πλήρη αποδοχή χωρίς να δίνω τίποτα από εμένα.

II
...Γι’ αυτό προβλέπω πάρα πολλές δουλειές αυτό το φθινόπωρο, πάλι μακριά απ’ την οικογένεια μου, σε μια πόλη που θεωρεί το «εν μέρει» είναι μου να είναι μοντέλο, το συλλαμβάνει ως ολοκληρωτικό και αγνοεί παντελώς τον πραγματικό (σκόπιμα υποθάλποντα) μου εαυτό...
Οι δουλειές αυτές θα μου φέρουν πολύ χρήμα, περισσότερο απ’ ότι πέρυσι που άργησαν τα φύλλα να πέσουν κι εγώ περίμενα σα βλάκας τη φωτογράφηση για το ημερολόγιο που θα έβγαινε για το τρέχων έτος, αφού για το φθινόπωρο χρειαζόμουν δέντρα γυμνά!
Συγκριτικά με τα δέντρα της μαμάς μου, που είναι τα πλέον επιδεικτικά, τα δέντρα αυτής της πόλης είναι ντροπαλότατα και πέρυσι δεν είχα αμάξι, λεφτά για ταξί ή φίλους για να με πάρουν (μαζί με τη φωτογραφική μου μηχανή) σε χώρο εκτός, με κίτρινα φύλλα να σχηματίζουν φυσικό χαλί...
Φέτος δικαιούμαι μαθητική άδεια αυτοκινήτου. Έχω πάρει αμάξι με δανεικά λεφτά αφού φρόντισα να αποκτήσω και μερικούς πλούσιους «φίλους» και ελπίζω να τους τα ξεπληρώσω με τις δουλειές που περιμένω. Είναι παλιό το αμάξι, γαλάζιο σε αμερικάνικο στυλ, υπερμεγέθες σε σύγκριση με τα άλλα οχήματα που κυκλοφορούν σ’ αυτή την πόλη, εξαιρουμένων των μεταφορικών για προϊόντα και των λεωφορείων. Δύσκολα βρίσκω χώρο να σταθμεύσω. Νιώθω ότι η κίτρινη γραμμή στην άσφαλτο επάνω είναι σκόπιμα αδιάκοπη και αποτελεί μέρος του πολεοδομικού πλάνου που είναι η συμβολική έκφραση της υποσυνείδητης απέχθειας αυτής της πόλης προς εμένα, επειδή η ευμορφία του εξωτερικού μου περιβλήματος ξεγελάει τον πληθυσμό που τη διακοσμεί και την κάνει σημαντική, χωρίς η ίδια να μπορεί να αντιδράσει.
Η ανήμπορη πόλη.
Τα δέντρα στο πάρκο και στις αυλές.
Αλλά και πάλι, στο συνειδητό της κι αυτή η ίδια η πόλη που αποφορτίστηκε απ’ το δέκτη ενεργείας μου, με δέχεται και χειροκροτεί πολύ τακτικά, σε κλειστές αίθουσες, όταν έξω βρέχει, την παρουσία μου σε επιδείξεις μόδας.

ІІІ
Επί εβδομάδες εξιχνίαζα για να λύσω το μυστήριο της κίτρινης γραμμής, να βρω μια δίοδο προς ένα χώρο ευγενικό και καταδεκτικό, να παρκάρω επιτέλους να πάψω να οδηγώ ασταμάτητα, μέρα-νύχτα. Θα μου τελείωναν τα δανεικά που μεταποιώ σε καύσιμα και θα αναγκαζόμουν να παρκάρω παράνομα...
- «Πώς με κοιτάς έτσι λες κι αντικρίζεις τους Βαβυλώνιους κήπους μαραμένους και άχρωμα τα παραδείσια πουλιά;» της λέω, κι αυτή με το απέραντο κίτρινο κλισέ χαμόγελο, συνεχίζει το δρόμο της.
Στη δύναμη του νόμου πάντα ενδίδω, είν’ ο μόνος μου φίλος, ο μόνος αντικειμενικός κριτής που έχω, ο μοναδικός που δε με βλέπει σα μοντέλο, που δε με ποθεί... Λες η κίτρινη γραμμή να του είναι κάτι σαν... ερωμένη; Ή να θέλουν μαζί μου κάνα τρίο; Με τίποτα, το κεφάλαιο αυτό είναι κλειστό, μέχρι να ενηλικιωθώ. Το λέει η μαμά και το εννοεί. Αλλά η ίδια δεν με ενηλικιώνει με μια της κουβέντα, έστω, που δεν μπορώ να την φανταστώ, γιατί θα την έλεγα ο ίδιος στον εαυτό μου, θα παρίστανα τη μάνα μου με μια περούκα στον καθρέφτη και θα μου έλεγα, ας πούμε,
-«Από τώρα θέλω να αρχίσεις να σκέφτεσαι για το μέλλον σου με μια σοβαρή κοπελιά» Αυτό θα με πλήγωνε, σίγουρα, διώξιμο, κλωτσηδόν, αλλά πάλι δεν ξέρω αν έτσι θα ενηλικιωνόμουνα. Μα δε θα μου έλεγε κάτι τέτοιο ποτέ.
Γιατί κι η ίδια μου η μάνα με θέλει, το οιδιπόδειο της βλέμμα διαγράφει πορεία που μοιάζει με βέλος ευθυτενές και ταχύτατο, που σημαδεύει κατευθείαν στην καρδιά μου...
Η ασπίδα μου είν’ από χαρτί, δύσκολα αντιστέκομαι, γι’ αυτό πάντα τρέχω απ’ τη μάνα μου μακριά με κατεύθυνση προς το νόμο...
Η κίτρινη γραμμή δε με νίκησε και δε θα με νικήσει ποτέ. Απεγνωσμένος με πρησμένα μάτια από αϋπνία προχθές, καθώς ακολουθούσα παντού την πορεία της, είδα ένα πέπλο ομίχλης αριστερά μου να καλύπτει ένα χώρο μεγάλο που ήταν περιτριγυρισμένος με τείχη που το ύψος τους συνέπιπτε με το βάθος που βρισκόταν ο χώρος αυτός. Ένας χώρος γύρω στα είκοσι μέτρα πιο χαμηλά απ’ τη στάθμη που απλωνόταν, σ’ όλη την επιφάνεια της πόλης, η κίτρινη γραμμή. Σε δευτερόλεπτα μέσα, η κίτρινη γραμμή άρχισε να κλίνει προς τα αριστερά, να κατηφορίζει και ανεξήγητα να ασπρίζει. Αφού προχώρησα, πάντα οδηγώντας προς το κέντρο βάρους αυτού του δυσδιάκριτου επιπέδου, η λευκή πια γραμμή πήρε τη μορφή τετραγώνων και με τη δυσκολία οπτικής επισφράγισης να μ’ εμποδίζει, πλεύρισα ένα όγκο και με το δεξί χέρι έξω απ’ το παράθυρο άγγιξα μια λεία επιφάνεια μεταλλική.
Ήταν ένα αμάξι σταθμευμένο σε ένα τετράγωνο από λευκή γραμμή. Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι όγκοι στοιχισμένοι σύμφωνα με τα κριτήρια των κατοίκων αυτής της πόλης που κατάφεραν με θεμιτά ή μη μέσα να πάρουν άδεια οδηγήσεως μετά τα δεκαοκτώ τους χρόνια. Βρισκόμουν σε ένα τεράστιο χώρο σταθμεύσεως κι αν έβρισκα οποιοδήποτε τετράγωνο κενό, θα μπορούσα να σταματήσω και να σβήσω το αμάξι και να πάω στην γκαρσονιέρα μου, να κοιμηθώ επιτέλους.
...Αυτό έκανα και δε με πείραξε καθόλου που πήγα με τα πόδια και δεν πήρα ταξί αφού λεφτά δεν είχα δανειστεί για να τα μεταποιώ σε συμβολικούς αριθμούς αναγραμμένους σε ταξίμετρα που δήθεν μεταφράζουν τις αποστάσεις σε χρήμα λες και υπήρξε ποτέ το μέτρο απόστασης κριτήριο για το ποσόν αξίας της κίνησης (ή της ακινησίας). Αλήθεια, γιατί δεν αντιδρά ο Σύνδεσμος Μαθηματικών;

IV
...Με πείραξε όμως πάρα πολύ το γεγονός ότι το πρωί που πήγα να πάρω το αμάξι, είδα στο τζάμι κάτω απ’ τον αριστερό καθαριστήρα, αυτό που δε λειτουργεί μια κλήση που έλεγε ότι δεν είχα πληρώσει για το παρκάρισμα μου εκεί. Πώς να είχα δει με όλη εκείνη την ομίχλη τις απεχθείς συσκευές που απαιτούν κέρματα για ν’ αποτυπώσουν σ’ ένα αυτοκόλλητο χαρτί τον αντίστοιχο χρόνο δικαιώματος για παρκάρισμα;
Κι ακόμη περισσότερο με πείραξε που είδα τον πατέρα μου, που ξαφνικά βρέθηκε να εργάζεται ως αντιπρόσωπος του νόμου αυτής της πόλης, εν στολή, στην άλλη γωνιά του καθ’ όλα φιλόξενου αυτού χώρου, να γράφει κλήσεις σε παράνομους αγνώστους που δεν είναι μοντέλα, ούτε καν παιδιά του, και να τις τοποθετεί κάτω από καθαριστήρες που μάλλον δεν λειτουργούν κι όταν βρέχει δεν χρησιμεύουν σε τίποτα...
Σήμερα έπεσαν τα πρωτοβρόχια κι αυτό θα επισπεύσει αυτή την ανεξήγητη τάση της μερίδας των δέντρων, που δεν είναι αειθαλή, να ρίχνουν τα φύλλα τους. Που, βεβαίως, θα εξηγείτο ευκολότερα, αν οι επιστάτες έδιναν αρκετές πληροφορίες στους βοτανολόγους για να εξηγήσουν, πρώτα, γιατί τα αειθαλή κρατούν τα φύλλα τους αιώνια (με την κυριολεκτική έννοια του χρονικού επιρρήματος).
Οι επιστάτες.
Η επιστήμη.
Εγώ.

V
Αν γνώριζαν οι γονείς μου το αμάξι, δε θα με κατήγγελλε ο πατέρας μου. Κι αν δεν μάθω και τι κάνει εδώ στην πόλη, μακριά από τη μητέρα μου μετά από τόσα χρόνια, θα αρχίσω να νομίζω ότι τελικά η πόλη έχει μέθοδο.
Με ακάθαρτη συνείδηση τώρα απέναντι στον πολυτιμότερό μου φίλο, το Νόμο, πώς να έχω καθάριο και διαπεραστικό βλέμμα στις φωτογραφίσεις οποιασδήποτε εποχής, πώς να μοιάζω με το μοντέλο της τελευταίας άνοιξης και του καλοκαιριού; Μ’ ένα ημερολόγιο χωρίς έμψυχη συνοχή, πώς θα διατηρήσω την εικόνα που πρέπει να έχουν οι ιθύνοντες για μένα; Θα δικαιωθούν για την άποψή τους για μένα, θα μπορούν να την αποδείξουν με τη μόνη απτή απόδειξη, την παντελή πια έλλειψη φωτογένειας. Θα αρχίσουν να ζητούν ανταλλάγματα αφού θα πέσουν οι άμυνές τους, και θα ενδώσω, το γνωρίζω.
Κι αν πρέπει να περάσει λίγος χρόνος για να περάσει η εμπειρία αυτή της νόμιμης προδοσίας στο υποσυνείδητό μου για να λειτουργήσει άψογα το «εν μέρει» είναι μου, θα μπει για καλά ο χειμώνας και δε θα προλάβω το φθινόπωρο.
Η κίτρινη γραμμή.
Εύκολα μπορεί να καλυφτεί με κίτρινα φύλλα.
Πάω.
Αν σπάσει αυτός ο κρίκος της αλυσίδας, που ονομάζω πολύ καλές δουλειές με πολύ χρήμα, εφέτος, θα εκτεθώ, χρεωμένος όπως είμαι, και θα φροντίσουν οι «φίλοι» να μου πάρουν το αμάξι και θα μου μείνει η ξύλινη κάσα εδώ πίσω από το αναμμένο βαρέλι και μια φωτογραφική μηχανή αχρείαστη, αυτή με την οποία έκανα το ψεύτικό μου πορτφόλιο πέρυσι...

28/10/1997
© Χρίστος Π.Ρ. Τσιαήλης

Tuesday, August 26, 2008

(100 words = ekatolexon) There’s a town


There’s a town down there, sitting here I see it and a forest in there is. Standing I see more. Carriages parked, people motionless sitting on benches. There’s a town around a forest, green squeezed by grey. If there’s more to see they do not tell me, so I improvise, my eyes blink and wheels start moving tearing the forest with roads. People commence walking, collect the trunks, the branches, the leaves, building more benches, raising fences, rookeries, everything clear now, normality. There’s a town down there, no forest at all and I go back to my crayons set, oblivious...

(trnslt.
(108 λέξεις) Υπάρχει μια πόλη
Υπάρχει μια πόλη εκεί κάτω, καθήμενος εδώ βλέπω αυτή, και ένα δάσος μέσα της. Όρθιος βλέπω κι άλλα. Άμαξες παρκαρισμένες, άνθρωποι ακίνητοι καθήμενοι σε πάγκους. Υπάρχει μια πόλη γύρω από ένα δάσος, πράσινο να ξεζουμίζεται απ’ το γκρίζο. Αν υπάρχει κι άλλο να δω δεν μου λένε, κι έτσι αυτοσχεδιάζω, τα μάτια μου βλεφαρίζουν και οι ρόδες αρχίζουν να κινούνται σκίζοντας το δάσος με οδούς. Οι άνθρωποι αρχίζουν να περπατάνε, να μαζεύουν τους κορμούς, τα κλαδιά, τα φύλλα, να φτιάχνουν κι άλλους πάγκους, να υψώνουν φράχτες, υποστατικά, όλα ξεκάθαρα τώρα, κανονικότητα. Υπάρχει μια πόλη εκεί κάτω, καθόλου δάσος και πάω πίσω στη συλλογή με τα χρωματιστά μου, επιλήσμων.)

06/10/97
© Christos P.R. Tsiailis

Monday, July 07, 2008

UnpluggedWritings


Whereistherhythmoftheselines,whatthehellhappenedtoitsrhyme?Icannottellwordforlineandlineforstanza.Weusedtoreadandlikeit.Sometimes,secretly,Icried.Whatmouthhasdaredchewthemeaning?See,nowIdonotknowwhatIamreading.Istheresomethingbehind,hidden,orisitjustwhatweneed,deserve,toseethevanityofourpassionrisingandfallingliketune,wheninunpluggedconcerts,singersmakedo?Thatsnowballofpurity,didIthrowittoyou,orwasitsomeoneelse?IamsureIhavereadthispoembefore.
© Christos P.R. Tsiailis
(28-08-98)

Saturday, July 05, 2008

Robert James “Bobby” Fischer world citizen (despite USA)


Why, international chess master,
why all magistrate ingenuity wasted on a puzzling game?
What with the black king, what with the white,
what secret passion with the duo femme on the board roaming upright?

Some pusillanimity, perhaps?
of guns on bruised shoulders?
of chemicals and tubes?
of mice in a maze?

Who made the choice for you, genius, your dad? your mummy? a family doc?
a reputation paedomorphic haste?
your neighbourly mentor?

You and your kin,
so many thousands of years accusing Napoleon for fighting within self,
over and above trapeziums, against any polis, to boast that,
Black and White World Wars a, b, c, d, e, in ancient China
and then f, g, h, i, j, k l, m, n, o, p on plastic chairs,
all concluded in theoretical massacre.
A bless, Bobby, you would have said, yet,

So many giant- and nano-inventions not even thought of in time, or at all,
so much medicine in nature or in chemical combinations hidden in oblivion rivers,
not tested to save us from the viruses ever upcoming,
so many thoughts of Philosophy and Reason just to deny divine-like treason,
unborn of idle gins.
A bless, Bobby, you would have said, yet,
In your eyes Twin Towers were born and buried of two Queen Mothers,
a Jewish and a Settler,
so happy you were of their grief,
the pieces you shuffled on the board to commence Wars in medias res[1]and win still,
to show how you started your life just before the end,
as you renounced your USAan citizenship for the sake of the world,
as you renounced your sciento-perspective
for the sake of some Theatrical Paradox of Life and Dogs on Squares.
“Crush their mind”, Chicago 0 – 1 Reykjavik.


[1] From Horace. Refers to the literary technique of beginning a narrative in the middle of, or at a late point in, the story, after much action has already taken place. (http://en.wikipedia.org/)

© Christos P.R. Tsiailis

Friday, July 04, 2008

1619


1619, μνημόσυνο δε θε να γίνει ακόμη σ’ εκκλησιά
πίσω απ’ του βορρά το δέντρο που ξεσπόριασε απ’ του πόνου το φλέγμα,
που το ποτίζει το κλάμα και το λιπαίνει της θύμησης ο φόρτος,
γι’ αυτούς που κυνηγημένοι στη λίμνη του λιθίου έχουν κρυφτεί.

1251, βρήκαμε κι άλλον ένα συγγενή στο Μπελλαπάις κοντά,
η αγωνία του με ιδρώτα το ποτίζει
και τα κλαδιά απλώνουν μέτρο-μέτρο
κι οι ρίζες έχουν στερεωθεί.

980, βρήκαμε κι άλλους στης Σαλαμίνας τη ροτόντα
μα ο άνεμος της αναγνώρισης όσο κι αν φυσήξει,
οι κλάδοι του δέντρου που θεριεύει θα απλώνουν νέφος σκοτεινό,
χίλια εξακόσια δεκαεννέα φύλλα θα ’ναι ’κει.

523, βρήκαμε πολλούς, λίγοι μείνανε
βροχή το αίμα την πληγή θα πλύνει, μα η ουλή δεν φεύγει,
χίλια εξακόσια δεκαεννιά εχθρού κεφάλια στα φύλλα τυπωμένα,
σημαδευμένα με κόκκινο σταυρό, να μην πονάει η ψυχή.
2000

Thursday, July 03, 2008

Κάθε φορά που αγωνιώ



Κάθε φορά που μου ‘βγαινε σωστό ν’ αγωνιώ
επάνω σου τραβιόμουνα για να φτιαχτώ,
λες και το σούρουπο που σίμωνε
για να συνετιστώ δεν ήταν αρκετό,


Κάθε φορά που αγωνιώ
τη μορφή σου για να ξεχάσω βυθίζομαι στο σουρεαλισμό σου,
ένα πίνακά σου σκίζω από τα πόστερς του μουσείου τα φτηνά,
στραπατσαρισμένο καταπίνοντας τον πνίγομαι νοερά,
για να μου θρέψει την Γκαλά που γίνομαι ξανά για σένα,
λάγνα σε αγγίζω στο βιβλίο που το στήθος μου καλύπτει ανοικτό,
γιατί έτσι θυμάμαι γιατί έφυγες με το ξημέρωμα γιατί,
αδημονώ το μεσημέρι το κεφάλι πάλι να γυρίσω στο απόγευμα επιδεικτικά
με βήματα παρέλασης πίσω να επιστρέψω,
κι αν τελικά το είκοσι-τέσσερα κολλήσω στο μηδέν,
όλοι οι δείκτες μ’ ότι υλικό κι αν είχανε φτιαχτεί,
να υπερθερμανθούν να λειώσουν τα ρολόγια σαν αυγά
- Νταλί, να θυμάσαι ότι σε ερωτεύτηκα κι εγώ -
με το σκοτάδι και το φως και το σκοτάδι αν σβήσω

Κάθε φορά που αγωνιώ
αληθινά δεν θα υπάρχω για να ακροβατώ
-χωρίς κοντάρι-
στο αραχνοΰφαντο νήμα της ζωής μου
που το μισοφάγαν τα μυρμήγκια
ανάμεσα στο αίσθημα και την αναισχυντία,

Κάθε φορά που αγωνιώ
πραγματικά δε θα αναπνέω για να καίγομαι
στην παραλία των σκληρών βράχων
για να ξεπηδήσω από το στόμα του ψαριού, που ξεπηδάει από το στόμα του τίγρη, που ξεπηδάει από το στόμα του ψαριού,
που ξέχασα να ξελεπιάσω πριν αποκοιμηθώ,
στα τελευταία μεσάνυκτα αυτού του κύκλου...
(22-08-98)

Saturday, June 21, 2008

Το Μυστικό μιας Πολτοποιημένης Ντομάτας



Το μυστικό μιας επαφής χωρίς ύλη στην πέμπτη εποχή
αποκαλύφθηκε από σφραγισμένα χείλη, ωραιοποιημένη αποχή.

Πριν να σφραγίσουμε τα μάτια, ενδεχομένης απειλής,
στο χωρόχρονο της στιγμής αμοληθήκανε τα άτια.

Κάπου εκεί κοντά σε βρήκα κόκκινο, γλυκανάλατο υγρό της ενοχής
κι αφέθηκα να ανησυχώ, με πλύνανε κι ηττήθηκα,
τους όρους δεν τήρησα και γυάλισα, συνήλθα πια στεγνή…
διά να πέσω αμαχητί.

Στο ήττα της ντροπής, επισυνάψατε άρρενες θελειπόντες
πριν καν το τελικό σίγμα στον ορίζοντα φανεί, με αναβάτες Κόντες.

Θέλησα να σου είπω για το μυστικό
μα τώρα πια εκλείπω, ως ον εριστικό
και ψάχνεις κάτι άλλο, πιο χορταστικό.
11/8/00

Wednesday, June 18, 2008

Επιτέλους Ιθάκη


Πώς ένα μπουμπούκι κάποιου κάκτου σε γλάστρα μπαλκονιού
που κρέμεται να λέει τον πόνο του σε φτωχογειτονιάς το δρόμο,
ανεμοδέρνεται, τ’ αγκάθια το τσιμπάνε
και τα παιδιά χωρίς γονείς το φτύνουν και γελάνε
μα δεν πτοείται, αντέχει κι αναμένει άθικτο
για το όμορφο εκείνο πρωινό όταν θ’ ανοίξει
ισόρροπο στο άπειρο με τη γύρη να ερωτοτροπήσει…

Πώς τ’ αετού το τρίτο αυγό απ’ τη φωλιά όταν πέσει,
κυλάει σε γκρεμούς, χτυπάει σε πέτρες, σε κλαδιά
ποταμοί το παρασύρουν, στη θάλασσα να φτάσει,
κι εκεί σου σκυλόψαρου το στομάχι να εκκολαφθεί
και μόλις μ’ αναγούλες τ’ απορρίψει
σε βραχάκι για να ξεβγαλθεί
και τυχαία εκεί να βρει το ταίρι της καρδιάς του.
ισόρροπο στο άπειρο το γλάρο θα φιλήσει…

Έτσι κι εγώ, αετέ μου,
λουλούδι αφού με ονομάσανε,
άρπαξε με, θα κολλήσω στα στιβαρά σου πούπουλα
κι αν θύμηση έχεις όσο ψηλά και να πετάς,
στης φτωχογειτονιάς το μπαλκονάκι
θα μ’ αφήσεις, με τον κάκτο να αγαπηθώ.

Thursday, May 01, 2008

Every she is my mirror


Next mirror was lying that
she
was
none
like
me
No matter how I struggled
to blink

A mirror will always be there to remind me of
my
long
woolen
nose
So dry
To suffocate - I -
trapped in square argyle surfaces
© Christos P.R. Tsiailis
(22/07/96)

Sunday, March 02, 2008

οικουμενικό χάικου (5-7-5)

λείπει το χρώμα

λείπει και η πρόκληση

από το σύμπαν

Sunday, February 24, 2008

Πολιτική Ακροστιχία


ΑΡΧΟΝΤΕΣ
ΚΑΙ
ΥΠΗΚΟΟΙ
ΡΑΠΙΖΟΝΤΑΙ
ΟΜΑΔΙΚΑ

ΛΟΙΠΟΙ
ΕΛΛΑΝΟΔΙΚΕΣ
ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ
ΚΑΙ
ΟΡΓΙΖΟΝΤΑΙ

Tuesday, February 19, 2008

πολυσύλλαβο χάικου


οι ημέρες όσο κι αν λευκαίνουν,
στο οδόστρωμα ο πάγος το μακάβριο κρύβει
που οι νύχτες νέγρες παραδέρνουν

Friday, January 18, 2008

αυτό θα γίνει ποίημα (18/01/08)


Μπορείς λίγα δευτερόλεπτα να διαθέσεις,
για το κλάμα ενός νεογέννητου ερωτηματικού;
(-)
Μόλις γεννήθηκα και έμαθα πως πρέπει να πεθάνω, ψέματα θα σου λέω για λίγο ρωτώντας σε αυτά που με τρομάξαν. Αλήθεια είναι πως μόνο αυτοί που γράφουν ημερολόγια ή σκέψεις σε χαρτί διαβάζουν ποίηση; Γράφω κι εγώ, μου λες, κι όσοι με διαβάσουν, μου λες, αμέσως μετά μου λένε :
"Α ναι, έγραψα κι εγώ κάτι, δες το και πες μου τι νομίζεις"

κι όλα αυτά πεζή τα λέμε.

γιατί εγώ δεν είμαι ποίημα!

Αχ, να χαλούσε η τηλεόραση από ότι είναι και να φτιαχνότανε απαρχής με νέες εκπομπές που να μιλούσαν και για μένα που τώρα γεννιέμαι με αίματα και κίτρινο αμνιακό υγρό που τσιγάρο μυρίζει και αλκοόλ. Πόσο θα ήθελα, κύριε, να με βλέπατε σαν το μικρό αυτό κομματάκι γραφής που σαν άρωμα φοριέται κι η μυρωδιά του μένει στην ανάμνηση μεταφερόμενο στου εγκεφάλου τους ιππόκαμπους απ’ τους κυρίαρχους νευρώνες των αμυγδαλών. Και ήδη, θα το είδες, γνωρίζω ανατομία εγκεφάλου χωρίς να τη διαβάσω πουθενά, την φέρω.

αλλά δεν είμαι ποίημα, καθόλου!

-Έτι πεζότερον τις ψυχές με χάπια να ιατρεύεις -

Είναι κανείς που ξέχασε ποτέ
τη μυρωδιά του "Σατραπεία";
ή το βάρος του στίχου
"η γης δεν έχει κρικέλια να τη σηκώσουνε και να φύγουνε";
ή το μέταλλο του
"ώ κοινόν αυτάδελφον, Ισμήνης κάρρα";
Τα θυμάσαι, μου λες.

εγώ δεν είμαι ποίημα σου λέω!

Τέτοια να θυμίζανε στους αναγνώστες, και χρήμα ας έπεφτε στην ποίηση ξανά, το ίδιο κέρδος θα απέφερε στους πλούσιους ιθύνοντες και τους επιτηδείους διακινητές του λόγου του οπτικού.

πια δεν είμαι ούτε πεζό –αμφιταλαντεύομαι-
[ένα τάλαντο δώσε και αποχωρώ]

Να κάνανε reality show με ποιητές (δεν εννοούνται τρελοί και καταθλιπτικοί χαραμοφάηδες, αλλά υποσχόμενοι νέοι ή και ωριμότεροι που τη φλέβα ίσως ανακάλυψαν του ελληνικού ταλέντου μέσα τους)
-γιατί η ποίηση περί αυτού πρόκειται-
και να έβλεπε ο κόσμος μια αναβίωση του λόγου θεαματική. Ο λόγος ο ελληνικός υπάρχει μα δυστυχώς σε κύκλους κλειστούς διακινείται, σε μια κοινωνία χαμένων ποιητών να παλεύει με θυμό τους χαμένους αναγνώστες.

εγώ θα γίνω ποίημα,

αν διαβαστώ σωστά θα μεταμορφωθώ,
αν διαβαστεί αρκετά ο λόγος μου θα ανυψωθώ,
αν πεινασμένα διαβαστώ με οργή,
θα θεριέψει ο ρυθμός,
θα αναβράσει το πεζό
θα καλέσω το ίδιο εικόνες να με ομορφύνουν,
θα ερωτευτώ παράφορα το Σύμβολο,
θα καταλάβω πανηγυρικά και τη Μεταφορά,
κι από τη σύνεση συνάμα θα καταληφθώ,

δεν έχει πεζότητα το ποίημα, λένε,
έχει ποίηση το πεζό.

μην ανησυχείς, ποιητή,
εγώ δεν είμαι ποίημα,
αλλά θα γίνω.
(18/01/08)

© Christos P.R. Tsiailis

Tuesday, January 15, 2008

"Κινδυνεύουν"


“Τι θες;”

Έλα, φίλε, μαζί μου θα περάσεις καλά.
Έλα, θα πάμε αλάργα,
στο βυθό θα ερωτευτείς,
στα ύψη θ’ αναπνεύσεις.

«Μα, κινδυνεύουν!».

Ποιοί;
Κανέναν δε βλέπω, πουθενά!
Έλα, μη διστάζεις, μη μένεις στα ρηχά.
Άρπα το χέρι μου σφικτά.

«Κινδυνεύουν λέω»!

Ας τους αυτούς, να μην τους ξέρουμε.
Πάμε σου λέω, άλλα μας περιμένουνε.

«Εγώ φεύγω, κινδυνεύουν.
Έρχεται ο Αρμαγεδδών και δεν γνωρίζουν.
Φεύγω, να πας μόνος σου στην άλλη ευτυχία.
Εμένα με βασανίζει η ανησυχία.
Κι αν άγνωστοι είναι σε μας,
πνίγονται στα βαθιά νερά,
τόσο θάλασσα είν’ η άγνοια,
που κινδυνεύουν από σώματα ουράνια.
Κινδυνεύουν, γι’ αυτό φεύγω.»

Μα κι’ αν τους το πεις,
κινδυνολόγο θα σε πουν,
Κασσάνδρα θα σε γιουχαΐσουν.
Ο κομήτης ούτως ή άλλως θε να ‘ρθει.
Κι’ είν’ η δύναμη του τόση,
Που η γη κι αν δε ματώσει απ’ τον πυρήνα,
Άνθρωποι στο νότιο
ημισφαίριο δε θα μείνουν
Κι’ ούτε μάρτυρες για όσα γίνουν.
Μη τους δίνεις σημασία,
Μας περιμένει η ευτυχία.

«Έρωτας για μένα είν’ η ζωή,
κι αν πέθανα κι’ είμ’ άγγελος,
οι άνθρωποι είν’ για μένα αναπνοή».

Κάποια μέρα πρέπει
κι’ αυτοί να πεθάνουν.

«Ο βερμπαλισμός σου
κι η αναισθησία όλη
Έτι περισσότερο,
εδώ ψηλά,
με έχουνε παγώσει.
Σκέψου, όλοι αν πεθάνουν,
οι άγγελοι τότε τι κάνουν;
Το παιδάκι που βλέπεις
στο ημίφως να κοιμάται,
φύλακάς του είμαι άγγελος,
και κινδυνεύει αν δεν πάμε».

Κι αν θα ξέρει το θάνατό του,
τι θα το κάνεις το δάκρυ που θα δεις,
το γλυκό προσωπάκι ν’ αλμυραίνει,
σίγουρα αφού ο κομήτης
θέ να το σκοτώσει;
Έλα, άγγελος μην είσαι πια,
μηνύματα μην παίρνεις,
απάνεμος κι αέρινος βοριάς,
αόρατος στην όψη του Όντος θα γενείς,
μαζί μου αν ενωθείς.

«Τα λόγια σου αγνοώ,
τις προσφορές σου φτύνω,
Πέθανα για να ζήσω αιώνια,
δεν θέλω να ξαναγεννηθώ
για να πεθαίνω με κάθε ανάμνηση.
Για να σε διασκεδάσω θα σου πω
ότι με διακατέχει η συμπόνια.
Δεν είναι καν καθήκον μου να μείνω,
Μα ούτε για μια στιγμή
το βλέμμα αλλού δεν θα γυρίσω.
Κι άμα θα ξέρουν πια,
είναι στο χέρι τους το θαύμα,
ο κομήτης δεν είναι παρά ένα κράμα.
Κινδυνεύουν, έχε γεια»!!!

... ... !!!

26-09-1995

Friday, January 11, 2008

Γιε μου τη Μάνα σου, Μάνα το γιο σου (01/09/2005)




Μιτσής ψευτοπαλλίκαρον
που τζιείνους τους αδρώπους
π’ ακουούσιν τους φίλους τους
τζιαι κάμνουν της κκελλές τους,
πάλε χαπάριν έπιασεν
ν’ αφήκει τη δουλειάν του
τζι αππώθηκεν τζι εφώναζεν
τη μάνα του εξιτήμασεν
σύξηλην επαράτησέν την
τζι’ άγνωστους δρόμους έπιασεν...

Να πάει θέλει πιο μακρά
που το χωρκόν του αλάρκα,
να μεν ειβλέπει πιον θερκά
στον ύπνο, του τες νύχτες
να τον ακκάνουν άγρια
σιήλλες φαρμακορίχτρες.

Πρώτη φοράν που η μάνα του
ένοιωσε να ραϊζει,
μεσάνυχτα εσσιάστην τον
στο πρώτο το σκαλίν να κουτσουβλά,
κρυφά να ξεπορτίζει.

Μα τούτον της το ράϊσμαν
της γης το βάρος ούλλον
ποττέ της εν το έδειξεν,
μεσάνυχτα εσσιώπησεν
τζιαι μέσα της βαθκιά
ο πόνος της εκρύφτην.
Σα μάνα τον εφύλαξεν
κρυφά να γίνει τοίχος
να χτίσει μέσα της βαθκιά
τη δύναμη της ώρας...

...Της ώρας τζιείντης άγιας
που ο γιος της πιον εννάρτει
τζι έννα της πει ούλλον χαράν
θωρώντας τη με ύφος
δίχα σιημμένην την κκελλέν
δίχα να ντρέπεται
δίχα να πει συγνώμην

«Μάνα πάντα εθθυμούμουν σε!»

Τζιας επεράσαν γρόνια
τζι ας μεν της έστειλεν ποττέ
με γράμμαν
με μιαν κάρταν..

Μα τζιείντην ώραν το πρωίν,
που έννα ακροφανεί ο ήλιος,
το ‘φτιν το τζιμισμένον
τον κόκοραν που εννά κρωστεί,
το μμάτιν έννα πεταχτεί
γεμάτον που γαρίλλαν,
πρώτη βολάν ανήσυχον
τζιαι υποψιασμένον.

«Κάποιος εννάρτει σήμμερα,
τωρά, πού εν’ η φορεσιά μου,
που ένι το μαντήλιν μου το παρταλόν?»

Η μάνα ούλλον δύναμην,
τζιείνην που φύλαξεν
που τζιείντα μεσάνυχτα
μέραν τωρά την φκάλλει
τζιαι λέει του μ’ αγάπην
που μέσα που την πόρτα
που ήτουν κράνοιχτη,
πριχού τζιείνος πατήσει
το τελευταίον το σκαλίν,
τζι ακούστηκε πιότζει που το γιον,

«Ξέρω το, γιόκκα μου, τζι’ εγιώ»

τζι’ αγκάλλιασεν τον πρώτη...

Thursday, January 10, 2008

000 (23/10/2005)




τα ακουστικά μου...
να μη γυρνάει το κεφάλι δεξιά
να μη σ’ ακούω από αριστερά

η μουσική μου παρωπίδα
η παροδική ωδή

πήδηξε μαζί μου στο κενό
του ήχου το απόλυτο σκοτάδι
του μοιχού το παξιμάδι

... στροβιλιζόμαστε

φανταζόμαστε τη μελωδία μαζί
χαίρεστε εσείς, που το κενό μας ξαναφτύνει

ευτυχία - δυστυχία
χαρά,
και ακολασία
η εφημερίδα δεν εκδόθηκε,
την Τρίτη πια

τέταρτη Τετάρτη του μηνός
τα γενέθλιά σου
ποιο δώρο θα προκαλέσει πάλι, το κενό...

φανταζόμαστε μαζί τη λογική πώς μοιάζει
χαίρεστε εσείς, που το κενό, μας ξαναφτύνει

να πάρω μαζί μου τα κιάλια
φανάρι φέρε
κόκκινο - μαύρο
σ’ εκατομμύρια κόκκους ψηφιακούς

το νεγράκι κοιτάει σιωπηλό
κάτω στο βάθος του κενού, με κόκκινο σκουφάκι

...κατευθυνόμαστε

φανταζόμαστε μαζί και τις εικόνες
χαίρεστε εσείς, που το κενό, μας καταπίνει

Thursday, December 27, 2007

Philanthrope Nouveau (25/12/2007)


Στην επόκ του «τίποτα για κανένα»
με τα πανό να αναγράφουν «τα πάντα για εμένα»,
Φιλανθρωπείς όταν λόγια δεν πουλάς.

Αλαφιασμένος και αλλοπαρμένος
στο φτηνό χρυσάφι,
στο ακριβό πετρέλαιο,
ανοίγεις τη δική σου τρύπα να κρυφτείς
κρύβεις τα δικά σου ανοίγματα για να σωθείς
και δίνεις τη δική σου ρακοσακούλα να εξιλεωθείς.
Φιλανθρωπείς όταν τα μεγαθήρια δεν ταίζεις.

Στην κοινωνία του αλλά, του αν, του θα,
με τα Μέσα να μεσάζουν το μενταλιτέ σου,
Φιλανθρωπείς όσο λιγότερο αγοράζεις.

Ξεγελασμένος και αλλόφρων
στο μεταλλαγμένο λάδι,
στο τέλειο μήλο,
-χωρίς χώμα αληθινό, χωρίς νερό-
σκαλίζεις στη μοναδική σου γλάστρα μια αγγουριά
και μοιράζεσαι το αγγούρι με το ξεπεσμένο περιστέρι.
Στο απρόσμενο συναπάντημα με τη νέα αλήθεια
Φιλανθρωπείς όταν από τα πάντα προστατεύεσαι.
Φιλανθρωπείς όταν από τα πάντα απομακρύνεσαι
© Christos P.R. Tsiailis
(25/12/07)

Μπεναζίρ Μπούτο, Αν Προλάβω



Μόλις ενημερώθηκα για την αιώρηση που έχεις αρχίσει,
Μπεναζίρ,
μόλις που προλαβαίνω την Ακρόπολη να τρέξω.
Με πρόλαβαν οι καλπάζουσες εικονικές ειδήσεις στο απογευματινό τροχάδι,
έχουν απολυθεί οι έφιπποι αγγελιοφόροι.
Σκοτεινιάζει η αποφράδα μέρα,
είμαι ντυμένος στα λευκά,
κανείς δεν θα δει να αγκαλιάζω τις χοντρές λευκές κολώνες,
μόνο ένα μικρό βρέφος
στην κύρια είσοδο παρατημένο
το σάνδαλό μου θα ακούσει
στο αέτωμα να ακουμπάει.

Από δω θα περάσεις,
Μπεναζίρ,
καλά το είχες προβλέψει,
έχοντας ζήσει τη ζωή που έζησες.
Όσοι την έζησαν ετούτη τη ζωή,
από εδώ περνάνε.

Ο επαναστατικός φυσάει απ’ το στόμα του φιλοσοφικού ανέμου,
Μπεναζίρ,
πες το στα αγάλματα που λείπουν,
πες το επίσημα,
ήσουν νόμιμη επαναστάτης,
πες το φωνακτά όπως περνάς.
Εδώ είμαι να καταγράψω,
φώναξε το στην Αθήνα,
θα το πει στην Αθηνά,
φώναξε την οργή του θανάτου σου,
φέρε εδώ την ορμή της έκρηξης από το Πακιστάν των καμικάζι,
μα πες μου,
από αστέρι που από μισοφέγγαρο γεννιέται,
εσύ τι περιμένεις?

Σε είχα ερωτευτεί για μία στιγμή πριν χρόνια,
Μπεναζίρ,
το όνομά σου έσταζε γλυκά επάνω μου,
απ’ τον ιδρώτα του μόχθου ενός λαού,
όπως τις σελίδες μανιωδώς γύριζα
των πολιτικών βιβλίων.

Δεν διαβάζω πια,
Μπεναζίρ,
σταμάτησα με τον εξορισμό σου,
άσπρισα στη Δύση,
κιτρίνισα στην Άπω Ανατολή,
στη Γη του Πυρός κοκκίνισα.

Μόλις που προλαβαίνω να κουρνιάσω στο αέτωμα,
πριν περάσεις από ‘δω
και ύψος πάρεις.

Κανείς το Θιβέτ δεν προτιμάει,
Μπεναζίρ,
το Έβερεστ είναι σύμβολο φαλλικό,
αφανείς ορειβάτες το ανεβαίνουν
για να διαστέλλουν
των μικροεπαναστάσεων τις εντυπώσεις.

Μα όχι, εσύ αλλού ανέβηκες,
Μπεναζίρ,
κι ανέβασες το νόημα της ουσίας,
γυνή ούσα,
σε θρόνο δύσκολο,
από ‘κει για χρόνια αγναντεύεις,
κι ίσως ποθείς
το άνδρο των ηρώων,
το κενό αέτωμα.

Το ισοσκελές τρίγωνο ετούτο
που ψάχνει απαρχής κοσμογονία,
φλερτάρει σαν αιδοίο το νέο είδος ανθρώπου
που εξελίσσεται τον τελευταίο αιώνα,
αγάλματα του Χόμο Ντιτζιιτάλις φτιάχνονται,
παράλληλα με τους νέους μύθους φιλοτεχνούνται.

Η Βρετανία δεν γνωρίζει,
Μπεναζίρ,
δεν αντιλαμβάνεται
την ασημασία του συμβόλου που κατακρατεί,
δεν ξέρει πιο σκοπό εξυπηρετεί,
δεν ακούει τον Ορφικό ύμνο
που ψιθυρίζεται απ’ τους Κινέζους και Ιάπωνες τουρίστες
στους διαδρόμους του Μουσείου,
δεν ακούει τα κοροϊδευτικά γέλια
των μελαμψών τρομοκρατών
που η ίδια ταΐζει.

Πόση ώρα επέζησες στο νοσοκομείο?
Πόσα λεπτά την άχνα σου διαπραγματευόσουν?
Πόσες ανάσες,
Μπεναζίρ,
για να αξίζουν οι είκοσι αθώοι που σε ακολούθησαν,
και οι άλλοι εκατόν τριάντα εννέα
στην προηγούμενη επίθεση,
που κέρδισες στις διαπραγματεύσεις
με τον αργόσχολο του Άδη απεσταλμένο?

Πώς ήταν η εξορία,
κυρία Μπούτο,
γιατί δεν πέρασες από τη χώρα μας,
να σε γνωρίσω ήθελα,
εδώ τριγύρω που τρέχω
στον περίοπτο λόφο σε περίμενα,
θα σου έλεγα για τη διαδήλωση,
θα σου έδινα επιλογή,
θα ήσουν ηρωίδα,
τρισάξια υποψήφια για αγαλματοποίηση,
αφού συνειδητά σήμερα
θα πρότασσες το ατσάλινό σου στήθος
στους συμφεροντολόγους ταραξίες.

Το 1979 άρχισες την αντίστροφη μέτρηση,
κυρία Μπούτο,
στη θέση του πατέρα η κόρη σπανίζει να είναι,
μα αυτό γίνεται όταν ο υιός αδυνατεί.

Όσο κρατήσει μια κόρη πριν φαγωθεί.

Μια κόρη τη μοίρα της εύκολα γράφει,
ένας κούρος μυστήρια αδυνατεί.

Σε παρακολουθούσα,
Μπεναζίρ,
μία συμφωνούσα, μια διαφωνούσα.
Σε θαύμασα,
Αγέρωχη, Σιδηρά,
σαν τις παλιές, καλές πανμήτωρες,
τις Θεότητες, τις Βασίλισσες, τις Αυτοκράτειρες,
άντρες στην όψη σου έσκυψαν το κεφάλι,
άντρες γονάτισαν,
ξάπλωσαν μπρούμυτα,
ξάπλωσαν ανάσκελα,
ξάπλωσαν για πάντα.

Εδώ, σε τούτο το τέλειο σχήμα,
Μπεναζίρ, αν προλάβω
τέτοιο άγαλμα θα βάλω
να απεικονίζει τις καινούριες μάχες της ελευθερίας,
της ευρύτερης παγκόσμιας ελληνικής επικρατείας,
Ω, σύγχρονο πνεύμα ειρήνης νεογνό,
η Μπεναζίρ δεν οδηγήθηκε από ‘δω,
πήρε απευθείας ύψος.
© Christos P.R. Tsiailis
27/12/07

Saturday, December 22, 2007

Ραΐσματα

Πάς τη γωνιάν του ομπροστινού
του τοίχου του σπιθκιού μας,
αγάπη μου μα εν είδες
το τσάκρισμαν του γύψου που εσσιήστην?

Επήρεν με τζιαμέ ο ρόκολος πριν λλίον
τζι αρκίνεψα τζιαι φώναζα του γέριμου,
μάγκου μου ενόμιζα
πως ήτουν η ζημιά που τζιείνον
Αμμ’ ύστερα εκατάλαβα
πως έρεξεν ο σσιίρος
του γείτονα που χτίζει.
της κόρης που την άλλην.
Ίνταλοϊς ενόμισεν τούτος ολάν πως χτίζει?
Έννα το σύρει πάνω μας
το γέριμον που ζιούμεν?

Έστειλα που λαλείς, γεναίκα, τον μιτσήν
χαπάρι νούσιμον να πάρει που ποτζιεί
μέμπα τζιαι πάω γιω ο ίδιος
τζιαι τσακκωθώ μαζί με τους αρκάτες.
Μα άρκισεν.
Άρκισεν, τζι’ ο γέριμος ο γιόκκας σου
ένει τζιαι λλίον φοϊτσιάρης!

Λαλείς να πάεις που γυρόν
που πίσω που το σόσπιτον να ποσσιεπάσεις?
Αν πάω γιω τζιαι δω ποτζιεί
τίποτες παράξενον να συββαίννει,
σαν τούτα πούδειγνεν εψές στα νέα
με τους μιτσιούς τζιαι τους καλαμαράες
εννα γινώ φονιάς, τζιαι ξέρεις με.

Τράβα, δε, τζιαι μεν μου πεις,
βάλε φωνήν να έρτει ο μιτσής,
ιντα τους είπεν να σου πει,
τζι ίντα μπ’ αποκριθήκαν.

Τζι εγιώ ‘ντω μεταξύν,
τον τοίχον θα σου σάσω
τζιαι θα σου τον ασπρορογιάσω,
με γύψον πιο καλόν
που τζιείνον που εβάλαν.
Άσπρον θα σου τον κάμω
τον τζιτρινισμένον σου,

φτάνει να μεν ηξέρω.
13/4/2007

Thursday, December 20, 2007

Το Λάϊν με το Νερόν (πολυσύλλαβο χάικου)

Το λάιν με το νερόν μιτά εν καϊλούσιν,
κρώστου τα κλιματόφυλλα που πας τη βράσιν τιτσιιρίζουν
Πριχού με το ρύζιν τα γεμώσεις τζιαι τον κεϊμάν.

20/12/07

Monday, December 17, 2007

Λογιοκτονία (πολυσύλλαβο χάικου)

Κι εσύ, τεχνοκτόνε λογοτέχνη,
πόσο περίτεχνα η ματαιοδοξία σου καθρεφτίζεται
στις ενίοτε πανέξυπνες και αλάνθαστες πλοκές.
17/12/07

While I was Scratching your Car (multisyllable haiku)

I hate to admit, brother, that,
while I was scratching your car
someone did mine.
17/12/07

Friday, November 30, 2007

Παλίνδρομη Νόηση Ευρωπαϊκή


Χτίζοντας κάθε Κυριακή
του Λάνσελοτ το κάστρο νοητά,
καπέλο σε αμμοκόρη Φραγκοσυριανή
βαλσάροντας σε αίθουσα μπαρόκ αισθητικής
το Αιγαιακό μοτίβο νοσταλγείς.
Δευτέρα πέφτει στο κάστρο άστρο αληθινά.

Βάζεις ευχή
μπας και παύσει ο μαέστρος
να διευθύνει την ευρωπαϊκή μικτή Συμφωνική.
Για έξι ημέρες δεν συμφωνείς.
Κάθε έβδομη ξανακτίζεις.
Πρέπει το κάστρο να σωθεί?
22/6/96

Tuesday, November 20, 2007

Η Άρνηση του Αντίχριστου.


Κληρονομιά μοναδική
απ’ όσους προηγήθηκαν οικείους
του ενός παππού Μου το βιβλίο.

Του πατέρα του πατρός μου ο Υιός Εγώ
το βιβλίο των βιβλίων να διεκδικώ.

Δίχως τίτλο και ατέλειωτο,
ο παππούς εκάλεσεν τοιουτοτρόπως
τον επίλογο να γράψω
της αρσενικής ετούτης τριγενίας.

Να διαβάζω εξεκίνησα,
μα στις παραγράφους προχωρώντας,
τις σελίδες εκστασιαζόμενος αργά φυλλομετρώντας,
για να φτάσω στο παρόν που δεν υφίσταται,
αισθάνομαι μια κίνηση ανάλαφρη, άηχη.
Αγνοώ.

Για αιώνες να διαλογίζομαι επίλογο πασχίζω,
μα όσο εισχωρώ στο νόημα,
όσο τα χιουμοριστικά του δίστιχα αποκρυπτογραφώ,
στης νιότης του για να διεισδύσω το χρήσιμο κόπο
διακρίνω τη σκιά της σκιάς του τίποτα να καιροφυλακτεί.
Ξεσηκώνομαι.

Ένα απέθαντο μυρμήγκι εκεί μέσα εγκαταστάθηκε,
που απ’ τον πατέρα Μου, το πιθανότερο, έχει διαταχθεί,
που δεν κατάλαβε γιατί δεν επιλέχθηκε εκείνος,
το βιβλίο πριν από Μένα να τελειώσει.

Και απαντάει ο Μέλανας Ψυχολόγος,
ότι είναι απλά ακόμη ένας πατέρας που ακροβατεί
στα λαδιασμένα σκοινιά του πατρικού προτύπου,
που εκδικείται με το σπόρο του τη φύση.

Ένα μυρμήγκι το άγονο πλέον σπέρμα του,
θα φάει χαρτί να θρέψει, να φιλοσοφήσει.

Ένα μυρμήγκι παρελθοντοφάγο, αιρετικό,
δαγκανωτό κι οκτάποδο σαν όλα τα άλλα,
με μια τεράστια φωλιά στου Γολγοθά τα έγκατα,
απ’ το πλευρό μ’ έναν ατελείωτο ομφάλιο λώρο
με τα σωθικά μου ενωμένη.

Ένα απολειφάδι ον ταγμένο μόνο του να τη γεμίσει,
μικροσκοπικό, μόνο του μια στρατιά,
κι Εγώ άοπλος με τετραποδισμό πλασματικό
να προχωράω διαβάζοντας αλαφιασμένα,
μην Με προλάβει
να ετοιμαστώ για να προλάβω
το δικό Μου Ερχομό.

Κλέβει αλόγιστα τις λέξεις,
Τη φωλιά ακατάπαυτα γεμίζει,
κρύβει τη γνώση απ’ το φως.
Κι αν φτάσει και περάσει
αυτά που δεν έχω διαβάσει,
κάπου στο Μεσαίωνα θε να χαθώ,
να εξανθρωπιστώ.
Στο ίδιο σκοινί θ’ ανέβω,
να αναγκαστώ το σπόρο μου να δώσω,
να λογικευτώ τη γήινη λογική,
στη γήινη βαρύτητα ισορροπώντας.

Λίγες αδιάβαστες σελίδες απομένουν,
και οι πλίνθινες προφητείες επιμένουν
τερατοτρόπως το παγκόσμιο μενταλιτέ να κανονίζουν.

Θα στήσω καρτέρι στο παρόν Μου,
την απειλή ακούνητος θα περιμένω,
θα αφουγκραστώ τον ήχο της σιωπής του να σιμώνει
θα σβήσω τη σκιά της σκιάς με ένα φύσημα απαλό,
με μια ανεπαίσθητη του αντίχειρα πίεση στο χαρτί.
Θα ρίξω μέσα στη φωλιά
όσο γραφτό ανέπαφο έχει μείνει.
Θα κόψω τον ομφάλιο λώρο
με το ψαλίδι του Λευκού Γιατρού.
Έχω ήδη αρνηθεί, Παππού.
Έχω αρθεί,
Έχω αυτοκαταργηθεί.

Κι ενώ το βιβλίο κτυπάει στους υποχθόνιους βράχους
και με το επιστρέφον χώμα απορροφάται,
συν τω χρόνω ταπεινά θα γεννηθώ,
κι ας μη γράψω του βιβλίου τον επίλογο εγώ.
Ας μη γίνω Ο Ένας.
Το μυρμήγκι λειωμένο ας θαφτεί,
έτσι θα γίνει
ένα στίγμα ακόμη στο βιβλίο του παππού...
© Christos P.R. Tsiailis
23/7/96

Wednesday, November 14, 2007

Οδύνη, Οδύνη Γαργαλίστρα



Όλοι έχουν φύγει απ΄ τη γιορτή.
Δεν έμεινε τίποτα, κανείς να μας ακούσει.
Υγρού εμετού και ιδρώτα μόνο η μυρωδιά
Νάυλον σκισμένα και χαρτιά
Η όψη στιλπνή της στάχτης στο πάτωμα υγρής.

Ότι που τα φώτα σβήσανε,
Δεν φεύγουμε κι εμείς, στην τσάντα ο πόνος;
Υαλοβάμβακες σκισμένοι,
Να φύγουμε, μην ακουστούμε άλλο.
Ήταν, το γνώριζες, μονονύκτιο το γιορτάσι.

Γιατί απλώνουμε τα χέρια
Αγγίζοντας σκοτάδι και κενό;
Ραγδαία θα χαράξει η αυγή,
Γυμνές θα μας πετύχει, στην τσάντα ο πόνος.
Αφημένες σε μια άχαρη σύγχυση,
Λαχανιασμένες μελωδίες λαϊκές.
Ίσως το φως να διηθίσει το γδικιό
Στεκάμενο σ’ ένα σπασμένο μπαγλαμά
Τριμμένο χρόνια εκατό, μα άβγαλτο.
Ραθυμία, και της μουσικής αντίποδας.
Ας πάμε αλλού, να μας χορέψουν άλλοι.
16/6/96

Monday, November 12, 2007

Πας την Τσαέραν την Απάννητην



Βούρα γιεναίκα άννοιξε,
τζιαι πιον καφέν εν θέλω!
Βούρα λαλώ σου, μεν αρκείς
γιατ’ έθθα σου λαλώ!

Να σπάσεις!

Χα, ίντα σε ξέρω μάγκουμου εγιώ,
ότι έννα σσιιεστείς να έρτεις!

Μάντα ωραία που ‘σαι μάνα μου,
ίντα κοράτσαν ‘γιω που επήρα,
αμμά γελιέται ο άντρας σου;

Επέλλανα σε ααα;
Έννα σε σπάσω;
Τέθκια τα νέα πώνουσιν,
τέθκιον τζιαι το μανίτζιν
πούλλα μου που έννα φάεις!

Αν μεν παρακαλέσεις!

Καλάν-καλάν
ζαβά μεν με θωρείς ρε μάνα μου,
πούσια ‘ννα μάθεις.

Κάτσε ρε αγάπη μου τζιαμέ
πας την τσαέραν την τζιαινούρκαν
που ούτε την επάννησες
τζιαι ούτε τζι εμέν που την εγόρασα
να κάτσω εν μ’ αήννεις,

Τάχα μου πριν γαμπρός φανεί,
πριν μας την ηζητήσουν,
το καραπουσιουκλίν μας,
το άτζιστο το φκιόρον,

με κώλον τίτσιρο πας την τσαέραν,
να κρούσω αν ιτζιείσω!

Ε το λοιπόν, κάτσε γεναίκα πρώτη εσού,
τζιαι ‘ννα σου πω,
τζι ύστερα σήκου,
να τιτσιρωθώ,
να δω αν κρούζει.

Ίνταμπου εκουκκούμωσες,
έντζεν για το καθίσιν πού ‘ρτα,
να χαρείς,
έχω μαντάτον πιο γλυτζίν,
γιαγιάν έννα σε κάμω!

Μάνταπου έπαθες χαρώ σε
τζι έππεσεν η σαούνα σου χαμαί;
Μάνναμπου νόμισες ολάν
τζι’ έππεσέ σου χαμαί
το σώβρακον μου;

Πως αγκαστρώθην?

Όι ακόμα, μα σίουρα!
Ναι ρε, εβρέθηκεν γαμπρός,
ήρταν στον καφενέν προξένια
τζι ο κώλος μου επάγωσεν
πας την τσαέραν την απάννητην,
πούλλα μου, εν έκρουσεν!

Εννάν καλός φαίνεσται μου ο πετεινός!

13/04/2007

Sunday, November 11, 2007

Και ούτω καθεξής

Καλά σκέψου πριν,
Κρυφά αναλογίσου
Καφέ σκούρο και μαύρο παντού
Καμιά ένδειξη φωτός
Καλά σκέψου προτού...

Καμιά εικόνα
Κουρτίνα άδετη το κάθε βλέφαρο
Κοτρόνα δεμένη η ψυχή σου
Κάτεργα στο σκοτεινότερο κάστρο
Κάστρο απόρθητο και το μυαλό σου
Κτίριο κενό
Καθώς ο ήλιος δεν εισβάλει
Και δεν είναι εύκολες οι θύρες
Κι αν το φως τις κουρταλεί
Και το σκοτάδι επικρατεί

Κρυφή ανασκόπηση στην επιλεκτική σου μνήμη
Καλή, κακός, κακώς
Καλός, κακή, καλώς
Και τα μάτια σου για πάντα
Και το σκοτάδι επικρατεί
Κάτσε σκέψου καλά από πριν
Και τα μάτια σου αν για πάντα κλείσεις
Και το Καλό και το Κακό καλούν κρυφά
14/6/96

Friday, November 02, 2007

Μουσικά Αναπάντεχα

Σ’ ένα πεντάγραμμο βαλθήκαμε
να γράψουμε την ιστορία
μιας ζωής πιο πονεμένης.

Πέντε γραμμές
το βάρος της υπόστασης στηρίξανε
μα η απλότητα του πόνου
χρειάστηκε για να εκφραστεί
τρεις νότες μόνο
που η επανάληψή τους έδειξε
το γλίστρημα στο χρόνο.

Βάλαμε και στις δύο ύφεση
ίσως και κρύψουμε το πάθος
μα απέτυχε η πρόθεση
και φάνηκε το λάθος.

Ρέ στις αρέσκειές μας
Σί για συντονισμό
Ρέ για τις αρετές μας
Φά για το φασισμό

Κι’ έτσι απλά, μουσικά γλιστρήσαμε
για να ανακαλύψουμε
ότι η μουσική στροφή μας
δεν ήταν παρά μόνο
απομίμηση φτηνή
του πένθιμου εμβατηρίου.

Κι από τότε ψιθυρίζουμε
με πάθος το κομμάτι
και γλιστρούμε πρόσω ολοταχώς
στην τελευταία νότα δυστυχώς.

Αν θα ‘ναι η Ρέ, αν θα ‘ναι η Σί,
καρέ-καρέ και σημασία δεν έχει,
το τέλος θα ‘ν’ το ίδιο,
φτάνει τη Φά
το δάκτυλό μου ακούσια
μην κυμβαλίσει.

05-12-1995

Thursday, November 01, 2007

Σαν Κλάμα

Που δεν ακούγεται φωνή
από αγέννητο μωρό
που σπρώχνει μην πνιγεί
από της μήτρας το υγρό.

Ενδολαρύγγια κραυγή
που τη σιωπή δε σκίζει
από βαθιά πληγή
που πλέον δεν πασκίζει.

Γέλιο που δεν αντηχεί
από στόμα ερμητικά κλειστό.

Συνομιλία από ακουστικό κατεβασμένο
μεταξύ δύο εκ γενετής μουγκών.

Γδούπος από ένα πουλί
που έπεσε με τη φωλιά και το αυγό .

Όλα ακούγονται
σαν το κελάρυσμα στεγνού νερού
από τη στερευμένη πηγή
που δεν άγγιξε
ο Μωυσής με το ραβδί του.

Όλα ακούγονται
σαν το πνιγμένο της γης
το κλάμα
που δεν άγγιξε
κανείς Θεός με την ευχή του.
15/7/96

Κουστωδία

Ο Γκιούλιβερ, λένε, δεν έδρασε γενναία
Και ας τον έδεσαν οι Λιλιπούτειοι κρυφά.
Κανένας άνδρας δεν ανέχεται
Την ανεπαίσθητη ήττα τη μοιραία
Γιατί το ένστικτο δουλεύει για αυτούς
Ακόμα και στο σύννεφο εννιά.

Αν στον ύπνο σου βάρβαροι εισβάλουνε
Μην το θεωρήσεις μια κουστωδία λυρική
Ξύπνα αμέσως πάνοπλος και κάνε το καθήκον
Γιατί οι εχθροί χτυπάν πισώπλατα,
χωρίς ντροπή.

Μπορεί η ιστορία των Χουνύμνων
να μοιάζει παραμύθι
αλλά τη ζούμε καθημερινά
Τόποι έρημοι, κανίβαλοι και άλογα σοφά
Είναι της κοινωνίας οι συμβολισμοί,
Ο άνδρας έχει τα άρματά του. Εσύ;

30 Αυγούστου 1995

Σε τι Φταίει ο Πάρης


Γεια σου Ελένη με τα ωραία σου
χαίρε και για τα μοιραία σου
που ο Πάρης δε μερίμνησε
να μείνεις εις την ιστορία
και έγινες μονοσέλιδο για τη μυθολογία.

Πού είναι στο χάρτη το νησί σου
κανένα άγαλμα δεν πήρε τη μορφή σου
Όσο ωραία και να ήσουνα, αλήθεια
από μας χαρακτηρίζεσαι με ευήθεια.

Γιατί είναι για μας η μυθολογία ψέμα
και ο δυσειδής Αίσωπος καν πνεύμα
μας τα διαβάζουν οι δάσκαλοι για να τα λέμε
μα κι’ όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια κλαίμε.

Φταίει ο Πάρης που η Τροία χάθηκε
κι εσύ τον τίτλο της ωραίας πήρες.
Που οι κοπέλες σήμερα δε σε ζηλεύουν
και πάλι φταίει, γιατί νεαρά εις Άδην κομιζόσουν.
12-09-1995

Wednesday, October 31, 2007

Pick it up When I Say


it has flown the seven seas of the unknown
it slipped over the greenest, thickest grass 3 days ago
it flew over the highest skies right after
it touched the moon of lust last night
to find you to love, pick it up,

the nose-broken paper plane.
28/1/96

Το Γρασίδι κάτω από τον Ήλιο

Όταν το πράσινο χαθεί, το γρασίδι άμα ξεραθεί, ψάχνουμε τη βροχή.
Μα ο ήλιος ακίβδηλος καίει και δεν αφήνει
την υγιή εικόνα να εμπνέει τους λαμπρούς στοχαστές.
18/6/96

Sunday, October 21, 2007

Όλυμπο Ανηφορίζοντας

Όλυμπο Κατηφορίζοντας
Μια κατρακύλα δε βοηθάει.
Δεν θα σωθείς από αυτή την εμπειρία,
από μια άλλη ίσως.
Σταθερό ας είν’ το βήμα,
έστω αργό.
Ο δρόμος προς το νεφέλωμα του Ολύμπου
με ιδρώτα που ανέβηκες
είναι πιο δύσκολος νομίζεις,
γιατί η βαρύτητα του χρέους σε αντιωθούσε.

Το αλάτι της γης δεν έχεις γευτεί ακόμη.

Όλο και πιο συνετά,
πιο αργά κατέβαινε.
Μα πρέπει να τους πεις
εκεί ψηλά τι έμαθες, τι γεύτηκες, τι ήπιες.
Με υπομονή σε καρτερούνε.
Συνοπτικά λοιπόν έλα εδώ κάτω
Μα στο άπατο μονοπάτι
σκέψου καλά τι θα αρθρώσεις
στις πρώτες δέκα λέξεις.
Τα αληθινά τα λόγια
να τα κάνεις πιστευτά.
19/5/96

Saturday, October 20, 2007

Φυγόκεντρος Δύναμη με Κεντρομόλο Φορά


Άμα με αλυσίδα ένα αστέρι δέσεις
και δύναμη απ’ την υπόφυσή σου αρμέξεις
σαν σφυροβόλος να το περιστρέψεις,
η ορμή που προς τα έξω σπρώχνει
παράξενα το φως θα απορροφά.
Κανείς απέξω δεν θα βλέπει
καταβεβλημένο εσέ από την άγρια λάμψη.
-----------
Ο κύκλος που η ενέργειά σου όλη σχηματίζει
με μια μυστήρια μαύρη τρύπα ομοιάζει
που προκλητικά την ύλη εμπαίζει
Η μαύρη πεταλούδα σε χαμομήλια χάραμα γυρίζει,
απειλεί, κι άδικα θα χαθούν.
Κανείς απέξω δε θα βλέπει
μέσα σου χρώματα να σμίγουνε σε σκούρο μωβ
------------
Σαν εσένα κι άλλοι υπάρχουν
Που βρήκαν τρόπους άστρα ν΄ αποσβένουν
Και η κεντρομόλος φορά που ρούφησε το φως
της φυγοκέντρου θα υπερισχύσει
κι ούτε για δείγμα ύλης χορδή δε μένει
Κανείς απέξω δε θα ξέρει
γιατί οι ψυχές που απορροφάς βρύα κολάζουν.
19/3/96

Thursday, October 18, 2007

Κατά τη Λίθινη Εποχή


Κατά την προηγούμενη λίθινη εποχή
όλα κυλούσαν ομαλώς,
η ανάπτυξις ήτο εκτενής
αφού τροφή άφθονη ενεφανίζετο.
Περίπου ήξευρον οι πάντες
πώς ένα παρόν βιώνεται.

Γέλωτα και μανία έπραττον
καθώς κτυπούσαν λίθους με ρυθμόν.
Στο μέλλον γάρ ουδαμώς εφαντάζοντο
τι κακό τους επεφύλασσε
ο υιός του υιού του υιού τους.
3/5/96

Ξανά στη Λίθινη Ζωή



Περπατώ μόνος, γυμνός, τυφλός
Σέρνομαι στην άμμο της ερήμου
Και στον Αμαζόνιο η βροχή με γδέρνει
Μα στη θάλασσα που βάλθηκα να κολυμπήσω
Νοιώθω τα κύματα ευγενικά να με φυλάγουν

Ψάχνω γι’ ανθρώπους χρόνια τώρα
Ν’ αγγίξω δέρμα γνώριμο
Να εντοπίσω τον παραμικρό πολιτισμό
Μα μόνο γρυλλίσματα ακούω
Και άναρθρες σαν από αγρίους κραυγές

Άγγιξα κάποιο μικρό παιδί
Πού ένοιωσα να σιμώνει
Κι οι τρίχες του με έκαναν να ξαφνιαστώ
Μόνο πέτρες ακούω να χτυπάνε σε κορμούς
Μα φαίνεται δεν βρήκανε ακόμη τη φωτιά ξανά..

Απλώνω τα χέρια απεγνωσμένα
Σας εκλιπαρώ
Κοντέψτε λίγο κι ό,τι ξέρω θα σας πω
σαν δεύτερος Προμηθέας
θα σας σώσω

Περπατώ, σέρνομαι, κολυμπάω
Κι όμως πάντα από τον Τεχνοκράτη ακολούθως
μια εποχή Λίθινη θα απειλεί
Γιατί για τούτο τον πλανήτη
Ότι έγινε παραήταν αρκετό
3/5/96

Wednesday, October 17, 2007

Η Ψυχή του Φιλίππου του Ωραίου Χρόνια Μετά - Χώμα και Κρέας


Αποκοπή, εγκλεισμός, ανία, άγνοια
έξω, το έξω, προς τα έξω,
όχι πια μέσα, το μέσα, μέσα,
Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένος στόχος να σε κάψω, να σε ψήσω,
Άμοιρο από κρέας κομμάτι αχάριστο,
Καμιά σου κίνηση ζωή πια δεν προδίδει,
Χωρίς αντανακλαστικά
Στου περιβάλλοντος τα μύρια ερεθίσματα
Καμιά οδηγία δε λαμβάνεις, δεν ακολουθείς,
όσο κι αν προσπαθώ ενέργεια να στείλω,
μα από πού ν’ αντλήσω.

Κλεισμένη με έχεις χρόνια, αιώνες τώρα,
μέσα σου φορές μύριες έχω ξαναγεννηθεί,
όσες με έχεις σκοτώσει
και μία παραπάνω,
με την δική μου πρώτη επιλογή,
μα κάτι δεν ταιριάζει,
δε σε συνηθίζω,
δεν με αισθάνεσαι
το σκοτάδι σου με φοβίζει,
το φως μου σε τρελαίνει,
Τα μάτια δεν ανοίγεις λίγο να δω το έξω

Άνοιξε, αρκετά προβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ο επιτάφιος λόγος δεν αργεί,
Ποιος θα σου τον διαβάσει,
ποιος θα με αποχαιρετήσει,
να πιάσει η ευχή,
Να πάρει η ευχή!

Τα σκουλήκια αδημονούν..
Αφόρητο σώμα
ας ήσουνα φτιαγμένο από λάσπη
Θα έσφιγγα το χέρι σθεναρά,
φωτιά, χώμα, νερό, κι ελεύθερη!

Τώρα σε σφίγγω και αίμα στάζει,
κόκαλο τρίζει,
σκίζει το δέρμα.
Παραλύεις και παραδίνεσαι
με την πρωινή ερώτηση,
με το κάθε γιατί.

Αν ήξερα πώς μου έμελλε
να πορευθώ στο χρόνο
Άλλη διάσταση θα διάλεγα,
λίγα κβάντα μετά, πριν ή αλλού
Ή θα σε έκαιε ο Πάπας Κλημέντιος
αφού θα σε έστελνα στον Άγιο Τάφο,
και θα σου δίδασκα την αποταμίευση
πριν γεννηθώ.

Άνοιξε, κάτι θυμήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Κι έτσι τώρα με τους νεκροφάγους συνεργώ
και με ένα ιερέα καταφερτζή,
από τους συνεργούς σου βελτίωνα.
Φέρετρα φτιάχνει κι ανοίγει τάφους,
δεν καίει, δεν τιμωρεί
Και κάνει ευχέλαια και υμνεί
Για να απελευθερώσει τις ψυχές
απ’ τους παραλυμένους.

Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένο στο ΄χω αν δεν κουνήσεις
έστω το ένα βλέφαρο για μια στιγμή
να δω πόσο ψηλά ανυψώθηκε του Άιφελ ο πύργος
και τον Κουασιμόδο να φιλήσω,
δεν θα σ’ αφήσω να ξαναγεννηθείς!

Φεύγω για πάντα χαμένο κουφάρι,
κι ας δακρύζουν οι συγκινημένοι,
ας αυτοσχεδιάζουν οι μοιρολογίστρες.
© Christos P.R. Tsiailis
19/5/96

Tuesday, October 16, 2007

Επιχειρηματολογική Ασυδοσία


Το 2999 πήραμε την τελευταία χούφτα ελευθερία
και με περίσσεια την πλάσαμε φροντίδα.
Φτιάξαμε ένα μικρό αγαλματάκι
με φτερά αγγέλου κι εύζωνη φουστανέλα,
να το λατρέψουμε σαν ένα Επίχριστο.
----------------------------------
Μα η αιρετική μας προδιάθεση
σε καλό ουδαμώς επέβη αφού,
διατάξανε οι άνεμοι σε συμφωνία με τη γή
να πάρει το άγαλμα ζωή
και πριν το καταλάβουμε μας έφυγε μακρυά
-----------------------------------------
Σκλαβωθήκαμε για το πέταγμα ένος ψεύτικου τσολιά
Τέτοιο πηλό ξανά ποιος, πού, πότε θα ’βρει;
Πώς να επαναφέρουμε στης σκέψης τον ειρμό,
τούς λόγους που δεν κρατήσαμε όταν παραστρατήσαμε
με της τρίτης χιλιετηρίδας τον ερχομό;
--------------------------------------------
Καλά είπε εκείνος
πώς τη τύχη μας μόνο τα χέρια μας κρατούν
Και της πλασματικής αλήθειας η υπερβολή
σαν ναρκωτικό ενεργεί.
Καλύτερα που πέταξε το αγαλματίδιο,
γνωρίσαμε την εσωτερική σκλαβιά
-------------------------------------------
Γιατί με την απελευθέρωση της Πόλης,
Νέμεα και Παναθήναια θα αναβληθούν,
πλέον διαγωνισμός θα διεξάγεται
για την καλύτερη κατασκευή
αφηρημένου αντικειμένου
Ενώ τα αγαλματίδια με φτερά θ΄ακυρωθούν
Με άφθονη ο νικητής θα βραβευθεί ελευθερία.
4/5/96

Sunday, October 14, 2007

Σε μια σκηνή


Στο άψυχο ετούτο χρώμα το χακί
Στηρίχθηκε η παλιγγενεσία του έθνους
Ξεγελάσθηκαν οι αισθήσεις του εχθρού
Ξεγελάσθηκαν οι άγριοι άνεμοι
Κι η νίκη επήλθε φυσιολογικά.
----------------------------------
Κι όπως η ιστορία απαιτεί
Οι ήρωες δοξάστηκαν απ’ όλους
Κι όσο ύφασμα με αίμα βάφτηκε
Απλώθηκε το χώμα να σκληράνει
οι φίλιες ορδές για να περάσουν.
--------------------------------------
Έκταση εδάφους άφθονη γι’ απελευθέρωση
Κι όλοι προχώρησαν μπροστά
Να εξιλεώσουν το χειρότερό τους φόβο
Μα μια σκηνή που στήθηκε χρώματος στρατιωτικού
Ξεχάστηκε στην πρώτη – πρώτη έφοδο.
------------------------------------------------------
Εκεί μέσα και του ξεχασμένου στρατιώτη
το δίκοχο έχει αφεθεί.
Άθικτο, με μια κοντή καμένη τρίχα λερωμένο
Κι αν παραλλάχτηκε, το Πυροβολικό του εχθρού
πια από αποκρύψεις δεν ξεγελιέται
και τα βλήματα είναι ακριβή.
------------------------------------------------------
Τα αγάλματα που φιλοτεχνηθήκαμε
Εις το όνομα του αγνώστου ειν’ ελλιπή
Γιατί η σκηνή ακόμα περιμένει
Κι άθικτο απ’ τον ήλιο
το παραλλακτικό χρώμα παραμένει
Κι ο στρατιώτης ο άγνωστος
το άγαλμά του βλέπει και γελά
Που το κεφάλι του γυμνό θα μείνει, αιώνια.
12/5/96

Follow me fb