Monday, October 24, 2016

Διείσδυση


 

 

                           

Οι ορειβάτες, οι τυμβωρύχοι, οι εργάτες του ορυχείου, οι εκδρομείς και εγώ με τους ποδηλάτες σαν προσκυνητές, σαν ορδές μυρμηγκιών σε αποστολές ανεβαίναμε εκείνο το πρωινό το βουνό από όλες τις πλευρές ταυτόχρονα, σε κυκλική κίνηση –και δύσκολα, έτσι όπως ήταν σκαλισμένοι οι δρόμοι με κλίση ανάβασης από έξι τοις εκατό ως δεκαπέντε.

Τους έβλεπα στις στροφές, τους έβλεπα σε δρόμους πιο κάτω, σε ανήφορα πιο πάνω. Όλοι ταγμένοι στην ανάβαση ετούτη της Κυριακής.

Σε κάποια σημεία η ανάβαση ήταν τόσο δύσκολη, που ο ιδρώτας έκανε ρυάκια από τα πρόσωπα στα σώματά μας και μετά κάτω στο έδαφος, εισχωρούσε στις στεγνές σχισμές των υδροφλεβών  που θα συναντούσαν το μοναδικό ποτάμι που κατέβαινε εκείνο το αποσπασμένο, μονοφυές βουνό. Το φαλακρό βουνό. Που την κορυφή του δεν την είδα ποτέ, και άκουσα πως είχε στο μέσο μια μεγάλη, τεράστια τρύπα, σαν την είσοδο του Άδη, σαν το αιδοίο της αιώνιας πουτάνας, τρύπα σκληρή, αγέρωχη, βαθιά, που οδηγούσε στη μήτρα της μάνας του βουνού. Κι όπως ο ιδρώτας μας έλουζε το τοπίο τριγύρω, άρχισε να πλένει το χώμα από το έδαφος, κι από κάτω μου φάνηκε ότι μπορούσα να διακρίνω ένα μαύρο πέτρωμα, μα σίγουρος εκατό τοις εκατό δεν ήμουνα ακόμη, ο ήλιος έκαιγε και ίσως να είχα παραισθήσεις, και δεν είπα τίποτα στους ποδηλάτες, ούτε φώναξα δυνατά να φτάσει η ηχώ της κραυγής στις τριγύρω πλαγιές, να προειδοποιήσω τους υπόλοιπους.

Κι έβγαζαν τα ρυάκια τριγύρω μας μια χαρακτηριστική μυρωδιά, σαν ζουμιά μιας σούπας που αφέθηκε να ωριμάσει, σαν ένα αυγό στο μεταίχμιο να κλουβιάσει, έπρεπε να προλάβω, κάτι με τράβαγε προς τα ‘κει, εκεί πάνω. Έπρεπε να τους περάσω όλους, έπρεπε να πάω πρώτος εγώ, ήταν εκείνη η μυρωδιά, έβλεπα και τους άλλους που μυρίζονταν τον αέρα και πατούσαν τα πετάλια δυνατότερα, όλο πιο γρήγορα, όσο κι αν ανηφορίζαμε.

Πέρασαν λίγα λεπτά. Άκουγα έξω από τον καμβά μου μια φωνή βαριά κι ένα βογγητό να ανταποκρίνεται. Φοβόμουνα. Ένοιωσα μικρός, πολύ μικρός για το σύμπαν που με περίκλυε εκείνη την ημέρα. Με φανερή αγωνία, αφού πέταγαν μακριά τα πουλιά και οι σαύρες βρήκαν φωνή και απειλούσαν με θάνατο αν πατούσα τα αυγά τους, άρχισα να πεταλίζω πιο γρήγορα, για να προλάβω να ανέβω στην κορυφή, να βεβαιωθώ πως είχα λάθος – ή δίκαιο – για να ενημερώσω με σιγουριά τους πάντες. Ή θα πεθαίναμε, ή θα ευλογούμασταν. Γιατί το έδαφος στα πλάγια του δρόμου, το μαύρο αυτό έδαφος το είδα να κυλάει αργά, προς τα κάτω, να ξεφυσάει και να αχνίζει απότομα σαν θερμοπίδακας, σε κάθε σημείο που έπεφτε ο ιδρώτας.

Κάποιος από εμάς έπρεπε να φτάσει στην κορυφή εγκαίρως.

Αποσπάστηκα.


Ξάφνου το τοπίο άρχισε να παίρνει μια πιο αρχέτυπα γνώριμη μορφή, καθώς οι άκρες των πευκοβελόνων άρχισαν να ξηραίνονται και οι κορμοί από κάτω προς τα πάνω να μαυρίζουν.

Σκεφτόμουνα, όπως έτρεχα καθισμένος στην άβολη σέλα, πως ίσως είχα λάθος, πως μέσα από τα γυαλιά και με το παιχνίδισμα του φωτός και της σκιάς τα έβλεπα όλα διαφορετικά.

Υπέθεσα πως αν έκοβα ίσως λίγο φόρα θα γίνονταν όλα κανονικά, μα δεν μπορούσα να μειώσω ταχύτητα, αυτά τα τρομαγμένα πόδια πίεζαν τα πετάλια με μανία και ανέβαινα, ανέβαινα, τα δέντρα πια σε αυτό το υψόμετρο ήταν πιο αραιά, οι βράχοι πιο ογκώδεις, το χώμα είχε χαθεί, κάτω έβλεπα το ποτάμι του ιδρώτα αφρίζοντας να περνάει από τα χωριά, και τα κορίτσια να βρέχουν δειλά-δειλά τα πόδια τους γυμνά, και τις αγελάδες να γλείφουν το απρόσμενο αλάτι με ευγνωμοσύνη.

Κι αυτή η μυρωδιά, απίστευτα γήινη, θελκτική, δεν ήταν το θειάφι που καιγότανε, ήταν ζουμιά από φρούτα που ωρίμασαν και έσταζαν γύρω μου και έπρεπε να βουτήξω, να λουθώ.

Παρακολουθούσα και τους υπόλοιπους επίδοξους επιβήτορες αυτού του βουνού να ανεβαίνουν κουραστικά αλλά ήταν αδύναμοι, και όπως τους άφηνα όλους πίσω, αβοήθητους, η αγωνία μεγάλωνε, και ο τρόμος γιγαντωνότατε, γιατί ένοιωθα την τεράστια οπή κοντύτερα, όλο και πιο ελκτική, και άκουα τη βοή του κενού να μου μιλάει υπόκωφα,

Έλα, ποδηλάτη, έλα πιο κοντά, θα σε φιλέψω με ψημένο κρέας ελαφιού, θα σου κεράσω ρακί από πεύκο.

Λες και ήξερε πόσο δίψαγα και πόσο πεινούσα εκείνη τη στιγμή, μα δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι το κεφάλι μου με πονούσε πιότερο κι απ’ το στομάχι μου – είχα καταλάβει τι συνέβαινε, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ, ήταν αδύνατο να γυρίσω το ποδήλατο προς τα πίσω και να αρχίσω την ξέφρενη κατάβαση φωνάζοντας και ουρλιάζοντας. Δεν ήταν άνθρωπος και δεν ήξερε πως, αν ο στόχος ήτανε η τρύπα, θα έφτανα με κάθε τρόπο – ήταν η μόνη αναπόφευκτη κατάρα της φατριάς μου, κι αυτό επίσης το λέγανε στα κάτω χωριά, μα δεν τους πίστευα. Και εκείνη την ημέρα το διεπίστωσα με το χειρότερο τρόπο.

Και έτσι, αφού το αποφάνθηκαν οι χωρικοί και το αποφάσισε και ο πατέρας και η μάνα, ούτε εσωτερική, ούτε εξωτερική επιλογή δεν θα είχα εκείνο το πρωινό. Η πορεία μου θα ήταν μία - η διείσδυση. 

Για να ετοιμαστώ, λοιπόν, και να αφήσω το κεφάλι μου γυμνό να ορμήσει, και ανεμπόδιστο να εισχωρήσει στην τρύπα, έβγαλα το κράνος μου και το πέταξα στο πλάι μπροστά, και συνέχισα να ανεβαίνω με όλο μου το σώμα σε μια παρανοϊκά αργή κίνηση καθώς η κλίση πια είχε πιάσει το ανώτερό της ποσοστό – δεκαοκτώ τοις εκατό.

Ένοιωσα τον πρώτο σεισμό και κράτησα με δυσκολία το ποδήλατο όρθιο και σε πορεία. Τα βράχια άρχισαν να ξεκολλάνε και να τα κατρακυλάνε παρασύροντας τα πάντα πίσω τους. Δεν τόλμησα να γυρίσω και να κοιτάξω τι συνέβαινε πιο κάτω.

Μόλις δύο μέτρα προχώρησα και έφτασα ακριβώς πριν την τελευταία στροφή που οδηγούσε κατευθείαν στο χείλος του κρατήρα.  Κανείς άλλος δεν ήτανε εκεί. Είχα φτάσει πρώτος – ή τελευταίος.

Έλα, αγόρι, θα σε φιλέψω...

συνέχισε η μακάβρια φωνή.

Ενώ τα αυτιά μου βούιζαν, γύρισα το βλέμμα μου πίσω, τριάντα μόλις μέτρα, και τα μάτια μου καρφώθηκαν στο κράνος που έλιωνε στη λάβα, που πλέον κύλαγε ακάλυπτη, ξεθαρρεμένη από την απουσία των αδιάκριτων ματιών, γιατί εγώ δεν ήμουνα αδιάκριτος, εγώ ήμουνα καλεσμένος, και σε λίγο θα είχα γεύμα με την πουτάνα τη ζωή – ένα μυστικό γεύμα.

Ακριβώς πάνω από το μαλακό χείλος, όταν αντίκρυσα το απύθμενο χάος και στα εσωτερικά τοιχώματα ένα τσούρμο κοκκινόμαυρους διαβόλους να ανεβαίνουν κυκλικά, και να με κοιτάζουν κατευθείαν στα μάτια, διάτρητα, αμετανόητα και απτόητα, είπα να αλλάξω γνώμη και να γυρίσω πίσω.

Ήταν πολύ αργά.

Η άσφαλτος είχε χαθεί από κάτω μου, τα λάστιχα του ποδηλάτου μου ήταν ήδη λειωμένα. Παρασύρθηκαν ένα με τη λάβα και την τελευταία σταγόνα ιδρώτα που έσταξε από επάνω μου.

Ήμουνα ο μόνος από όλους τους φίλους ποδηλάτες που κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Ήμουνα ο δυνατότερος, ο άξιος. Ο πρώτος που θα αποκτούσα το προνόμιο να μεταλλαχτώ. Να εξελιχθώ. Να ενωθώ με το τέρας που με περίμενε κάτω στον πάτο του στόματος του ηφαιστείου για να γίνουμε – ω, ναι, -- εσύ.

Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να διεισδύσω. Και τότε έβγαλα τα μαύρα γυαλιά. Και σε αντίκρυσα.

© Χρίστος Ροδούλλα Τσιαήλης

Tuesday, October 11, 2016

Νέες Οδηγίες #162 Η Επεισοδιακή Αυτοκτονία του Λογοτέχνη Μαζούκι Κανεπάκο


 









Σούρουπο. Ο μικρόσωμος νεαρός άντρας αφήνει το ποδήλατό του να ακουμπήσει στον μαντρότοιχο. Περπατάει προσεκτικά προς ένα φτωχικό σπίτι με τα χέρια κλειστά μπροστά στο στήθος. Φοράει ένα μακρύ πανωφόρι, μπεζ, με μεγάλα κουμπιά μπροστά και μεγάλους τριγωνικούς γιακάδες που πέφτουν συμμετρικά στους ώμους του. Αυτό το ρούχο καθόλου δεν ταιριάζει στην εμφάνισή του, καθώς ο ίδιος έχει πολύ λευκό ως κιτρινωπό δέρμα, μικρά, σχιστά μάτια και μαύρα εβένινου χρώματος μαλλιά, εντελώς ίσια, με μήκος περίπου δέκα εκατοστά. Αρνιέται να φοράει γυαλιά, παρόλο που έχει μυωπία. Πατάει ένα κλαράκι που τσακράει και κάνει θόρυβο. Θυμωμένος κλωτσάει ολόκληρο το κλαδί και το εκσφενδονίζει στον ξύλινο τοίχο του σπιτιού.

«Μαζούκι μου!» Φωνάζει μια γριά που ξεμύτησε από το παράθυρο ακούγοντας τον δυνατό κρότο. «Ήρθες! Σου ανοίγω την πόρτα τώρα! Έφτιαξα μίσου!»

Ο νεαρός άντρας κοντοστέκεται και κοιτάει προς τα κάτω τη μάνα του που τον αγκαλιάζει με το κεφάλι στα σταυρωμένα του χέρια.

«Διψάω.»

Είναι ο Μαζούκι Κανεπάκο, ο Ιάπωνας λογοτέχνης που δεν έχει εκδόσει ακόμη τίποτα από όσα έχει γράψει, εκτός από μια μικρή αυτοέκδοση με χάικου. Έβγαλε εκατό μόνο αντίτυπα, όσα άντεχε η τσέπη του, καθώς είναι άνεργος εδώ και είκοσι μήνες. Δεν έδωσε ούτε ένα από τα αντίτυπα στη μάνα του. Για να είμαστε ακριβείς, της προσέφερε ένα, αλλά αυτή το αρνήθηκε και του είπε καλύτερα θα ήταν να το πουλήσει με τα άλλα στους τουρίστες στην οδό Εκδοτών παρά να το σπαταλήσει, αφού η ίδια ούτε να διαβάζει ήξερε. Κι έτσι κάθησε μια μέρα και της διάβαζε χάικου ώσπου αυτή αποκοιμήθηκε, μόλις στο τριακοστό ένατο. Απογοητεύτηκε ο Μαζούκι, πολύ, αλλά δεν της το είπε το άλλο πρωί. Το κατάπιε κι αυτό το αίσθημα, μαζί με όλες τις άλλες ψυχρές και αποτρεπτικές, ενίοτε, αντιδράσεις προς την πειραματική –κατά τα λεγόμενά τους --λογοτεχνία του.

Για να επιβιώσει εδώ και καιρό, ο Μαζούκι κρύβει λεφτά από τη σύνταξη της μάνας του όποτε έρχεται να της αλλάξει την επιταγή στην τράπεζα που διατηρεί λογαριασμό στο κέντρο του Τόκυο. Είναι η μόνη τράπεζα που γνωρίζει, ήρθανε στο κατώφλι της μια μέρα με κοστούμι και την πείσανε, δεν θέλει να την αλλάξει. Όχι πως θέλει ο Μαζούκι να την μεταπείσει, τον βολεύει που η μάνα του ζει στην κάτω άκρη της νήσου Χονσού,έξω από το Τόκυο. Μια περιοχή πολύ μακριά από τη μικρή του καλύβα στη νήσο Χοκκάιντο, και έτσι, ενώ αναγκάζεται να κάνει μια μεγάλη διαδρομή με το λαϊκό λεωφορείο μέσα από τη μεγάλη υποθαλάσσια σήραγγα Σεϊκάν για πιάσει το κρυμμένο του ποδήλατο στην περιοχή Κιτακάμι, προτιμάει αυτό το συνδυασμένο τρόπο διακίνησης μια φορά το μήνα, για να ξεφεύγει λιγάκι από την ανία της ανεργίας. Έτσι κι αλλιώς, μια φορά τον μήνα που είναι, δεν ξοδεύει σημαντικό μέρος από τη σύνταξη σε εισητήρια. Κατά τη διαδρομή που του παίρνει γύρω στις τρεις μέρες (και δύο ώρες λόγω της αντίστασης του αέρα στο πανωφόρι παρόλη την πείρα του ως ποδηλάτης να σκύβει αρκετά μπροστά στα τιμόνια), τρέφεται με μήλα από την περιοχή Αομόρι, μόλις βγαίνει από τη σήραγγα στη δεύτερη στάση του λεωφορείου, κρυφά από τους άλλους επιβάτες που κατουράνε πίσω από τις κερασιές και τις μηλιές, είτε είναι ανθισμένες, είτε όχι. Πολλές φορές οι αγρότες της περιοχής κυνηγάνε εκείνους, και δεν προσέχουν τον Μαζούκι που κινείται αέρινα ανάμεσα στα δέντρα και μαζεύει στις εσωτερικές του τσέπες τα πιο ώριμα φρούτα.

Όταν το λεωφορείο ολοκληρώνει τη διαδρομή του, ο Μαζούκι πιάνει το ποδήλατό του που το έχει κρυμμένο σε μια σπηλιά που είναι ξεχασμένη, καθώς εκεί κρύβονταν τα γυναικόπαιδα στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, φοβούμενα από τα «Αμερικάνικα Τέρατα» όπως τους φόβιζε ο Αυτοκράτορας και το επιτελείο, και πέθαιναν από ασιτία. Αυτά δεν θέλει να τα σκέφτεται κάθε φορά που ξεθάβει το ποδήλατο κάτω από τους σωρούς με τα στεγνά βρύα. Το καθαρίζει λίγο με ένα βρεγμένο πανί και ξεκινάει τη διαδρομή.

Παλιά όταν επισκεφτότανε τη μάνα του έπινε νερό από τους παραποτάμους καθοδόν, αλλά τώρα πια μετά την έκρηξη στη Φουκουσίμα, φοβάται. Για πρώτη φορά φοβάται κάτι. Φοβάται τη ραδιενέργεια στο νερό και στον αέρα. Φοβάται τον αόρατο κίνδυνο που μπορεί να επηρεάσει τη γραφή του, και να τον κάνει να γράψει πιο ρεαλιστικά, πιο ανθρώπινα, για τον άνθρωπο που πονάει, για τον άνθρωπο που υποφέρει, για τον άνθρωπο που πεθαίνει δίπλα του νέος. Δεν έγραψε ποτέ για τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Τόσοι άλλοι έγραψαν, το έκαναν εθνικό κλαψούρισμα, ο λογοτέχνης Μαζούκι Κανεπάκο δεν ήθελε και δεν θα μπορούσε να γράψει τίποτα τέτοιο. Γιατί ο παράξενος αυτός συγγραφέας μπορούσε να γράφει μόνο για αυτά που δεν μπορούν να συμβούν στην Ιαπωνία, γιατί ήξερε πόσο λίγα είναι αυτά...

Σήμερα ο Μαζούκι είναι ιδιαίτερα αργός στο πετάλισμά του. Διψάει ιδιαίτερα καθώς ο καιρός είναι στεγνός, κάνει ζέστη και δεν φυσάει, σχεδόν καθόλου.

---

[τέλος α’ μέρους]

©Χ. Ρ. Τσιαήλης
 
 

 

 
 

Friday, October 07, 2016

Νέες Οδηγίες #53 Ο Οπαδικός Λαβύρινθος ή αλλιώς η Νίκη του Πεζού επί του Ποιητικού.


Νέες Οδηγίες #53 Ο Οπαδικός Λαβύρινθος ή αλλιώς η Νίκη του Πεζού επί του Ποιητικού.

Κάτι ασύλληπτα μικρό σαν μία συλλαβή μιας λέξης στα παιδικά μου χρόνια που άκουσα με έριξε σε έναν λαβύρινθο έγχρωμο, με σήματα και συνθήματα γεμάτο, με λάβαρα σε κάθε αδιέξοδο. Ήταν μια συλλαβή που έκλεινε μια λέξη γνωστή, και άρχιζε μια άλλη άγνωστη σε μένα.

Άκουγα τα συνθήματα του μπαμπά που φώναζε πριν πάει στο γήπεδο ακόμη και στο σπίτι μέσα, και στη γειτονιά. Τον έβλεπα που άρπαζε απ’το δωμάτιό του το λάβαρο τεράστιο, τυλιγμένο κι η μάνα μου δεν μίλαγε, κι άκουγα τους φίλους του που φώναζαν ρυθμικά «Τρέλα τρέλα τρέλα τρέλα τρέλα,» κι ήξερα τι έλεγαν κι ένοιωθα ρίγος χαράς κι ήθελα κι εγώ να πάω μαζί τους.

Μα ήμουνα μικρός.

Αυτό το ‘λα’ που τέλειωνε τη λέξη αυτή την όμορφη άρχιζε μια άλλη άγνωστη, πρωτάκουστη στα αυτιά μου «Λαός λαός λαός λαός λαός λαός.» Μια λέξη που τίποτα δεν μου έλεγε, κι ας φώναζα κι εγώ απ’το δωμάτιο μαζί τους. Πάντως ήξερα τι πάει να πει «πρωτάθλημα» που φώναζαν στο τέλος, κι ήταν το αίσθημα γεμάτο. Και το όνειρο αυτό που η μάνα μου ποτέ δεν μοιραζόταν, με μοίραζε στη μέση και βυθιζόμουνα στην παιδική, αγχώδη μου αυτοκριτική, αν θα γινόμουνα στο τέλος οπαδός ή αμέτοχος αν θα έμενα.

Στα δέκα μου είδα από μακριά την είσοδο του λαβυρίνθου, και άρχισα να σκέφτομαι παρακινημένος από άγνωστες φωνές, εκεί να μπω. Δυνατότερες έγιναν οι σκέψεις ετούτες όταν ο πατέρας μου έφυγε με μια άγνωστη γυναίκα, που ίσως αυτή αντίθετα απ’ τη μάνα μου να αποφάσισε να συμβαδίσει με το σύνθημά του ή ίσως να τη γνώρισε σε κάποιο γήπεδο και να την αναγνώρισε που κράταγε κι αυτή παρόμοιο λάβαρο. 

Ποτέ δεν μας εξήγησε.

Κάποτε νόμιζα ότι ερχόταν και με έπαιρνε Παρασκευές και με έφερνε πίσω πριν το μεσημέρι του Σαββάτου ή της Κυριακής. Ποτέ δε μου το έλεγε, αλλά ήξερα από πρώτα πότε θα είχε αγώνα και προετοιμαζόμουνα. Σήμερα Παρασκευή του πατέρα μου που μπήκα στο λαβύρινθο, είναι Σάββατο στο δικό μου χρόνο και αυτός μ’ άφησε στην πόρτα του σπιτιού μου μεσημέρι χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι.  Για τη μάνα μου είναι μάλλον Κυριακή, δεν ξέρω.  Άργησε.  Τον είδα που έφυγε τρεχάτος και άνοιξε την πόρτα του αμαξιού και έφτιαξε τη σημαία σφιγμένη στο τζάμι του συνοδηγού να είναι όλη έξω και να ανεμίζει την αγάπη του.

Μετά από τα πρώτα δέκα βήματα στο μισοφωτισμένο μονοπάτι διακρίνω στα τοιχώματα συνθήματα αναρχικά που δύσκολα καταλαβαίνω. Στο βάθος ακούω από τα αριστερά φωνές που φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούνε ύμνους.  Στα δεξιά σφυρίγματα και άσχημες λέξεις που ο πατέρας μου αυστηρά με δίδαξε ποτέ να μη τις λέω. 

Μια παύση.

Μετά από αριστερά αρχίζουν ανταπαντήσεις στις βωμολοχίες και μια αγριάδα στις φωνές που με αναγκάζει να καθήσω εκεί σταυροπόδι.  Αποφασισμένος να με βρουν οι υπεύθυνοι που με έριξαν εδώ μέσα.  Να με βγάλουν και να ζητήσουν συγνώμη για όλα αυτά που ακούω. 

Όπως κάθομαι και περιμένω, διακρίνω ένα παιδάκι να έρχεται προς το μέρος μου.  Να είναι αυτός υπεύθυνος ή να  ξέρει κάτι;  Το παιδάκι με ρωτάει χωρίς συστάσεις, χωρίς ίχνος τακτ «με ποια ομάδα είσαι;»

Είμαι έτοιμος να απαντήσω μα μετά σκέφτομαι ξανά και μετράω τα κουκιά μου.  Ρωτάω με τη σειρά μου, «ξέρεις την έξοδο του Λαβυρίνθου;» Μου γνέφει ‘ναι’ και λέει, «αλλά δεν σου λέω αν δεν μου πεις πρώτα την ομάδα σου ...»

Αυτό πάλι το βρίσκω παιδικό και επικίνδυνο, σκέφτομαι μέσα στη δική μου αθωότητα με φόβο τις φωνές.  Τις φαντάζομαι να έχουν ρόπαλα και γροθιές και να ρίχνουνε αναπτήρες και πέτρες, όπως μου τα περιέγραφε γραφικά ο μπαμπάς τα βράδια μπροστά από την τηλεόραση την ώρα των αθλητικών.  Φοβάμαι μην πάει το παιδί και πει σε αντιπάλους σε ποια ομάδα ανήκω και με κυνηγήσουν.  Τρομαγμένος σηκώνομαι και σπρώχνω το παιδί και αρχίζω να τρέχω να με χάσει.

«Μην πας,» το ακούω να φωνάζει.  Μα δεν πιστεύω.

Προχωρώ όσο πιο ευθεία μπορώ σε ένα μονοπάτι πλατύ που δείχνει να οδηγεί πολύ μακριά στο βάθος, για να αποφύγω τη σύγκρουση.  Κοντοστέκομαι στη μέση.  Αν μια από τις δυο πλευρές είναι η δική μου;  Αφουκράζομαι καλύτερα μήπως ακούσω τη φωνή του μπαμπά.

Θέλω μόνο να ακούσω το «Τρέλα – Λαός – Πρωτάθλημα» από τα χείλη του και θα το αναγνωρίσω αμέσως.

Το ακούω ξαφνικά ανάμεσα στα διάφορα συνθήματα από αριστερά.  Είμαι σίγουρος ότι είναι η βαριά φωνή του πατέρα μου.  Μόλις γυρίζω προς τα κει και κάνω πέντε βήματα σε ένα στενό μονοπάτι. Το ακούω από πίσω μου.  Ξαφνιάζομαι.  Γυρνάω όλο μου το σώμα πίσω πάλι για να αλλάξω κατεύθυνση.  Επιστρέφω με πέντε βήματα.

Στο κέντρο όπως ξαναστέκομαι το ακούω από εμπρός στο βάθος του πλατιού μονοπατιού.  Σκέφτομαι ότι ίσως η ηχώ να με ξεγελάει.  Προχωρώ εμπρός, αποφασισμένος να βρω την έξοδο.  Ξαφνικά ακούω το σύνθημα με του πατέρα μου τη φωνή από εκεί που είχα πρωτομπεί, ακριβώς πίσω μου.  Όλα τέλειωσαν, με φωνάζει από έξω για να βγω!

Γυρνάω, και όπως προχωρώ καταλαβαίνω ότι είμαι σε ένα καινούριο δρομάκο με τρία αδιέξοδα.  Στο κάθε αδιέξοδο διακρίνω κι άλλα αδιέξοδα όλα γεμάτα λάβαρα παρατημένα στο πάτωμα ή και ακουμπημένα στους τοίχους. Κόκκινα, ασπρόμαυρα, πράσινα, κιτρινόμαυρα, κιτρινομπλέ, κικκινόμαυρα, κι ότι λογής άλλους συνδυασμούς μπορεί κανείς να φανταστεί.  Κανένα λάβαρο δεν έχει ασημένιες η χρυσές λωρίδες. Με παραξενεύει αυτό, λείπουν τα χρώματα της δόξας από όλα τα σύμβολα που απλώνονται μπροστά μου.

Αφήνω τα χρώματα να γλυστρήσουν από τη σκέψη μου για να την ελευθερώσω, νοιώθω ότι μέσα μου όλα τα χρώματα ανακατεύονται και βγάζουν ένα καφέ χρώμα απρεπές, ειδεχθές, που μου ανακατεύει τα σωθικά.  Ξαφνικά καταλαβαίνω ότι ακόμη περισσότερο με διαλύει μια νέα εικόνα που σχηματίζεται ανεξήγητα σαν να άνοιξαν οι τοίχοι του λαβυρίνθου και άρχισαν να ξερνάνε υλικό.  Βλέπω πέτρες στο πάτωμα και ρόπαλα όπως προηγουμένως τα είχα φανταστεί να συνοδεύουν τις κραυγές. 

Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι στο λαβύρινθο επικρατεί απόλυτη σιωπή, σχεδόν νεκρική. Τίποτα από όλη την προηγούμενη οχληρία και το βόμβο που έσυε τα μονοπάτια στο διάβα μου.  Σιγή που μου σφίγγει την καρδιά.  Ούτε καν ένας ήχος από οτιδήποτε άλλο. Στο ημίφως ξαφνικά, ενώ εισέρχομαι σε ένα από τα αδιέξοδα και ψαχουλεύω για να βρω γωνιές που δεν βλέπω και ίσως με οδηγήσουν πίσω στο πλατύ μονοπάτι, αντικρίζω  κάτι διαφορετικό.  Ανατριχιάζω και κάνω ένα βήμα πίσω.  Ανάμεσα στα λάβαρα ένα σακάκι μισοσκισμένο, γεμάτο αίματα. Είμαι σίγουρος ότι το ξέρω το σακάκι αυτό, είναι το ίδιο που φόραγε ο μπαμπάς μου σήμερα το μεσημέρι που έφυγε. Ένα μαύρο μπλέιζερ με το σήμα της ομάδας του και τα αρχικά του ονόματός του γραμμένα με μπλε και κόκκινα φωσφορίζοντα γράμματα. Ζαλίζομαι.  Γονατίζω.  Κλείνω τα μάτια μου σφικτά για να αλλάξει η εικόνα των λαβάρων και όλων εκείνων των εργαλείων της βίας, να χαθεί και το αίμα από το σακκάκι να το αρπάξω να το πάρω έξω να βρω τον πατέρα μου να του θυμώσω για αυτά που κάνει, να τον ρωτήσω αν έκανε κάτι κακό.

Πέρασαν ώρες.

Οι τοίχοι του λαβυρίνθου εν τω μεταξύ άρχισαν σιγά-σιγά να μετατοπίζονται προς τα έξω.  Σιγά σιγά σχημάτισαν ένα τεράστιο εντοιχισμένο τετράγωνο.  Η αίσθηση του ανοίγματος αυτού μου έφερνε, όλη αυτή την ώρα με τα μάτια κλειστά γεμάτα αγωνία, ολοένα και νέους ιλίγγους και σκοτοδύνες. Το φως έμπαινε και έβγαινε από τα κλειστά μου βλέφαρα και ένοιωθα να μου καίει και να μου στεγνώνει το υγρό μέσα τους.

 Όταν άνοιξα επιτέλους τα μάτια μου ήταν ξημέρωμα, δίπλα μου στεκότανε η μάνα μου.  Η θολούρα άρχισε να διαλύεται και κατάλαβα ότι από ώρα έκλαια γονατισμένος.  Διερωτήθηκα γιατί.

Γύρισα προς τη μάνα μου και τη ρώτησα, «Μαμά, γιατί κλαίω;»

Αυτή με κοίταξε γεμάτη συμπόνοια και απορία και μετά γύρισε προς τα εμπρός.  Ακολούθησα το βλέμμα της που σταμάτησε μπροστά σε κάτι που δεν περίμενα με τίποτα να δω.  Ήταν μια επιγραφή κλεισμένη σε εισαγωγικά σε μια μαύρη μαρμάρινη πλάκα, γραμμένη με κόκκινα και μπλε γράμματα.

«ΤΡΕΛΛΑ – ΛΑΟΣ – ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ.»

Χαμογέλασα για το αστείο αυτό και ξανάκλεισα τα μάτια. 

Βεβαίως, αν μπορεί κάποιος από σας παρακαλώ να μου πει πού είναι η έξοδος του λαβυρίνθου, παρακαλώ πάρτε με τηλέφωνο.  Το έγραψα σε χαρτάκι στην έξοδο σε ένα κουτί. Αλλιώς ελάτε στην είσοδο και φωνάξτε μου να ακούσω τη φωνή σας για να βρω κατεύθυνση.
Αλλά μην εισέλθετε.
 

Sunday, October 02, 2016

Φρούτο


 
 
Δεν υπήρχαν φρούτα σήμερα στη λαχαναγορά.

Έψαξα σε όλες τις κάσες. Σήκωσα τα κρεμμύδια και κοίταξα από κάτω μήπως ξέμεινε κανένα, ανακάτεψα τις ντομάτες για κανένα κόκκινο μήλο. Τίποτα. Άφαντες οι μπανάνες, το σταφύλι. Τίποτα. Ούτε ένα καρπούζι, λίγα αχλάδια έστω.

Με πανικό ρώτησα την πρώτη υπάλληλο που βρήκα μπροστά μου. Με κοίταξε παράξενα. Κοντοστάθηκα. Έπρεπε να ηρεμήσω. Και πόσο δύσκολο ήταν πάντα για μένα να πω ‘εντάξει’... 

Άφησα το άδειο σακούλι να πέσει. Κι αυτό έπιασε το αεράκι από την πόρτα που κράταγε ανοικτή ο γεράκος όπως έβαλε το μπαστούνι του για να μπορέσει να μπει. Καταραμένα ελατήρια! τον φαντάστηκα να σκέφτεται. Το σακούλι σηκώθηκε πιο ψηλά στον αέρα και πέρασε έξω από την τζαμαρία. Το είδα να κοντοστέκεται λίγο, λες και με κοίταζε, λες και ήθελε κάτι να μου πει. Εκεί, μέσα σ’ αυτό το παράλογο δευτερόλεπτο που σίγουρα συμβαίνει σε όλους, αλλά σ’ εμένα σημαίνει κιόλας, πράγματα διάφορα – έτσι όπως κυνηγάω τον νόμο των συμπτώσεων από πίσω σαν λαγωνικό, να τον εξηγήσω, να καταλάβω – θυμήθηκα τα δέντρα. Τις πορτοκαλιές στο περιβόλι του παππού. Τις μηλιές και τις αχλαδιές φορτωμένες στο βουνό τα καλοκαίρια που περνούσα με τη μητέρα, όταν ο μπαμπάς έλειπε για δουλειές στις Αραβικές χώρες. Θυμήθηκα ξανά τον παππού με την παράξενη, εξωγήινη στολή, με εκείνο το μηχάνημα που ψέκαζε. Πάντα με έδιωχνε με τις φωνές και τις κλωτσιές όταν πλησίαζα. Τότε δεν ήξερα και πολλά. Και το πετρέλαιο ήταν κακός δαίμονας στη ζωή μου.

Το μπαστούνι του γέρου με ξύπνησε από το ονειροπόλημα, έτσι όπως με άγγιξε στον αστράγαλο κατά λάθος, καθώς πέρναγε. Ήμουνα βέβαια κι εγώ στημένος στη μέση του διαδρόμου σαν στύλος ηλεκτρικής χωρίς καλώδια, πλήρως αποκομμένος. Ίσως το έκανε και σκόπιμα, ίσως να ήταν από εκείνους τους ιδιότροπους τύπους που επεμβαίνουν στην αταξία του χώρου με το έτσι θέλω, που θα σου υποδείξουν ότι κάνεις λάθος σε κάτι, όσο κι αν η παρατυπία σου δεν επηρεάζει τους ίδιους.

 

Έκανα, όντως, λάθος. Ήταν λάθος που ήμουνα εκεί. Κάτι δεν θα πήγαινε σωστά εκείνη τη μέρα, το ήξερα, γιατί αλλιώς θα είχα ήδη φύγει με τρεις-τέσσερις τσάντες φρούτα, όλες γεμάτες με μικρά σακουλάκια από τέσσερα ως πέντε ζουμερά αντικείμενα το κάθε ένα. Τόσα έβαζα κάθε αρχή εβδομάδας που πήγαινα. Για να τρώω τρία είδη από φρούτα το πρωί και τρία το απόγευμα, και το επόμενο πρωί δύο από τα τρία είδη του προηγούμενου πρωινού με ένα καινούριο είδος, και το ίδιο το απόγευμα, δύο νέα είδη, και, αφού σε τρεις μέρες τελείωνε η ποικιλία, ξεκινούσα από την αρχή το μοτίβο τρία-τρία-δύο συν ένα με νέους συνδυασμούς. Δεν τα έκοβα, δεν τα καθάριζα, εκτός από τις μπανάνες και τα εσπεριδοειδή. Ααα, όχι, περίμενε, και τα ακτινίδια. Όσα είχαν λεπτή, εδώδιμη φλούδα, τα έπλενα καλά και τα έτρωγα έτσι. Περιπετειώδη προγεύματα με τα φρούτα και τον καφέ, καυτά απογευματινά με τα φρούτα συνοδευμένα με καρύδια και τα αμύγδαλα. Σαν να δημιουργούσα την ιστορία του παχέος εντέρου μου ακριβώς όπως ήθελα εγώ, λες και ποθούσα να το εξουσιάζω, να το διατάζω, να μην του επιτρέπω την παραμικρή ατασθαλία, την παραμικρή διαμαρτυρία. Ήμουνα ένας δικτάτορας του εντέρου. Ένας αμείληκτος αντιρρησίας της μοίρας.

Δεν ξέρω, ίσως σήμερα να τιμωρούμαι από αυτήν. Χωρίς φρούτα. Χωρίς φρούτα; Σοβαρός κίνδυνος να χάσω τον έλεγχο. Κίνδυνος να διαμαρτυρηθεί το στομάχι μου. Κίνδυνος να το ακούσω να γουργουρίζει. Αυτό το απαίσιο κάλεσμα από τα άδυτα της κόλασης. Αυτή η ασύλληπτη κραυγή απελπισίας ενός οργάνου αχόρταγου, ακόρεστου, ξεδιάντροπου, ανεγκέφαλου. Τι ανεγκέφαλου; Βλακείες λέω. Αυτό κι αν έχει εγκέφαλο. Έναν εγκέφαλο τόσο δυνατό, που κινεί έναν πλανήτη όπως ακριβώς αυτό θέλει. Έναν εγκέφαλο που έριξε αυτοκρατορίες, έκτισε την παντοδυναστεία των φεουδαρχών και των τσιφλικάδων, την έριξε με το έτσι θέλω, μετά τεμάχισε τη Δημοκρατία, έχτισε τον Δικομματισμό, επινόησε τον Κομμουνισμό και μετά του ανταπάντησε αυτού καθ’ αυτού με τον Καπιταλισμό. Και όλα αυτά για να αποφασίσει τελικά ότι του ταιριάζει ακόμη πιο πολύ ένας παγκόσμιος ολοκληρωτισμός. Μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Το στομάχι. Το όργανο αυτό που κατάφερε να μας ελέγξει όλους. Και δεν το έκανε με τα φρούτα. Όχι. Αυτό ήταν το μικρότερο δέλεαρ. Σιγά μην το έκανε με τα εξωτικά φρούτα από τις νέες νήσους και τις κατακτήσεις των χωριών στα απόμακρα βουνά της επαρχίας. Όχι με τα φρούτα. Το στομάχι αυτό δεν ήθελε φρούτα. Ήθελε κρέας. Γάλα. Και ψωμί. Ήθελε λίπος, ήθελε πρωτείνη και πολύ-πολύ ψηλό γλυκαιμικό δείκτη. Έτσι έλεγχε τον εγκέφαλο. Έτσι του έλεγε τι να κάνει. Έτσι του έλεγε ποιους να σκοτώσει και σε ποιους να χαριστεί. Με την πείνα. Το γουργουρητό. Το ακαταμάχητο γουργουρητό. Με το τάισμα.

Έτσι κι εγώ, πλήρως ενημερωμένος από το πρόγραμμα του σχολείου για την πραγματικότητα της ιστορίας [χα, σιγά μην ήταν έτσι], απρόθυμος να λέω ‘εντάξει’ στους δασκάλους, αποστασιοποιημένος από κάθε ενθουσιασμό για ήρωες και μεταλαμπαδιστές του πνεύματος, έχω πολεμήσει και ευτυχώς καταπολεμήσει αυτή τη μανία που μου κληροδότησε αυτός ο πλανήτης από την αρχή μου. Με τα φρούτα. Όλα τα φρούτα.

Είμαι έτοιμος για το σκοπό μου. Είμαι ταγμένος να εφεύρω ένα νέο Σύστημα. Όχι. Δεν θα αλλάξω τις συνήθεις των ανθρώπων. Δεν με πειράζει το κρέας. Δεν με ενοχλεί η παρουσία ούτε του γάλακτος, ούτε των σιτηρών. Μια χαρά είναι το φαΐ. Μια χαρά κι ο άνθρωπος. Τις υπερβολές, την εξάρτηση, αυτά τα κακά πρέπει το νέο σύστημα να κτυπήσει. Εκεί, στην καρδιά του τέρατος. Είναι το πώς έμαθε να χρησιμοποιεί το φαΐ για να ελέγχει το Σύστημα από μέσα. Από πίσω. Δεν είναι το χρήμα, δεν είναι τα καύσιμα. Όλα αυτά είναι προφάσεις. Ένα προπέτασμα καπνού για να κρύψει τον ανίερο πόλεμο που έχει ξεκινήσει με τον εαυτό του από τις πρώτες μέρες του μαγειρέματος στα υγρά σπήλαια ως σήμερα. Αλλά όχι ως αύριο. Δεν πρέπει να συνεχίσει αυτή η εξάρτηση του εγκεφάλου από το στομάχι μου. Όχι η δική μου. Όλων. Κάτι πρέπει να κάνω. Είμαι σίγουρα έτοιμος για την ταγή μου.

Η λαχαναγορά χωρίς φρούτα.

Ίσως ξεκινάει σήμερα.

Πρέπει να εφεύρω ένα νέο Σύστημα. Το είπα ήδη; Ναι, το είπα. Θα το λέω συνέχεια στον εαυτό μου ώσπου να αρχίσω να το κάνω. Να χτιστούν τείχη έξω από κάθε χωριό. Με τα περιβόλια του το κάθε χωριό, εννοείται. Και με τα λιβάδια του, και με τις φάρμες. Και τα ποτάμια να περνάνε από το ένα χωριό στο άλλο. Και να πέφτει η βροχή, να εξατμίζει ο ήλιος τα νερά από τις λακκούβες πριν γίνουν λιμνάζοντα. Χωριά. Από πέτρα. Καλό σύστημα. Για όλους. Και να εξαφανίσω τις πόλεις. Και τις κυβερνήσεις. Και τον στρατό. Ααα, ναι, και να μην ξεχάσω, τις τράπεζες και τα χρηματιστήρια. Αυτοί κι αν δίνουν βήμα στους μεγαλοπαραγωγούς και στις πολυεθνικές, πέρα από τα μίντια. Κι αυτούς θα τους αποβάλω από το Σύστημά μου. Ακούς εκεί «τροποποιημένα προϊόντα»! Ακούς εκεί «επεξεργασμένη τροφή»! Και το στομάχι τι το έχω; Χωριά, παιδί μου. Δέντρα. Παππούδες. Γιαγιάδες. Βουνό. Θα τους πω να ρίξουνε και τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Φαγητό που ταξιδεύει φέρνει πίσω πεινασμένους. Να τρώει ο καθένας ό,τι παράγει κι ό,τι κυνηγάει. Τι τα θέλουμε τα καρτέλ με τα μενού και τις φορτωτικές; Μια χαρά τη βρίσκεις άμα δαγκώσεις το κόκκινο μήλο χωρίς ενοχές. Ο παράδεισος δεν υπάρχει πια. Τον φάγαμε σε είδος.

Καλό Σύστημα. Έτσι. Θα το δημοσιεύσω στην Κυριακάτικη.

Να βγάλω και μια σέλφι. Πίσω μου όλες οι κάσες με τα λαχανικά. Χωρίς ούτε ένα φρούτο.

‘Κλικ’.

Θα καταλάβουν τι εννοώ.

Θα είναι τέλειο το άρθρο μου με αυτή τη φωτογραφία. θα πεισθούν. θα με ρωτήσουν για το Σύστημα.

Προλαβαίνω να απαθανατίσω και το σακούλι. Δεν έφυγε ακόμη. Βρίσκομαι ακόμη παγιδευμένος σε εκείνο το δευτερόλεπτο. Ίσως ήταν λεπτό. Ίσως και να σταμάτησε ο χρόνος. Αυτό θα εξηγούσε και την πλήρη απουσία των φρούτων. Και το παραξένεμα της υπαλλήλου.

Ααα, κινόμουνα, ξανά.

‘Κλικ’.

Για να δω ... Πέτυχε;

Μια χαρά. Για να τη δω από κοντά. Να τη μεγεθύνω. Ααα, να κι ο γεράκος. Πού είναι το μπαστούνι σου, παππού; Πώς περπατάς έτσι άνετα; Με κοιτάς. Πώς με κοιτάς έτσι; Και οι κάσες; Πού είναι οι κάσες; Δεν είναι λαχαναγορά εδώ. Μα πού βρίσκομαι;

Τι συμβαίνει;

Είμαι μέσα σε ένα μπάνιο. Γυμνός. Όχι, γυμνή. Μέσα σε γάλα. Είμαι γυναίκα. Τι συμβαίνει;

Το δωμάτιο τεράστιο, ιερογλυφικά με ζωηρά χρώματα παντού. Ζαλίζομαι... Το γάλα, δεν μπορώ, πού είναι τα φρούτα; Δεν είμαι εγώ, όχι, εγώ είμαι, είμαι σε ξένο σώμα. Τι να κάνω; Τι είναι αυτή η παγίδα;

Δεν έχω κινητό. Πού είναι το κινητό; Τώρα μόλις το κράταγα στο χέρι μου. Μόλις τώρα έβλεπα τη φωτογραφία. Τώρα κρατάω έναν πάπυρο. Επάνω δεν είναι η λαχαναγορά κι ο γεράκος, είμαι εγώ στο μπάνιο, πίσω ένας Ρωμαίος στρατηγός. Το γάλα στο στόμα μου. Σπρώχνει να το ρουφήξω.

Αααχ, αυτός ο τεράστιος πόνος στο στομάχι. Ξανά.

Η πείνα.

Το στομάχι μου το απορροφά σαν ποτάμι. Θα πνιγνώ. Πρέπει να πνιγώ. Τώρα. Για να προχωρήσω. Πρέπει να μετακινηθεί το σακούλι. Με κοιτάει ακόμη.

Πώς;

Βυθίσου.

Πνίγομαι. Κλείνω τα μάτια.

***

Ανοίγω τα μάτια.

Είμαι σε έναν κήπο. Γεμάτο δέντρα με φρούτα. Ο παππούς στο βάθος. Ψεκάζει. Η μάνα μου γυμνή με ένα φύλο συκής να καλύπτει το αιδοίο της. Κρατάει ένα κόκκινο μήλο. Μου το προσφέρει. Κοιτάω τον εαυτό μου στο κινητό. Είμαι ο πατέρας μου. Γυμνός, με φύλο συκής κι εγώ πάνω στο πέος μου. Ξέρω ακριβώς γιατί είμαι εδώ. Ξέρω ακριβώς τι θα κάνω. Πετάω το μήλο. Και την αγκαλιάζω.

***

Το σακούλι φεύγει επιτέλους από την τζαμαρία. Δεν με κοιτάει πια. Πετάει ψηλά. Κοιτάω τριγύρω. Είμαι έξω από το δευτερόλεπτο. Ελεύθερος. Είμαι στο ταμείο. Πληρώνω. Πήρα ένα σακούλι με τετράγωνα πορτοκάλια κι ένα μπουκάλι κόκκινο γάλα για σήμερα. Μόνο. Το Σύστημα λέει απόψε θα πιω χυμό.

Εντάξει.
 

©Χ. Ρ. Τσιαήλης, Σεπτέμβριος 2016

 

Wednesday, September 21, 2016

ΨΩΜΙ


 
 
Με τον πλάστη ετούτο δεν εμπορούσα να μαλακώσω το ζυμάρι αρκετά. Εφώναζα και τη Μυροφόρα κάποτε να πιάσει την άλλη άκρη, να σπρώξουμε μαζί. Κιλά και κιλά το ζυμάρι, βγάζαμε μικρά ψωμάκια εκατοντάδες κάθε μέρα, έπρεπε να μπαίνουν στον φούρνο πριν τις επτά, να ψηθούνε ως τις επτάμισι. Εκείνη την ώρα ερχότανε ο διανομέας.

Το πρωί χθες άνοιξε την πόρτα μόνος του. Δεν εκτύπησε το κουδούνι. Το φθινοπωρινό φως εμπήκε από την πόρτα και εφώτισε ολόκληρη την αποθήκη. Όλες μας εκοιτάξαμε προς το μέρος του απορημένες.

«Άλλαξε κάτι;» αποφάσισα να τον ρωτήσω για πρώτη φορά.

«Δηλαδή ξέρεις ακριβώς τι συμβαίνει, και με ρωτάς, γυναίκα; Και θα καταλάβεις και την αλλαγή, δηλαδής;» μου απάντησε ψυχρά. «Γιατί εγώ ακόμη δεν εκατάλαβα.»

«Καλά, ωρέ λεβέντη μου, πού το παίρνεις τόσο ψωμί κάθε πρωί;» Είχα αποφασίσει να το τραβήξω αυτή τη φορά. Να μάθω. Να καταλάβω γιατί μας εκλείσανε εδώ και δέκα μήνες μέσα στην αποθήκη του Δημαρχείου και δεν μας λένε τίποτα. Δεν έρχεται κανείς, μόνο η Δήμαρχος καμιά φορά για να βοηθήσει. Ούτε κι αυτή δεν μας λέει -- λέει δεν πρέπει να μας πει -- λέει κινδυνεύει όποιος γνωρίζει. Τίποτα δεν μου είπε. Επήρε δυό φορτία με το καρότσι το μεγάλο στο φορτηγό του κι έκλεισε την πόρτα απέξω.

Δεν νοιώθω καλά σήμερα. Ο διανομέας άλλαξε. Ο άλλος δεν μου έλεγε τι συμβαίνει, ίσως τον φάγανε που μου μίλησε έστω και λίγο, τις προάλλες, δεν ξεύρω, ίσως αυτός σταθεί πιο άντρας. Στάσου βρε στο ύψος σου. Μην μας έχεις έτσι εδώ, σαν σκλάβες. Πες μας τι γίνεται, ποιον υπηρετείς, πού το παίρνεις τόσο ψωμί κάθε μέρα;

«Καλημέρα.»

«Πού την είδες;» μου απάντησε αυτός και η Μυροφόρα με σκούντηξε να δω στο μπράτσο του το τατουάζ – μια σβάστιγκα. Σώπασα αμέσως και πασπάλησα ακόμη λίγο αλεύρι στα ψημένα ψωμιά.

«Είναι καλύτερα να τα παίρνεις με επιπλέον αλεύρι. Κρατάνε μυρωδιά.» του είπα και αυτός έφυγε με το φορτίο κοιτάζοντας καχύποπτα όλες μας.

Η Δήμαρχος εκτύπησε την πόρτα απόγευμα. Πρώτη φορά απόγευμα. Εμείς εκάτσαμε εξουθενωμένες στα κιβώτια με το αλάτι. Οι καρποί μου επονούσανε άσχημα. Εκείνη την ώρα η Κυρά Στρατούλα απήγγελλε Σαπφώ. Σταμάτησε απότομα με το γνέψιμο της Δημάρχου. Οι στίχοι εκολλήσανε στα χείλη της σαν το ζυμάρι στα μαλλιά μου και στις σόλες μου.

«Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγή. Δεν σταματάνε να έρχονται. Κι είναι γυναίκες και μωρά, μα πιο πολύ άντρες πεινασμένοι και μπαηλησμένοι* από τη θάλασσα. Φτιάξτε κι άλλο προζύμι, πιο πολύ μάτια μου να βάζετε στη δόση, να φουσκώνει το ζυμάρι, να βγάζουμε πιο πολλά καρβέλια με κάθε δόση, δεν θα μας φτάσει το αλεύρι, πεινάνε κι οι δικοί μας πια.»

«Ποιοι δεν σταματάνε να έρχονται;» ερώτησα κοιτάζοντας τη Δήμαρχο θυμωμένα. Καμιά άλλη δεν μίλαγε.

«Πού είναι οι αντράδες μας; Θέλουμε να έρθουνε εδώ. Δεν γίνεται να μην μας ψάχνουν.»

«Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις.» μου απάντησε η Δήμαρχος και εγύρισε να φύγει. Χαρούμενη δεν ήτανε πάντως.

Ο αέρας της πόρτας που έκλεισε απότομα έσβησε ένα φυτίλι. Εσκοτείνιασε το πρόσωπο της Κυρά Στρατούλας. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις. Σίγουρα, εντελώς σίγουρα εννοούσε πως αν εξεμυτούσα απ’ την πόρτα θα με εσκότωναν. Δεν κρατάς ένα άνθρωπο δέκα μήνες κλεισμένο να σου παράγει ψωμί και μετά τον αφήνεις έτσι. Μας δοκιμάζανε. Κάτι τρομακτικό εσυνέβαινε απέξω. Έπεσε πείνα άγρια. Και κάποιοι, λέει, ερχόντουσαν από μακριά. Μα ποιοι; Από πού;

«Ποιοι έρχονται στο κωλονήσι μας και μας τρώνε το ψωμί; Αρκετοί δεν είμασταν; Μόλις που ζούσαμε με αυτά που είχαμε ...»

«Τί σιγοψιθυρίζεις, Ερατώ;»

«Τίποτα, με πονάν τα χέρια, δεν αντέχω, και θέλουνε κι άλλο, πιο πολύ ψωμί, πρέπει να αρχίσουμε νωρίτερα, και πώς να ξυπνήσω από τις τέσσερις αύριο που όρεξη δεν έχω για να κοιμηθώ;»

Δεν μου απάντησε η Μυροφόρα. Θα σκεφτότανε τα ίδια και χειρότερα. Τουλάχιστον εγώ δεν είχα παιδιά ακόμη. Αυτή άφησε έξω τρία κοριτσάκια όταν την εκλείσανε με το ζόρι με ένα μακρύ πλάστη εδώ μέσα και την ποδιά με τα ψάρια που μας εδώσανε όλες. Εκατόν πενήντα σακούλες αλεύρι μείνανε. Πρέπει να φέρουνε κι άλλο, γιατί δεν θα φτάσει για το χειμώνα. Τι να κάνω, τι να κάνω για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Δεν μπορώ να ξυπνήσω ούτε μία ακόμη μέρα για να ζυμώσω κι άλλο ψωμί. Δεν θα κοιμηθώ και πάλι απόψε μόνη.

Ώπα, απ’ όλες τις συμπτώσεις. Η πόρτα. Κάλλιο να δάγκωνα τα χείλη μου. Πριν καταλάβω τι γίνεται και δω ποιος είναι ερίξαν στο σωρό άλλες δεκαοκτώ σακούλες. Άλλες μικρές, άλλες μεγάλες. Σκούντηξα τη Μυροφόρα.

Όπως πάντα, ποτέ δεν περιμέναμε πότε θα άνοιγε αυτή η πόρτα για ανατροφοδότηση. Άλλοτε πέρναγε μήνας, άλλοτε φέρνανε σακούλες καθημερινά. Φανταζόμουνα έξω τους μύλους να δουλεύουνε σαν τους μπεκρήδες, να αλέθουνε μόνο άμα τα πίνανε κι ύστερα, κι ό,τι βγάζανε βγάζανε.

Δεν θα κοιμηθώ απόψε. Ψωμί θέλουν; Ψωμί θα πάρουν.

Πού είναι το μαχαίρι που σημαδεύω τα ψωμιά; Ααα, να το. Απόψε θα σκίσω όλους τους σάκους με τ’ αλεύρι. Όλους.

Ορίστε, να πάρε μια, να κι άλλη μια. Πόσο νερό να ρίξω; Ένας, δύο κουβάδες, τρεις, κι άλλους, άσε με Μυροφόρα, όχι δεν θα σου μιλήσω άλλο, όχι δεν θα ηρεμήσω. Ρίχνε κι εσύ νερό, όλο το ζυμάρι να το κάνουμε μεμιάς. Πού είναι το προζύμι; Όχι, να, όλο μια φορά. Παντού, ανακατέψτε, πόδια και χέρια, μπείτε βρε μέσα στο ζυμάρι, ελάτε έμορφες μου, χορέψτ’ αυτού όσα σας στερήσανε απ’ εκεί έξω, χορέψτε να φουσκώσει το ζυμάρι, ν’ ανέβει στο ταβάνι, η αποθήκη απόψε θα γεμίσει ζεστό ψωμί, χορέψτε εσείς, να δούνε αυτοί ψωμιά που θα τους φτιάξουμε ως το πρωί.

Άσε με κι εσύ, Κυρά Στρατούλα, μην με αρπάζεις, στα γόνατα μαζί μου – ζύμωνε, ζύμωνε, έτσι, τα χέρια μας να ξεχαρβαλωθούνε, ψυχή μου. Ανάψτε τους φούρνους, όλους μαζί, απόψε τα ψωμιά θα είναι τεράστια, θα έχουν μέσα και χώμα κι άχυρο και χαρτί. Φέρτε όλες τους πλάστες σας. Μην κωλυσιεργείτε, αμάν. Τι φοβηθήκατε; Μην καθυστερείτε. Αυτοί που έρχονται και αυτοί που μείνανε θα φάνε να χορτάσουνε καλά.

Κι όμως, καλέ τί μας λες που δεν θα το εκαταλάβαινε η Ερατώ. Σάμπως και μου ξεφεύγει τίποτα; Τί θέλαν να με βάλουνε ΄δω μέσα; Θα σας ξεμπροστιάσω, βρε. Τρεις η ώρα το πρωί και ζύμωμα στο ζύμωμα, η τόση αγρύπνια η έξαφνη, πρώτη φορά μου άνοιξε τα μάτια. Και είδα. Άνοιξα τα μάτια κι άμα εκατάλαβα πού είμασταν όλες μας χωμένες κι αναψοκοκκινισμένες όλη την ώρα τώρα, κι άμα συνειδητοποίησα τι κάναμε τόσο καιρό ...

Τα ‘χασα.

Όχι, λάθος, δεν τα έχασα. Τα βρήκα, μάλλον, τα σύγκαλά μου εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω. Πάντως είδα.

Σηκώθηκα απότομα επάνω κι όπως αντίκρυσα τη φρίκη αυτοπρόσωπη αλαφιάστηκα η άμοιρη. Ζαλίστηκα κι έπεσα πας στη Μυροφόρα κι έσκουξε.

Την κοίταξα να δω αν κατάλαβε τι γινότανε. Πού πραγματικά βρισκόμασταν. Μα χαμπάρι δεν πήρε και ζύμωνε. Αααχ, και πού να ‘ξερε τί ζύμωνε η καημένη ...

«Ααχ, βαχ, τι κάν’ς αυτού Μυρφόρ μου;»

Γιατί ζυμάρι δεν ήτανε αυτό που επλάθαμε. Μα δεν αφρόνησα, τ’ αντίθετο, δεν τα ‘χασα. Εβρήκα τα σύγκαλά μου, πρώτη φορά, εκεί πάνω στο αποτσίμπλημα*.

Άφησέ με, Κυρά Στρατούλα, μην με σκουντάς για να συνέλθω, εσύ να συνέλθεις, μην φωνάζεις, ποιος να σε ακούσει, ποιος να μας λυπηθεί; Κάποιοι άλλοι μας πήρανε τα πάντα, μας πήραν το νησί, μου πήρανε τον άντρα, μου κλέψαν την ψυχή.

Δεν καταλαβαίνεις; Εμείς δεν είμαστε μέσα στην αποθήκη. Έξω είμαστε. Εδώ μέσα είναι όλοι εκείνοι που έρχονται. Τους κλείνουνε εδώ μέσα, τους στοιβάζουνε σαν τα τσουβάλια με το αλεύρι, κι εμείς ερχόμαστε κάθε πρωί, ανάβουμε τους φούρνους να λιγοστεύουνε οι σάκοι και πάμε πάλι σπίτι μας, και κάθε φορά που μπαίνουμε νομίζουμε πως είμαστε κλεισμένες μόνιμα εδώ μέσα, νομίζουμε πως ψήνουμε ψωμιά, για να ξεχνάμε τη ζωή έξω, κι όταν είμαστε έξω είμαστε ευτυχισμένες και ξεχνάμε τι γίνεται εδώ μέσα στην αποθήκη.

Χωρίσαν το μυαλό και την ψυχή μας στα δυό οι άτιμοι. Οι χλεχλέδες. Οι σατανάδες.

Άνοιξε τα μάτια σου κι εσύ που με διαβάζεις τώρα, άκου με, αφουγκράστου, γροίκα τριγύρω σου ίνα τι πατάς. Θα μείνεις εκεί; Έλα εδώ και ρίξε την αποθήκη πάνω μου να με πλακώσει, αλλιώς μείνε εκεί που είσαι, άναψε τον φούρνο σου κι εσύ, ρίξε κι αυτόν τον καημένο μέσα, ρίξε κι εκείνον, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις σου λέω. Πως δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται. Έτσι θα γλυτώσεις απ’ αυτούς που σε φυλακίσαν. Αν δείξεις πρόθυμος. Θέλεις;

«Ερατώ.»

 ... ο διανομέας θα έρθει νωρίτερα αύριο το πρωί, αν θες να τον συναντήσεις ...

«Ερατώ!»

... αλλά θα είμαστε έτοιμες με τον φούρνο πυρωμένο. Και τα ψωμιά έτοιμα, έλα κι εσύ ...

«Ααχ, Ερατώ ...»

 

*μπαηλησμένος = εξουθενωμένος [νησιώτικος ιδιωματισμός]

*αποτσίμπλημα = αφαίρεση της τσίμπλας [=έκκριση ματιού]

©Χρίστος Ροδούλλα Τσιαήλης.

25/12/2015

Saturday, July 23, 2016

Νέα Τάξη Πραγμάτων και Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος.


Οκ, άρχισε να γίνεται πάρα μα πάρα πολύ ανησυχητικό όλο αυτό με τις επιθέσεις. Τρομακτικό. Και δεν το ονομάζω φιάσκο. Δεν είναι. Είναι ιντελικένσια ανατολικού τύπου. Ιντελικένσια με πατριωτικά αισθήματα και εθνική περηφάνια. Με σχέδιο και αποτέλεσμα. Και για όσο καιρό δεν το βλέπουνε έτσι οι προύχοντες και οι σχεδιαστές της άμυνας, θα πεθαίνουμε στους δρόμους.
Δεν τα βλέπω πλέον σαν 'μικροσυμβάντα' σε μεγαλουπόλεις όπου τρελοί τρομοκράτες αυτομολούν.
Δεν είναι μάχες με μικρο-ψυχοπαθείς της διπλανής πόρτας που νομίζουν ότι θα πάρουν θέση στον παράδεισο με ποτάμια από κρασί και μέλι, άφθονο πουργούρι και εξαγνισμένες συζύγους. Δεν είναι μόνο θρησκευτικό το αίσθημα. Είναι και εθνικό. Γεωγραφικό. Οι Τζιχατιστές αποφάσισαν ότι θέλουν πατρίδα, σύνορα και κράτος. Εκεί που δεν είχανε. Οι Τζιχατιστές είναι απόκληροι της κοινωνίας των Δυτικών και φτυσμένοι από τους ίδιους τους ομόθρησκούς τους. Είναι πεισμωμένοι και τυφλοί προς τη λογική. Τέτοια Μορφή Συγκρότησης δεν αντιμετωπίζεται εύκολα με μια ομιλία, με ένα συγνώμη, με μια χειραψία, με μια συνθήκη, με ένα τυφλό ή στοχευμένο βομβαρδισμό. Είναι Λερναία Ύδρα.
Γιατί είναι πόλεμος.
Ένας πόλεμος ακήρυκτος. Αδήλωτος. Απρόβλεπτος.
Ένας πόλεμος στον οποίο δεν καθορίζονται σύνορα και μάχες κατάληψης εδαφών. Ένας πόλεμος εκδικητικός.
Ένας παράξενος πόλεμος όπου δεν πεθαίνουν στρατιώτες από στρατιώτες ταγμένοι να υπερασπιστούνε τη χώρα τους.
Ένας ιδιαίτερος πόλεμος όπου οι Δυτικοί όταν επιχειρούν εναντίον των εδαφών που καταλαμβάνουν οι ISIS έχουν τη δηλωμένη επίσημη αποδοχή της κοινής γνώμης, και όταν δέχονται τρομοκρατικές επιθέσεις στα εδάφη τους απολαμβάνουν τη συμπαράσταση της [μισής] υφηλίου από το διαδίκτυο.
Ένας πόλεμος κυκλοθυμικός, αυθόρμητος, χωρίς Day1, Day 2, Day 3.
Η ζυγαριά ζυγίζει δυσκολοζύγιστες, ετεροβαρείς δυνάμεις και μάλιστα εθελοτυφλεί.
Δεν αργεί η ημερομηνία που οι G8 θα αποφασίσουν ότι πλέον θα πρέπει να κηρυχθεί κόκκινος συναγερμός επ αόριστον και παντού, σε όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως αν κτυπηθήκανε ή όχι.
Είναι η ημερομηνία που η Νέα Τάξη Πραγμάτων που όλοι κοροϊδεύουμε ως κάτι ανύπαρκτο, θα επιβάλει αυτό που σχεδίαζε εδώ και δεκαετίες, από την εποχή των πρώτων Παγκοσμίων Πολέμων.
Έλα ολοκληρωτικό κέρφιου, έλεγχος σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Με κάθε μέσο. Ένας ηλεκτρο-ψηφιακός μονιτορισμός αλλά και με το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουν. Την ισχυρή ιντελικένσια. Τα ελεγχόμενα όργανα, είτε είναι αστυνομικοί, είτε πολιτικοί, είτε μίντια, είτε οι παραδοσιακοί χαφιέδες της γειτονιάς.
Ολοκληρωτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Παγκοσμιοποιημένη Χούντα. Μία εξουσία. Ένας Στρατός. Μια αστυνομία. Κανένα Σύνορο. Ένα Κράτος. Ένας Ηγέτης.
Φοβού.
 
[Παραθέτω το διήγημά μου ‘Ο Πάσσαλος’, για να κλειδώσω την άποψη μου. Δεν θα δεχτώ ερωτήσεις μετά το πέρας αυτής της διαδικτυακής διάσκεψης που αποφάσισα από μόνος μου χωρίς να ρωτήσω κανένα και χωρίς να προσκαλέσω κανένα.]
 




 
[photo 'guns thirst']
        
 
 
                                                                   Ο Πάσσαλος
20,000 έτη μ.Χ. Μετά τις εκρήξεις του αφρικανικού μάγματος ολόκληρη η επιφάνεια άμμου της Σαχάρας έχει πετροποιηθεί. Ένα ατελείωτο στρώμα συμπαγούς βασαλτίου την έχει μετατρέψει σε μια τεράστια σκουρόχρωμη Πλατεία. Την μεγαλύτερη που έχει ποτέ δει η ανθρωπότητα. Ήρθανε όλοι για να την επισκεφτούνε με το Κάλεσμα. Ένας ένας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και είναι εδώ σήμερα. Ενενήντα δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι στιβαγμένοι σε μεγαλουπόλεις σε μικρά διαμερίσματα των είκοσι κρεβατιών ξεκίνησαν τη Μεγάλη Πορεία.
Για χιλιετίες όλοι υποταγμένοι σε ένα παγκόσμιο κέρφιου, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ ξανά η Ανθρωπότητα. Με πλήρη έλεγχο για το πού πάνε, που είναι που σκοπεύουν να πάνε κάθε στιγμή.
Τώρα είναι επιτέλους εδώ. Για να γίνει η αλλαγή. Έτσι ειπώθηκε. Και αυτό περιμένουν.
Από τα παράθυρά τους πάντοτε αγνάντευαν τις στέγες των υπολοίπων ουρανοξυστών, αναγκασμένοι να ψάχνουν εικονογραφημένα κόμικς για να γνωρίσουν τον κόσμο πώς ήταν στην προϊστορία, όταν υπήρχε η επιφάνεια της γης. Όταν υπήρχαν τα λουλούδια, πριν τα καταβροχθήσουν οι μεταλλαγμένες σεκόγιες για μια θέση δίπλα από τα τεράστια κτίρια.
Μα σήμερα όλοι πορεύονται σε μια τεράστια Πλατεία χωρίς διαζώματα, χωρίς περιορισμούς, χωρίς παγκάκια και συντριβάνια, μια Άγραφη Πλατεία, σαν Καθαρή Συνθήκη που αναμένει το πλήθος που θα της δώσει αξία, ζωή και ταυτότητα.
Στα βόρεια και δυτικά ο Παγετώνας που έχει κατέβει από το Κιλιμάντζαρο και έχει καλύψει το υπόλοιπο 80% της αφρικανικής ηπείρου, δημιουργεί ένα παράξενο θέαμα. Τα ντρόουνς της Αντίστασης έχουν βγάλει μοναδικές φωτογραφίες μιας νέας όψης της Αφρικής. Στους χάρτες που εκτυπώνονται εκ νέου από τα κρυφά τυπογραφεία ανά την υφήλιο, ένα τεράστιο Γιν και Γιαν καλεί τους ανθρώπους από όλες τις μεγαλουπόλεις να μαζευτούνε στην Πλατεία. Ο κύκλος αυτός, με ξεχασμένο το νόημά του για χιλιάδες χρόνια, αναβίωσε εν μιά νυχτί, όταν μοιραστήκαν τα φυλάδια.
Ημέρα Κυριακή. Ψυχρό αεράκι από τον Παγετώνα δροσίζει τα πλήθη. Ο βασάλτης απορροφάει την ακτινοβολία και είναι όλοι ευχαριστημένοι, σε αναμονή. Χωρίς να είναι γνωστή η διανομή των φυλλαδίων στον Πρόεδρο, το μήνυμα της Πορείας είχε παράλληλα μεταδοθεί και από τα μίντια απ’ άκρη σε άκρη της οικουμένης κατόπιν διαταγής του. Μεταδόθηκε ενδοκρανιακά, σιωπηλά, μέσω των εγκαταστημένων αποδοχέων τεχνολογίας bluetooth σε όλους τους εγκεφάλους. Μα το ηχητικό μήνυμα δεν έλεγε για Γιν και Γιαν και για ένωση του καλού με το καλό. Ήταν διαταγή. Όλες οι εταιρείες πληροφορικής και ο κεντρικός παγκόσμιος σταθμός ενημέρωσης αποδέχτηκαν τη μετάδοση χωρίς καμία αντίδραση – έτσι κι αλλιώς η διαταγή ήρθε από τον Πρόεδρο. Και τα πάντα είναι έτοιμα. Για να εκπληρωθεί ο διπλός σκοπός. Το διφορούμενο μήνυμα. Όλοι γνωρίζουν ότι αυτή τη στιγμή πορεύονται για την ένωση των πάντων και τη μετατροπή τους σε κάτι άλλο. Το τι θα είναι αυτό δεν γνωρίζουν. Οι ίδιοι δεν είναι έτοιμοι, αλλά κάτι τους πείθει ότι επιθυμούν εκείνο που έρχεται. Γιατί το περιμένει και ο Πρόεδρος, το περιμένει και η Αντίσταση.
Στο μέσο της πλατείας ένας πανύψηλος πάσσαλος της Εταιρείας Ελέγχου Κινήσεως. Ένας πάσσαλος που ελέγχει με ζεν-νίτρον τεχνολογία τις μπλούτουθ και γουάι-φάι συνδέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους μέσω των μικροτσίπ που ελέγχουν πλέον τον γονιδιακό ιστό του αριστερού άνω φλοιού στην περιοχή Βέρνικε. Η Τεχνοφασιστική Ελίτ είχε πάρει εύκολα την απόφαση να αντικαθίσταται η περιοχή Βέρνικε με κλωνοποιημένο υβριδικό ιστό για να μιλάνε όλοι οι Μετάνθρωποι την ίδια γλώσσα – τη Νέα Ιλλουστρική. Χωρίς μαθήματα, χωρίς ανάγκη για εκπαίδευση από τους γονείς. Η εγχείρηση γινόταν πάντοτε σε όλα να νεογέννητα 14 μέρες μετά τη γέννησή τους. Και όλοι οι άνθρωποι πλέον μιλάνε σε άπταιστα ιλλουστρικά πριν καν γνωρίσουν τον κόσμο και τους γονείς. Το μόνο που απομένει πάντα είναι να ενώσουν τις λέξεις που έχουν ήδη ενεργές στο καταχωρημένο τους λεξικό με το περιβάλλον γύρω τους. Κι αυτό γίνεται με μια σειρά προκαθορισμένων ερωτήσεων που τα βρέφη αρχίζουν να ρωτάνε με το που ξυπνάνε από την πρώτη αυτή εγχείρηση, όπου διεξάγεται η πρώτη μεγάλη από μια σειρά μεταμοσχεύσεων μεταλλαγμένων, γονιδιακά τελειοποιημένων οργάνων.
Ένα βρέφος στην αγκαλιά μιας νεαρής μάνας γυρνάει και την ρωτάει: Τι είναι αυτό; Και της δείχνει τον πάσσαλο στο κέντρο της ερήμου, εκεί που κατευθύνονται. Από την τεράστια κεφαλή του τα ηλεκτροφόρα καλώδια που εκφύονται χάνονται στον ορίζοντα, κανείς δεν γνωρίζει πού οδηγούνε. Ο άνεμος τα κουνάει ρυθμικά, δεξιά αριστερά, πάνω κάτω. Τα κεφάλια των ανθρώπων ακολουθάνε αυτή την κίνηση παθητικά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούνε.
Κάποιοι έχουν φέρει και τα σκυλιά τους, ένας μοναχικός τύπος ένα ψαράκι, και μια κυρία ένα γκρίζο γατί. Γιατί είναι γκρίζο το γατάκι; Τη ρωτάει ένα βρέφος στην αγκαλιά ενός κυρίου από Αμερική μεριά, μα η κυρία δεν απαντάει και γυρνάει το κεφάλι του γατιού της προς τον πάσσαλο. Το βρέφος επιμένει και επαναλαμβάνει την ερώτηση συνεχώς. Η κυρία αλλάζει κατεύθυνση και χάνεται στο πλήθος. Δεν θέλει να απαντήσει, δεν θέλει να ακουστεί ότι έχει ένα γκρίζο γάτο, θα την ψάξουν οι αρχές και θα τη συλλάβουν, οι γκρίζοι γάτοι έχουν εκλείψει εδώ και χιλιάδες χρόνια, τουλάχιστον έτσι είχε αποφανθεί ο Μεταδαρβινικός Οικουμενικός Σύνδεσμος. Μα η μαύρη αγορά ήξερε καλύτερα.
Ο κύριος με το ψαράκι υψώνει ψηλά τη γυάλα στον αέρα και κτυπάει το γυαλί με το δάκτυλο για να το έχει συνεχώς γυρισμένο προς τον πάσσαλο, να κοιτάει προς τα εκεί, να περιμένει. Οι σκύλοι από παντού μυρίζουν τον αέρα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κάτι έρχεται.
Τι έρχεται και περιμένουμε εδώ από το πρωί, ρωτάει ένα αγοράκι έξι μηνών τον πατέρα του. Μα αυτός δεν του απαντάει και του πιάνει το κεφάλι για να το κρατήσει σταθερό για λίγο προς την κατεύθυνση του πασσάλου, όσο χρειάζεται για να μείνει το βλέμμα του αγοριού καρφωμένο εκεί.
Μια γριά επίμονα κρατάει το κεφάλι του συζύγου της να κοιτάει προς την ίδια κατεύθυνση. Μόλις το αφήνει, το αγκυλωμένο, κυριολεκτικά αρτηριοσκληρωμένο σβέρκο τραβάει το κεφάλι προς τα δεξιά κι αυτή το ξαναρπάζει. Ο γέρος είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι που περιίπταται επί του εδάφους χωρίς ρόδες. Τέσλα. Επιτέλους. Σκέφτεται ο γέρος αλλά δεν το λέει στη γυναίκα του. Ποτέ δεν της είπε ότι στο τρίτο υπόγειο του κτιρίου τους είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας Ορθής Πληροφόρησης, ένα από τα κρυφά τυπογραφεία που τυπώνει ακόμη κόμικς. Δεν της το λέει για να την προστατεύσει. Αφήνει το μοχλό και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος. Ακουμπάει το κεφάλι πίσω και της λέει είμαι έτοιμος, κοιτάω, άσε με τώρα και συγκεντρώσου εσύ. Η γριά προσπαθεί να αφαιρέσει από το μυαλό της κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση από τα ευτυχισμένα τους χρόνια στο Νεο Βερολίνο, έχουν περάσει αυτά, κάτι καινούριο έρχεται, κάτι που ίσως αλλάξει τη ζωή τους επιτέλους.
Στην άλλη πλευρά της Πλατείας, στις παρυφές του Παγετώνα καμιά δεκαριά ανέμελες νεαρές χορεύουν γύρω από μια φωτιά. Όλοι οι υπόλοιποι κοιτάνε τη φωτιά από μακριά. Φοβούνται να κοντέψουν. Την έχουνε ξεχάσει εκεί πάνω ψηλά με τις ενσωματωμένες στους διαυγείς τοίχους θερμάστρες. Την έχουνε δει στα εικονογραφημένα, μα δεν νοιώσανε ποτέ τη θαλπωρή, ούτε την κάψη της. Οι νεαρές μάθανε να την ανάβουνε κρυφά στο υπόγειο του κτιρίου της αρχηγού της ομάδας τους, στις μυστικές συναντήσεις της σχολής χορού. Και την έχουνε ανάψει για να προστατευτούν από το κρύο που έχει φέρει το σούρουπο. Πέντε εμπρός και πέντε πίσω, χορεύουν ασυνάρτητα, χωρίς μουσική, κρατώντας από τον ώμο η μια την άλλη. Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων τους που γεννάει συνεχώς νέες μουσικές, άλλες γνωστές, άλλες καινούριες. Ο χορός τους είναι έξαλλος. Μα όσο κι αν τις παρασύρει ο αυτοαναγεννόμενος ρυθμός, τα κεφάλια τους είναι στραμμένα προς τα εκεί που πρέπει. Γιατί κάτι έρχεται. Και θα έρθει σύντομα. Και δεν μπορούν να αγνοήσουν τον ερχομό του. Είναι έτοιμες. Χωρίς πια σεξουαλικότητα. Χωρίς δεσμούς με τους ανθρώπους. Με στοχασμό. Και συναίνεση. Και απόλυτη αποδοχή. Ο χορός. Τα Ούρι του παραδείσου των αδημονούντων.
Ξαφνικά η μάζα των ανθρώπων αρχίζει να πυκνώνει ασφυκτικά προς το κέντρο. Αρχικά σπρώχνει ευγενικά ο ένας τον άλλο, παρακινώντας για ικανή προσέγγιση. Οι πιο εύσωμοι νεαροί αρχίζουνε να γίνονται πιο επίμονοι όσο οι ηλικιωμένοι επιδεικνύουν μια λογική, βραδεία κίνηση, αποφεύγοντας την επαφή με τους εμπροσθότερους. Τα μικρά παιδάκια αρχίζουν να ασφυκτιούν και ζητάνε από τις μητέρες τους να τα ανεβάσουν στους ώμους τους. Οι πολύτεκνες οικογένειες αρχίζουν να ανησυχούνε και οι μονογονιοί σύντομα αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο και επιδιώκουν συνεργασία για να σώσουν τα παιδιά τους. Τα βρέφη ρωτούν συνεχώς νέες ερωτήσεις, βλέπουν ανθρώπους έγχωμους ή λευκούς για πρώτη φορά, καθώς η Εκκαθάριση είχε ανεπανόρθωτα χωρίσει τους ανθρώπους στις Ηπείρους κατά φυλή ξεκαθαρίζοντας τις ανάμεικτες σε μια προσπάθεια απόλυτου ολοκληρωτικού ελέγχου του DNA για εύρεση λύσης στα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν -- την αντιδραστικότητα και τον ρατσισμό.
Η πίεση προς το κέντρο αρχίζει να κάνει την κατάσταση αφόρηρη, ειδικά για τις πρώτες σειρές που κινδυνεύουν να ποδοπατηθούν. Ο βασάλτης αρχίζει να ραγίζει και ένας υπόκωφος κρότος απειλεί για υποκαθίζηση. Η κρυμμένη άμμος στα έγκατα της γης πιέζει να αναδυθεί. Αν την καταπιούνε όλα αυτά τα πεινασμένα στόματα θα είναι το τέλος τους κόσμου όπως τον γνωρίζουμε. Γιατί είναι όλοι εκεί πια. Δεν έχει μείνει κανένας πίσω. Αυτό που έρχεται έρχεται για όλους.
Ένα μήνυμα αντηχεί μέσα στους εγκεφάλους όλων.
ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΣΣΑΛΟ. ΠΥΚΝΩΣΤΕ.
ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΣΣΑΛΟ. ΠΥΚΝΩΣΤΕ.
Όπως η μάζα αυτοσυμπιέζεται με τη δύναμη της ενδόκεντρου έλξης, σαν ένα αντίστροφο σύμπαν, τα στήθη των γυναικών πιέζονται στις πλάτες των πλέον αθεράπευτα ανίκανων μεσήλικων που ανεξήγητα αρχίζουν να έχουν στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια των τραπεζιτών και των οικονομολόγων μπροστά τους που κι αυτοί με τη σειρά τους αρχίζουν να έχουνε στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια της σειράς των πολιτικών που προλάβανε να τους ξεπεράσουνε, που κι αυτοί τώρα μετά από χιλιάδες χρόνια για πρώτη φορά ανακαλύπτουν τη σκληρή υφή του πέους τους αγκαλιάζοντας τις εγκύους μπροστά τους προσπαθώντας να τις προστατέψουνε, σπρώχνοντας τις πλάτες των εργατών και των σοφών πιο μπροστά με τα μακριά τους τεντωμένα χέρια.
Μα οι εργάτες και οι σοφοί, οι μόνοι εναπομείναντες τεκνοποιοί του Παγκόσμιου Έθνους – πολίτιμοι, αναντικατάστατοι -- δεν έχουνε στύση σήμερα. Δεν τη χρειάζονται. Στέκονται με δάκρυα ακριβώς μπροστά από τον πάσσαλο.
Γνωρίζουν.
Ενενήντα-δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι και είναι η τελευταία γενιά που μπορεί να τεκνοποιήσει. Μετά, το τέλος. Όλες οι προσπάθειες για κλωνοποίηση ολοκληρωμένου ανθρώπου έχουν αποτύχει. Υπάρχουν μόνο μετάνθρωποι. Σύγχρονοι Φράγκεσταϊν μιας μετανοιωμένης Μαίρης Σέλλεϊ. Ο Πρόεδρος συνέταξε αυτούς, τους τεκνοποιούς για εμπροσθοφυλακή. Γιατί μόνο αυτοί δήλωσαν ότι υποψιάζονται τι έρχεται. Μετά βίας σπρώχνουν προς τα πίσω για να κρατήσουνε απόσταση ενός μέτρου από τον πάσσαλο. Για να μην πέσει, να μείνει όρθιος, να τον κοιτάνε όλοι, έτοιμος να φιλοξενήσει αυτό που έρχεται – και, βεβαίως, ως απόσταση ασφαλείας.
Ξαφνικά ακούγεται ένα επιβλητικό φτερούγισμα από μακριά. Οι αναπνοές σταματάνε. Μια σκιά περνάει πάνω από τα ακινητοποιημένα κεφάλια. Είναι ένα φτερούγισμα γρήγορο, ρυθμικό, που όσο κοντεύει προς τον πάσσαλο αραιώνει. Πιάνει τα ρεύματα του αέρα και σιγά σιγά χαμηλώνει προς την κατεύθυνση που του δείχνουν τα βλέμματα.
Όλοι σταματάνε. Όλα παύουν να κουνιούνται. Η τάση του βασαλτίου χαλαρώνει. Οι φωτιές σβήνουν.
Το μήνυμα σταματάει να αντηχεί μέσα στα κεφάλια τους.
Οι άνθρωποι σταματούν να σπρώχνουν. Οι τεντωμένοι τους μύες σε άφεση. Ο αέρας δεν φυσάει πια στα μαλλιά τους. Το ψαράκι με ένα και μοναδικό φλουπ ανεβαίνει στην επιφάνεια και κοιτάει από μόνο του προς τον πάσσαλο. Είναι ο τελευταίος ήχος για ένα ολόκληρο λεπτό, σε μια ακτίνα πλήθους εκατό χιλιομέτρων, σαν μονόλεπτη σιγή εις αναμονή αυτού που έρχεται.
Ηρεμία.
Νηνεμία.
Ακινησία.
Όσα βλέμματα μπορούν, θα καταφέρουν να δούνε την τόσο αναμενόμενη επικάθηση επί του πασσάλου, τη σωτηρία, την αμφιλεγόμενη ελπίδα που θα φέρει αυτό που ήρθε.
Τώρα επιτέλους μπορείς να το δεις κι εσύ. Είσαι έτοιμος να δεχτείς την άφιξή του.
– είναι το λευκό κοράκι –
Κλείνει τα φτερά και σκύβει το κεφάλι προς τη μάζα. Με επιδέξιο τρόπο γυρνάει το σώμα αργά γύρω από τον πάσσαλο. Κοιτάει ένα-ένα τους ανθρώπους και τα ζώα διερευνητικά με γουρλωμένα μαύρα μάτια. Είναι η πρώτη επαφή.
Όλοι υπνωτισμένοι αρχίζουν το αργό στρίμωγμα προς τον πάσσαλο ξανά. Το βασάλτιο πίσω της ανθρώπινης μάζας έχει σηκώσει ένα τοίχος που αργά πιέζει την μάζα σχηματίζοντας τα τοιχώματα μιας τεράστιας μήτρας.
Αυτή τη στιγμή το λευκό κοράκι κοιτάει εσένα στα μάτια. Σε παρακαλώ κλείσε τα αν μπορείς. Προσπάθησε να το αντικρούσεις - πριν φτάσει το βλέμμα του σ’ εμένα.
Δεν είμαι έτοιμος.
Γιατί δεν μιλώ ιλλουστρικά. Κατάφερα και δεν έμαθα ποτέ. Αλλά ... τώρα ...
 
©Χρίστος Ροδούλλας Τσιαήλης
 




 
 

Follow me fb