Wednesday, September 21, 2016

ΨΩΜΙ


 
 
Με τον πλάστη ετούτο δεν εμπορούσα να μαλακώσω το ζυμάρι αρκετά. Εφώναζα και τη Μυροφόρα κάποτε να πιάσει την άλλη άκρη, να σπρώξουμε μαζί. Κιλά και κιλά το ζυμάρι, βγάζαμε μικρά ψωμάκια εκατοντάδες κάθε μέρα, έπρεπε να μπαίνουν στον φούρνο πριν τις επτά, να ψηθούνε ως τις επτάμισι. Εκείνη την ώρα ερχότανε ο διανομέας.

Το πρωί χθες άνοιξε την πόρτα μόνος του. Δεν εκτύπησε το κουδούνι. Το φθινοπωρινό φως εμπήκε από την πόρτα και εφώτισε ολόκληρη την αποθήκη. Όλες μας εκοιτάξαμε προς το μέρος του απορημένες.

«Άλλαξε κάτι;» αποφάσισα να τον ρωτήσω για πρώτη φορά.

«Δηλαδή ξέρεις ακριβώς τι συμβαίνει, και με ρωτάς, γυναίκα; Και θα καταλάβεις και την αλλαγή, δηλαδής;» μου απάντησε ψυχρά. «Γιατί εγώ ακόμη δεν εκατάλαβα.»

«Καλά, ωρέ λεβέντη μου, πού το παίρνεις τόσο ψωμί κάθε πρωί;» Είχα αποφασίσει να το τραβήξω αυτή τη φορά. Να μάθω. Να καταλάβω γιατί μας εκλείσανε εδώ και δέκα μήνες μέσα στην αποθήκη του Δημαρχείου και δεν μας λένε τίποτα. Δεν έρχεται κανείς, μόνο η Δήμαρχος καμιά φορά για να βοηθήσει. Ούτε κι αυτή δεν μας λέει -- λέει δεν πρέπει να μας πει -- λέει κινδυνεύει όποιος γνωρίζει. Τίποτα δεν μου είπε. Επήρε δυό φορτία με το καρότσι το μεγάλο στο φορτηγό του κι έκλεισε την πόρτα απέξω.

Δεν νοιώθω καλά σήμερα. Ο διανομέας άλλαξε. Ο άλλος δεν μου έλεγε τι συμβαίνει, ίσως τον φάγανε που μου μίλησε έστω και λίγο, τις προάλλες, δεν ξεύρω, ίσως αυτός σταθεί πιο άντρας. Στάσου βρε στο ύψος σου. Μην μας έχεις έτσι εδώ, σαν σκλάβες. Πες μας τι γίνεται, ποιον υπηρετείς, πού το παίρνεις τόσο ψωμί κάθε μέρα;

«Καλημέρα.»

«Πού την είδες;» μου απάντησε αυτός και η Μυροφόρα με σκούντηξε να δω στο μπράτσο του το τατουάζ – μια σβάστιγκα. Σώπασα αμέσως και πασπάλησα ακόμη λίγο αλεύρι στα ψημένα ψωμιά.

«Είναι καλύτερα να τα παίρνεις με επιπλέον αλεύρι. Κρατάνε μυρωδιά.» του είπα και αυτός έφυγε με το φορτίο κοιτάζοντας καχύποπτα όλες μας.

Η Δήμαρχος εκτύπησε την πόρτα απόγευμα. Πρώτη φορά απόγευμα. Εμείς εκάτσαμε εξουθενωμένες στα κιβώτια με το αλάτι. Οι καρποί μου επονούσανε άσχημα. Εκείνη την ώρα η Κυρά Στρατούλα απήγγελλε Σαπφώ. Σταμάτησε απότομα με το γνέψιμο της Δημάρχου. Οι στίχοι εκολλήσανε στα χείλη της σαν το ζυμάρι στα μαλλιά μου και στις σόλες μου.

«Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγή. Δεν σταματάνε να έρχονται. Κι είναι γυναίκες και μωρά, μα πιο πολύ άντρες πεινασμένοι και μπαηλησμένοι* από τη θάλασσα. Φτιάξτε κι άλλο προζύμι, πιο πολύ μάτια μου να βάζετε στη δόση, να φουσκώνει το ζυμάρι, να βγάζουμε πιο πολλά καρβέλια με κάθε δόση, δεν θα μας φτάσει το αλεύρι, πεινάνε κι οι δικοί μας πια.»

«Ποιοι δεν σταματάνε να έρχονται;» ερώτησα κοιτάζοντας τη Δήμαρχο θυμωμένα. Καμιά άλλη δεν μίλαγε.

«Πού είναι οι αντράδες μας; Θέλουμε να έρθουνε εδώ. Δεν γίνεται να μην μας ψάχνουν.»

«Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις.» μου απάντησε η Δήμαρχος και εγύρισε να φύγει. Χαρούμενη δεν ήτανε πάντως.

Ο αέρας της πόρτας που έκλεισε απότομα έσβησε ένα φυτίλι. Εσκοτείνιασε το πρόσωπο της Κυρά Στρατούλας. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις. Σίγουρα, εντελώς σίγουρα εννοούσε πως αν εξεμυτούσα απ’ την πόρτα θα με εσκότωναν. Δεν κρατάς ένα άνθρωπο δέκα μήνες κλεισμένο να σου παράγει ψωμί και μετά τον αφήνεις έτσι. Μας δοκιμάζανε. Κάτι τρομακτικό εσυνέβαινε απέξω. Έπεσε πείνα άγρια. Και κάποιοι, λέει, ερχόντουσαν από μακριά. Μα ποιοι; Από πού;

«Ποιοι έρχονται στο κωλονήσι μας και μας τρώνε το ψωμί; Αρκετοί δεν είμασταν; Μόλις που ζούσαμε με αυτά που είχαμε ...»

«Τί σιγοψιθυρίζεις, Ερατώ;»

«Τίποτα, με πονάν τα χέρια, δεν αντέχω, και θέλουνε κι άλλο, πιο πολύ ψωμί, πρέπει να αρχίσουμε νωρίτερα, και πώς να ξυπνήσω από τις τέσσερις αύριο που όρεξη δεν έχω για να κοιμηθώ;»

Δεν μου απάντησε η Μυροφόρα. Θα σκεφτότανε τα ίδια και χειρότερα. Τουλάχιστον εγώ δεν είχα παιδιά ακόμη. Αυτή άφησε έξω τρία κοριτσάκια όταν την εκλείσανε με το ζόρι με ένα μακρύ πλάστη εδώ μέσα και την ποδιά με τα ψάρια που μας εδώσανε όλες. Εκατόν πενήντα σακούλες αλεύρι μείνανε. Πρέπει να φέρουνε κι άλλο, γιατί δεν θα φτάσει για το χειμώνα. Τι να κάνω, τι να κάνω για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Δεν μπορώ να ξυπνήσω ούτε μία ακόμη μέρα για να ζυμώσω κι άλλο ψωμί. Δεν θα κοιμηθώ και πάλι απόψε μόνη.

Ώπα, απ’ όλες τις συμπτώσεις. Η πόρτα. Κάλλιο να δάγκωνα τα χείλη μου. Πριν καταλάβω τι γίνεται και δω ποιος είναι ερίξαν στο σωρό άλλες δεκαοκτώ σακούλες. Άλλες μικρές, άλλες μεγάλες. Σκούντηξα τη Μυροφόρα.

Όπως πάντα, ποτέ δεν περιμέναμε πότε θα άνοιγε αυτή η πόρτα για ανατροφοδότηση. Άλλοτε πέρναγε μήνας, άλλοτε φέρνανε σακούλες καθημερινά. Φανταζόμουνα έξω τους μύλους να δουλεύουνε σαν τους μπεκρήδες, να αλέθουνε μόνο άμα τα πίνανε κι ύστερα, κι ό,τι βγάζανε βγάζανε.

Δεν θα κοιμηθώ απόψε. Ψωμί θέλουν; Ψωμί θα πάρουν.

Πού είναι το μαχαίρι που σημαδεύω τα ψωμιά; Ααα, να το. Απόψε θα σκίσω όλους τους σάκους με τ’ αλεύρι. Όλους.

Ορίστε, να πάρε μια, να κι άλλη μια. Πόσο νερό να ρίξω; Ένας, δύο κουβάδες, τρεις, κι άλλους, άσε με Μυροφόρα, όχι δεν θα σου μιλήσω άλλο, όχι δεν θα ηρεμήσω. Ρίχνε κι εσύ νερό, όλο το ζυμάρι να το κάνουμε μεμιάς. Πού είναι το προζύμι; Όχι, να, όλο μια φορά. Παντού, ανακατέψτε, πόδια και χέρια, μπείτε βρε μέσα στο ζυμάρι, ελάτε έμορφες μου, χορέψτ’ αυτού όσα σας στερήσανε απ’ εκεί έξω, χορέψτε να φουσκώσει το ζυμάρι, ν’ ανέβει στο ταβάνι, η αποθήκη απόψε θα γεμίσει ζεστό ψωμί, χορέψτε εσείς, να δούνε αυτοί ψωμιά που θα τους φτιάξουμε ως το πρωί.

Άσε με κι εσύ, Κυρά Στρατούλα, μην με αρπάζεις, στα γόνατα μαζί μου – ζύμωνε, ζύμωνε, έτσι, τα χέρια μας να ξεχαρβαλωθούνε, ψυχή μου. Ανάψτε τους φούρνους, όλους μαζί, απόψε τα ψωμιά θα είναι τεράστια, θα έχουν μέσα και χώμα κι άχυρο και χαρτί. Φέρτε όλες τους πλάστες σας. Μην κωλυσιεργείτε, αμάν. Τι φοβηθήκατε; Μην καθυστερείτε. Αυτοί που έρχονται και αυτοί που μείνανε θα φάνε να χορτάσουνε καλά.

Κι όμως, καλέ τί μας λες που δεν θα το εκαταλάβαινε η Ερατώ. Σάμπως και μου ξεφεύγει τίποτα; Τί θέλαν να με βάλουνε ΄δω μέσα; Θα σας ξεμπροστιάσω, βρε. Τρεις η ώρα το πρωί και ζύμωμα στο ζύμωμα, η τόση αγρύπνια η έξαφνη, πρώτη φορά μου άνοιξε τα μάτια. Και είδα. Άνοιξα τα μάτια κι άμα εκατάλαβα πού είμασταν όλες μας χωμένες κι αναψοκοκκινισμένες όλη την ώρα τώρα, κι άμα συνειδητοποίησα τι κάναμε τόσο καιρό ...

Τα ‘χασα.

Όχι, λάθος, δεν τα έχασα. Τα βρήκα, μάλλον, τα σύγκαλά μου εκείνη τη στιγμή, δεν ξέρω. Πάντως είδα.

Σηκώθηκα απότομα επάνω κι όπως αντίκρυσα τη φρίκη αυτοπρόσωπη αλαφιάστηκα η άμοιρη. Ζαλίστηκα κι έπεσα πας στη Μυροφόρα κι έσκουξε.

Την κοίταξα να δω αν κατάλαβε τι γινότανε. Πού πραγματικά βρισκόμασταν. Μα χαμπάρι δεν πήρε και ζύμωνε. Αααχ, και πού να ‘ξερε τί ζύμωνε η καημένη ...

«Ααχ, βαχ, τι κάν’ς αυτού Μυρφόρ μου;»

Γιατί ζυμάρι δεν ήτανε αυτό που επλάθαμε. Μα δεν αφρόνησα, τ’ αντίθετο, δεν τα ‘χασα. Εβρήκα τα σύγκαλά μου, πρώτη φορά, εκεί πάνω στο αποτσίμπλημα*.

Άφησέ με, Κυρά Στρατούλα, μην με σκουντάς για να συνέλθω, εσύ να συνέλθεις, μην φωνάζεις, ποιος να σε ακούσει, ποιος να μας λυπηθεί; Κάποιοι άλλοι μας πήρανε τα πάντα, μας πήραν το νησί, μου πήρανε τον άντρα, μου κλέψαν την ψυχή.

Δεν καταλαβαίνεις; Εμείς δεν είμαστε μέσα στην αποθήκη. Έξω είμαστε. Εδώ μέσα είναι όλοι εκείνοι που έρχονται. Τους κλείνουνε εδώ μέσα, τους στοιβάζουνε σαν τα τσουβάλια με το αλεύρι, κι εμείς ερχόμαστε κάθε πρωί, ανάβουμε τους φούρνους να λιγοστεύουνε οι σάκοι και πάμε πάλι σπίτι μας, και κάθε φορά που μπαίνουμε νομίζουμε πως είμαστε κλεισμένες μόνιμα εδώ μέσα, νομίζουμε πως ψήνουμε ψωμιά, για να ξεχνάμε τη ζωή έξω, κι όταν είμαστε έξω είμαστε ευτυχισμένες και ξεχνάμε τι γίνεται εδώ μέσα στην αποθήκη.

Χωρίσαν το μυαλό και την ψυχή μας στα δυό οι άτιμοι. Οι χλεχλέδες. Οι σατανάδες.

Άνοιξε τα μάτια σου κι εσύ που με διαβάζεις τώρα, άκου με, αφουγκράστου, γροίκα τριγύρω σου ίνα τι πατάς. Θα μείνεις εκεί; Έλα εδώ και ρίξε την αποθήκη πάνω μου να με πλακώσει, αλλιώς μείνε εκεί που είσαι, άναψε τον φούρνο σου κι εσύ, ρίξε κι αυτόν τον καημένο μέσα, ρίξε κι εκείνον, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις σου λέω. Πως δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται. Έτσι θα γλυτώσεις απ’ αυτούς που σε φυλακίσαν. Αν δείξεις πρόθυμος. Θέλεις;

«Ερατώ.»

 ... ο διανομέας θα έρθει νωρίτερα αύριο το πρωί, αν θες να τον συναντήσεις ...

«Ερατώ!»

... αλλά θα είμαστε έτοιμες με τον φούρνο πυρωμένο. Και τα ψωμιά έτοιμα, έλα κι εσύ ...

«Ααχ, Ερατώ ...»

 

*μπαηλησμένος = εξουθενωμένος [νησιώτικος ιδιωματισμός]

*αποτσίμπλημα = αφαίρεση της τσίμπλας [=έκκριση ματιού]

©Χρίστος Ροδούλλα Τσιαήλης.

25/12/2015

Saturday, July 23, 2016

Νέα Τάξη Πραγμάτων και Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος.


Οκ, άρχισε να γίνεται πάρα μα πάρα πολύ ανησυχητικό όλο αυτό με τις επιθέσεις. Τρομακτικό. Και δεν το ονομάζω φιάσκο. Δεν είναι. Είναι ιντελικένσια ανατολικού τύπου. Ιντελικένσια με πατριωτικά αισθήματα και εθνική περηφάνια. Με σχέδιο και αποτέλεσμα. Και για όσο καιρό δεν το βλέπουνε έτσι οι προύχοντες και οι σχεδιαστές της άμυνας, θα πεθαίνουμε στους δρόμους.
Δεν τα βλέπω πλέον σαν 'μικροσυμβάντα' σε μεγαλουπόλεις όπου τρελοί τρομοκράτες αυτομολούν.
Δεν είναι μάχες με μικρο-ψυχοπαθείς της διπλανής πόρτας που νομίζουν ότι θα πάρουν θέση στον παράδεισο με ποτάμια από κρασί και μέλι, άφθονο πουργούρι και εξαγνισμένες συζύγους. Δεν είναι μόνο θρησκευτικό το αίσθημα. Είναι και εθνικό. Γεωγραφικό. Οι Τζιχατιστές αποφάσισαν ότι θέλουν πατρίδα, σύνορα και κράτος. Εκεί που δεν είχανε. Οι Τζιχατιστές είναι απόκληροι της κοινωνίας των Δυτικών και φτυσμένοι από τους ίδιους τους ομόθρησκούς τους. Είναι πεισμωμένοι και τυφλοί προς τη λογική. Τέτοια Μορφή Συγκρότησης δεν αντιμετωπίζεται εύκολα με μια ομιλία, με ένα συγνώμη, με μια χειραψία, με μια συνθήκη, με ένα τυφλό ή στοχευμένο βομβαρδισμό. Είναι Λερναία Ύδρα.
Γιατί είναι πόλεμος.
Ένας πόλεμος ακήρυκτος. Αδήλωτος. Απρόβλεπτος.
Ένας πόλεμος στον οποίο δεν καθορίζονται σύνορα και μάχες κατάληψης εδαφών. Ένας πόλεμος εκδικητικός.
Ένας παράξενος πόλεμος όπου δεν πεθαίνουν στρατιώτες από στρατιώτες ταγμένοι να υπερασπιστούνε τη χώρα τους.
Ένας ιδιαίτερος πόλεμος όπου οι Δυτικοί όταν επιχειρούν εναντίον των εδαφών που καταλαμβάνουν οι ISIS έχουν τη δηλωμένη επίσημη αποδοχή της κοινής γνώμης, και όταν δέχονται τρομοκρατικές επιθέσεις στα εδάφη τους απολαμβάνουν τη συμπαράσταση της [μισής] υφηλίου από το διαδίκτυο.
Ένας πόλεμος κυκλοθυμικός, αυθόρμητος, χωρίς Day1, Day 2, Day 3.
Η ζυγαριά ζυγίζει δυσκολοζύγιστες, ετεροβαρείς δυνάμεις και μάλιστα εθελοτυφλεί.
Δεν αργεί η ημερομηνία που οι G8 θα αποφασίσουν ότι πλέον θα πρέπει να κηρυχθεί κόκκινος συναγερμός επ αόριστον και παντού, σε όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως αν κτυπηθήκανε ή όχι.
Είναι η ημερομηνία που η Νέα Τάξη Πραγμάτων που όλοι κοροϊδεύουμε ως κάτι ανύπαρκτο, θα επιβάλει αυτό που σχεδίαζε εδώ και δεκαετίες, από την εποχή των πρώτων Παγκοσμίων Πολέμων.
Έλα ολοκληρωτικό κέρφιου, έλεγχος σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Με κάθε μέσο. Ένας ηλεκτρο-ψηφιακός μονιτορισμός αλλά και με το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουν. Την ισχυρή ιντελικένσια. Τα ελεγχόμενα όργανα, είτε είναι αστυνομικοί, είτε πολιτικοί, είτε μίντια, είτε οι παραδοσιακοί χαφιέδες της γειτονιάς.
Ολοκληρωτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Παγκοσμιοποιημένη Χούντα. Μία εξουσία. Ένας Στρατός. Μια αστυνομία. Κανένα Σύνορο. Ένα Κράτος. Ένας Ηγέτης.
Φοβού.
 
[Παραθέτω το διήγημά μου ‘Ο Πάσσαλος’, για να κλειδώσω την άποψη μου. Δεν θα δεχτώ ερωτήσεις μετά το πέρας αυτής της διαδικτυακής διάσκεψης που αποφάσισα από μόνος μου χωρίς να ρωτήσω κανένα και χωρίς να προσκαλέσω κανένα.]
 




 
[photo 'guns thirst']
        
 
 
                                                                   Ο Πάσσαλος
20,000 έτη μ.Χ. Μετά τις εκρήξεις του αφρικανικού μάγματος ολόκληρη η επιφάνεια άμμου της Σαχάρας έχει πετροποιηθεί. Ένα ατελείωτο στρώμα συμπαγούς βασαλτίου την έχει μετατρέψει σε μια τεράστια σκουρόχρωμη Πλατεία. Την μεγαλύτερη που έχει ποτέ δει η ανθρωπότητα. Ήρθανε όλοι για να την επισκεφτούνε με το Κάλεσμα. Ένας ένας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και είναι εδώ σήμερα. Ενενήντα δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι στιβαγμένοι σε μεγαλουπόλεις σε μικρά διαμερίσματα των είκοσι κρεβατιών ξεκίνησαν τη Μεγάλη Πορεία.
Για χιλιετίες όλοι υποταγμένοι σε ένα παγκόσμιο κέρφιου, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ ξανά η Ανθρωπότητα. Με πλήρη έλεγχο για το πού πάνε, που είναι που σκοπεύουν να πάνε κάθε στιγμή.
Τώρα είναι επιτέλους εδώ. Για να γίνει η αλλαγή. Έτσι ειπώθηκε. Και αυτό περιμένουν.
Από τα παράθυρά τους πάντοτε αγνάντευαν τις στέγες των υπολοίπων ουρανοξυστών, αναγκασμένοι να ψάχνουν εικονογραφημένα κόμικς για να γνωρίσουν τον κόσμο πώς ήταν στην προϊστορία, όταν υπήρχε η επιφάνεια της γης. Όταν υπήρχαν τα λουλούδια, πριν τα καταβροχθήσουν οι μεταλλαγμένες σεκόγιες για μια θέση δίπλα από τα τεράστια κτίρια.
Μα σήμερα όλοι πορεύονται σε μια τεράστια Πλατεία χωρίς διαζώματα, χωρίς περιορισμούς, χωρίς παγκάκια και συντριβάνια, μια Άγραφη Πλατεία, σαν Καθαρή Συνθήκη που αναμένει το πλήθος που θα της δώσει αξία, ζωή και ταυτότητα.
Στα βόρεια και δυτικά ο Παγετώνας που έχει κατέβει από το Κιλιμάντζαρο και έχει καλύψει το υπόλοιπο 80% της αφρικανικής ηπείρου, δημιουργεί ένα παράξενο θέαμα. Τα ντρόουνς της Αντίστασης έχουν βγάλει μοναδικές φωτογραφίες μιας νέας όψης της Αφρικής. Στους χάρτες που εκτυπώνονται εκ νέου από τα κρυφά τυπογραφεία ανά την υφήλιο, ένα τεράστιο Γιν και Γιαν καλεί τους ανθρώπους από όλες τις μεγαλουπόλεις να μαζευτούνε στην Πλατεία. Ο κύκλος αυτός, με ξεχασμένο το νόημά του για χιλιάδες χρόνια, αναβίωσε εν μιά νυχτί, όταν μοιραστήκαν τα φυλάδια.
Ημέρα Κυριακή. Ψυχρό αεράκι από τον Παγετώνα δροσίζει τα πλήθη. Ο βασάλτης απορροφάει την ακτινοβολία και είναι όλοι ευχαριστημένοι, σε αναμονή. Χωρίς να είναι γνωστή η διανομή των φυλλαδίων στον Πρόεδρο, το μήνυμα της Πορείας είχε παράλληλα μεταδοθεί και από τα μίντια απ’ άκρη σε άκρη της οικουμένης κατόπιν διαταγής του. Μεταδόθηκε ενδοκρανιακά, σιωπηλά, μέσω των εγκαταστημένων αποδοχέων τεχνολογίας bluetooth σε όλους τους εγκεφάλους. Μα το ηχητικό μήνυμα δεν έλεγε για Γιν και Γιαν και για ένωση του καλού με το καλό. Ήταν διαταγή. Όλες οι εταιρείες πληροφορικής και ο κεντρικός παγκόσμιος σταθμός ενημέρωσης αποδέχτηκαν τη μετάδοση χωρίς καμία αντίδραση – έτσι κι αλλιώς η διαταγή ήρθε από τον Πρόεδρο. Και τα πάντα είναι έτοιμα. Για να εκπληρωθεί ο διπλός σκοπός. Το διφορούμενο μήνυμα. Όλοι γνωρίζουν ότι αυτή τη στιγμή πορεύονται για την ένωση των πάντων και τη μετατροπή τους σε κάτι άλλο. Το τι θα είναι αυτό δεν γνωρίζουν. Οι ίδιοι δεν είναι έτοιμοι, αλλά κάτι τους πείθει ότι επιθυμούν εκείνο που έρχεται. Γιατί το περιμένει και ο Πρόεδρος, το περιμένει και η Αντίσταση.
Στο μέσο της πλατείας ένας πανύψηλος πάσσαλος της Εταιρείας Ελέγχου Κινήσεως. Ένας πάσσαλος που ελέγχει με ζεν-νίτρον τεχνολογία τις μπλούτουθ και γουάι-φάι συνδέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους μέσω των μικροτσίπ που ελέγχουν πλέον τον γονιδιακό ιστό του αριστερού άνω φλοιού στην περιοχή Βέρνικε. Η Τεχνοφασιστική Ελίτ είχε πάρει εύκολα την απόφαση να αντικαθίσταται η περιοχή Βέρνικε με κλωνοποιημένο υβριδικό ιστό για να μιλάνε όλοι οι Μετάνθρωποι την ίδια γλώσσα – τη Νέα Ιλλουστρική. Χωρίς μαθήματα, χωρίς ανάγκη για εκπαίδευση από τους γονείς. Η εγχείρηση γινόταν πάντοτε σε όλα να νεογέννητα 14 μέρες μετά τη γέννησή τους. Και όλοι οι άνθρωποι πλέον μιλάνε σε άπταιστα ιλλουστρικά πριν καν γνωρίσουν τον κόσμο και τους γονείς. Το μόνο που απομένει πάντα είναι να ενώσουν τις λέξεις που έχουν ήδη ενεργές στο καταχωρημένο τους λεξικό με το περιβάλλον γύρω τους. Κι αυτό γίνεται με μια σειρά προκαθορισμένων ερωτήσεων που τα βρέφη αρχίζουν να ρωτάνε με το που ξυπνάνε από την πρώτη αυτή εγχείρηση, όπου διεξάγεται η πρώτη μεγάλη από μια σειρά μεταμοσχεύσεων μεταλλαγμένων, γονιδιακά τελειοποιημένων οργάνων.
Ένα βρέφος στην αγκαλιά μιας νεαρής μάνας γυρνάει και την ρωτάει: Τι είναι αυτό; Και της δείχνει τον πάσσαλο στο κέντρο της ερήμου, εκεί που κατευθύνονται. Από την τεράστια κεφαλή του τα ηλεκτροφόρα καλώδια που εκφύονται χάνονται στον ορίζοντα, κανείς δεν γνωρίζει πού οδηγούνε. Ο άνεμος τα κουνάει ρυθμικά, δεξιά αριστερά, πάνω κάτω. Τα κεφάλια των ανθρώπων ακολουθάνε αυτή την κίνηση παθητικά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούνε.
Κάποιοι έχουν φέρει και τα σκυλιά τους, ένας μοναχικός τύπος ένα ψαράκι, και μια κυρία ένα γκρίζο γατί. Γιατί είναι γκρίζο το γατάκι; Τη ρωτάει ένα βρέφος στην αγκαλιά ενός κυρίου από Αμερική μεριά, μα η κυρία δεν απαντάει και γυρνάει το κεφάλι του γατιού της προς τον πάσσαλο. Το βρέφος επιμένει και επαναλαμβάνει την ερώτηση συνεχώς. Η κυρία αλλάζει κατεύθυνση και χάνεται στο πλήθος. Δεν θέλει να απαντήσει, δεν θέλει να ακουστεί ότι έχει ένα γκρίζο γάτο, θα την ψάξουν οι αρχές και θα τη συλλάβουν, οι γκρίζοι γάτοι έχουν εκλείψει εδώ και χιλιάδες χρόνια, τουλάχιστον έτσι είχε αποφανθεί ο Μεταδαρβινικός Οικουμενικός Σύνδεσμος. Μα η μαύρη αγορά ήξερε καλύτερα.
Ο κύριος με το ψαράκι υψώνει ψηλά τη γυάλα στον αέρα και κτυπάει το γυαλί με το δάκτυλο για να το έχει συνεχώς γυρισμένο προς τον πάσσαλο, να κοιτάει προς τα εκεί, να περιμένει. Οι σκύλοι από παντού μυρίζουν τον αέρα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κάτι έρχεται.
Τι έρχεται και περιμένουμε εδώ από το πρωί, ρωτάει ένα αγοράκι έξι μηνών τον πατέρα του. Μα αυτός δεν του απαντάει και του πιάνει το κεφάλι για να το κρατήσει σταθερό για λίγο προς την κατεύθυνση του πασσάλου, όσο χρειάζεται για να μείνει το βλέμμα του αγοριού καρφωμένο εκεί.
Μια γριά επίμονα κρατάει το κεφάλι του συζύγου της να κοιτάει προς την ίδια κατεύθυνση. Μόλις το αφήνει, το αγκυλωμένο, κυριολεκτικά αρτηριοσκληρωμένο σβέρκο τραβάει το κεφάλι προς τα δεξιά κι αυτή το ξαναρπάζει. Ο γέρος είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι που περιίπταται επί του εδάφους χωρίς ρόδες. Τέσλα. Επιτέλους. Σκέφτεται ο γέρος αλλά δεν το λέει στη γυναίκα του. Ποτέ δεν της είπε ότι στο τρίτο υπόγειο του κτιρίου τους είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας Ορθής Πληροφόρησης, ένα από τα κρυφά τυπογραφεία που τυπώνει ακόμη κόμικς. Δεν της το λέει για να την προστατεύσει. Αφήνει το μοχλό και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος. Ακουμπάει το κεφάλι πίσω και της λέει είμαι έτοιμος, κοιτάω, άσε με τώρα και συγκεντρώσου εσύ. Η γριά προσπαθεί να αφαιρέσει από το μυαλό της κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση από τα ευτυχισμένα τους χρόνια στο Νεο Βερολίνο, έχουν περάσει αυτά, κάτι καινούριο έρχεται, κάτι που ίσως αλλάξει τη ζωή τους επιτέλους.
Στην άλλη πλευρά της Πλατείας, στις παρυφές του Παγετώνα καμιά δεκαριά ανέμελες νεαρές χορεύουν γύρω από μια φωτιά. Όλοι οι υπόλοιποι κοιτάνε τη φωτιά από μακριά. Φοβούνται να κοντέψουν. Την έχουνε ξεχάσει εκεί πάνω ψηλά με τις ενσωματωμένες στους διαυγείς τοίχους θερμάστρες. Την έχουνε δει στα εικονογραφημένα, μα δεν νοιώσανε ποτέ τη θαλπωρή, ούτε την κάψη της. Οι νεαρές μάθανε να την ανάβουνε κρυφά στο υπόγειο του κτιρίου της αρχηγού της ομάδας τους, στις μυστικές συναντήσεις της σχολής χορού. Και την έχουνε ανάψει για να προστατευτούν από το κρύο που έχει φέρει το σούρουπο. Πέντε εμπρός και πέντε πίσω, χορεύουν ασυνάρτητα, χωρίς μουσική, κρατώντας από τον ώμο η μια την άλλη. Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων τους που γεννάει συνεχώς νέες μουσικές, άλλες γνωστές, άλλες καινούριες. Ο χορός τους είναι έξαλλος. Μα όσο κι αν τις παρασύρει ο αυτοαναγεννόμενος ρυθμός, τα κεφάλια τους είναι στραμμένα προς τα εκεί που πρέπει. Γιατί κάτι έρχεται. Και θα έρθει σύντομα. Και δεν μπορούν να αγνοήσουν τον ερχομό του. Είναι έτοιμες. Χωρίς πια σεξουαλικότητα. Χωρίς δεσμούς με τους ανθρώπους. Με στοχασμό. Και συναίνεση. Και απόλυτη αποδοχή. Ο χορός. Τα Ούρι του παραδείσου των αδημονούντων.
Ξαφνικά η μάζα των ανθρώπων αρχίζει να πυκνώνει ασφυκτικά προς το κέντρο. Αρχικά σπρώχνει ευγενικά ο ένας τον άλλο, παρακινώντας για ικανή προσέγγιση. Οι πιο εύσωμοι νεαροί αρχίζουνε να γίνονται πιο επίμονοι όσο οι ηλικιωμένοι επιδεικνύουν μια λογική, βραδεία κίνηση, αποφεύγοντας την επαφή με τους εμπροσθότερους. Τα μικρά παιδάκια αρχίζουν να ασφυκτιούν και ζητάνε από τις μητέρες τους να τα ανεβάσουν στους ώμους τους. Οι πολύτεκνες οικογένειες αρχίζουν να ανησυχούνε και οι μονογονιοί σύντομα αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο και επιδιώκουν συνεργασία για να σώσουν τα παιδιά τους. Τα βρέφη ρωτούν συνεχώς νέες ερωτήσεις, βλέπουν ανθρώπους έγχωμους ή λευκούς για πρώτη φορά, καθώς η Εκκαθάριση είχε ανεπανόρθωτα χωρίσει τους ανθρώπους στις Ηπείρους κατά φυλή ξεκαθαρίζοντας τις ανάμεικτες σε μια προσπάθεια απόλυτου ολοκληρωτικού ελέγχου του DNA για εύρεση λύσης στα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν -- την αντιδραστικότητα και τον ρατσισμό.
Η πίεση προς το κέντρο αρχίζει να κάνει την κατάσταση αφόρηρη, ειδικά για τις πρώτες σειρές που κινδυνεύουν να ποδοπατηθούν. Ο βασάλτης αρχίζει να ραγίζει και ένας υπόκωφος κρότος απειλεί για υποκαθίζηση. Η κρυμμένη άμμος στα έγκατα της γης πιέζει να αναδυθεί. Αν την καταπιούνε όλα αυτά τα πεινασμένα στόματα θα είναι το τέλος τους κόσμου όπως τον γνωρίζουμε. Γιατί είναι όλοι εκεί πια. Δεν έχει μείνει κανένας πίσω. Αυτό που έρχεται έρχεται για όλους.
Ένα μήνυμα αντηχεί μέσα στους εγκεφάλους όλων.
ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΣΣΑΛΟ. ΠΥΚΝΩΣΤΕ.
ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΣΣΑΛΟ. ΠΥΚΝΩΣΤΕ.
Όπως η μάζα αυτοσυμπιέζεται με τη δύναμη της ενδόκεντρου έλξης, σαν ένα αντίστροφο σύμπαν, τα στήθη των γυναικών πιέζονται στις πλάτες των πλέον αθεράπευτα ανίκανων μεσήλικων που ανεξήγητα αρχίζουν να έχουν στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια των τραπεζιτών και των οικονομολόγων μπροστά τους που κι αυτοί με τη σειρά τους αρχίζουν να έχουνε στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια της σειράς των πολιτικών που προλάβανε να τους ξεπεράσουνε, που κι αυτοί τώρα μετά από χιλιάδες χρόνια για πρώτη φορά ανακαλύπτουν τη σκληρή υφή του πέους τους αγκαλιάζοντας τις εγκύους μπροστά τους προσπαθώντας να τις προστατέψουνε, σπρώχνοντας τις πλάτες των εργατών και των σοφών πιο μπροστά με τα μακριά τους τεντωμένα χέρια.
Μα οι εργάτες και οι σοφοί, οι μόνοι εναπομείναντες τεκνοποιοί του Παγκόσμιου Έθνους – πολίτιμοι, αναντικατάστατοι -- δεν έχουνε στύση σήμερα. Δεν τη χρειάζονται. Στέκονται με δάκρυα ακριβώς μπροστά από τον πάσσαλο.
Γνωρίζουν.
Ενενήντα-δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι και είναι η τελευταία γενιά που μπορεί να τεκνοποιήσει. Μετά, το τέλος. Όλες οι προσπάθειες για κλωνοποίηση ολοκληρωμένου ανθρώπου έχουν αποτύχει. Υπάρχουν μόνο μετάνθρωποι. Σύγχρονοι Φράγκεσταϊν μιας μετανοιωμένης Μαίρης Σέλλεϊ. Ο Πρόεδρος συνέταξε αυτούς, τους τεκνοποιούς για εμπροσθοφυλακή. Γιατί μόνο αυτοί δήλωσαν ότι υποψιάζονται τι έρχεται. Μετά βίας σπρώχνουν προς τα πίσω για να κρατήσουνε απόσταση ενός μέτρου από τον πάσσαλο. Για να μην πέσει, να μείνει όρθιος, να τον κοιτάνε όλοι, έτοιμος να φιλοξενήσει αυτό που έρχεται – και, βεβαίως, ως απόσταση ασφαλείας.
Ξαφνικά ακούγεται ένα επιβλητικό φτερούγισμα από μακριά. Οι αναπνοές σταματάνε. Μια σκιά περνάει πάνω από τα ακινητοποιημένα κεφάλια. Είναι ένα φτερούγισμα γρήγορο, ρυθμικό, που όσο κοντεύει προς τον πάσσαλο αραιώνει. Πιάνει τα ρεύματα του αέρα και σιγά σιγά χαμηλώνει προς την κατεύθυνση που του δείχνουν τα βλέμματα.
Όλοι σταματάνε. Όλα παύουν να κουνιούνται. Η τάση του βασαλτίου χαλαρώνει. Οι φωτιές σβήνουν.
Το μήνυμα σταματάει να αντηχεί μέσα στα κεφάλια τους.
Οι άνθρωποι σταματούν να σπρώχνουν. Οι τεντωμένοι τους μύες σε άφεση. Ο αέρας δεν φυσάει πια στα μαλλιά τους. Το ψαράκι με ένα και μοναδικό φλουπ ανεβαίνει στην επιφάνεια και κοιτάει από μόνο του προς τον πάσσαλο. Είναι ο τελευταίος ήχος για ένα ολόκληρο λεπτό, σε μια ακτίνα πλήθους εκατό χιλιομέτρων, σαν μονόλεπτη σιγή εις αναμονή αυτού που έρχεται.
Ηρεμία.
Νηνεμία.
Ακινησία.
Όσα βλέμματα μπορούν, θα καταφέρουν να δούνε την τόσο αναμενόμενη επικάθηση επί του πασσάλου, τη σωτηρία, την αμφιλεγόμενη ελπίδα που θα φέρει αυτό που ήρθε.
Τώρα επιτέλους μπορείς να το δεις κι εσύ. Είσαι έτοιμος να δεχτείς την άφιξή του.
– είναι το λευκό κοράκι –
Κλείνει τα φτερά και σκύβει το κεφάλι προς τη μάζα. Με επιδέξιο τρόπο γυρνάει το σώμα αργά γύρω από τον πάσσαλο. Κοιτάει ένα-ένα τους ανθρώπους και τα ζώα διερευνητικά με γουρλωμένα μαύρα μάτια. Είναι η πρώτη επαφή.
Όλοι υπνωτισμένοι αρχίζουν το αργό στρίμωγμα προς τον πάσσαλο ξανά. Το βασάλτιο πίσω της ανθρώπινης μάζας έχει σηκώσει ένα τοίχος που αργά πιέζει την μάζα σχηματίζοντας τα τοιχώματα μιας τεράστιας μήτρας.
Αυτή τη στιγμή το λευκό κοράκι κοιτάει εσένα στα μάτια. Σε παρακαλώ κλείσε τα αν μπορείς. Προσπάθησε να το αντικρούσεις - πριν φτάσει το βλέμμα του σ’ εμένα.
Δεν είμαι έτοιμος.
Γιατί δεν μιλώ ιλλουστρικά. Κατάφερα και δεν έμαθα ποτέ. Αλλά ... τώρα ...
 
©Χρίστος Ροδούλλας Τσιαήλης
 




 
 

Saturday, May 14, 2016

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Ο Εκδοτικός Οίκος Αρμίδα
n Και  --
ο συγγραφέας Χ.Ρ.Τσιαήλης
 
Σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος ‘Klotho Surfaces’,
που είναι το πρώτο βιβλίο από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας ‘The Omniconstants’.
 
Χώρος εκδήλωσης: Science and Space Cafe, Λευκωσία, πλησίον Λήδρα Πάλας.
Παρουσίαση: Max Sherridan
Διαβάζουν: Zoe Piponides, Erini Loucaides και ο συγγραφέας.

Θα ακολουθήσει δεξίωση
 


 

Monday, March 21, 2016

Η Σιδηρογροθιά



Ιούλιος. Τρέχει στον δρόμο μέρα μεσημέρι αλλά δεν τον νοιάζει η ζέστη έχοντας στο μυαλό του ως μόνο στόχο τον αγώνα του Τριάθλου αρχές Σεπτεμβρίου του 2017. Ιδρώνει και πίνει από το μπουκάλι με το ισοτονικό που κρατάει μαζί του, όπως κάνει κάθε φορά που θα τρέξει πάνω από δέκα χιλιόμετρα. Κατεβάζει δυο γουλιές κάθε είκοσι λεπτά και ήδη τρέχει εδώ και σχεδόν μία ώρα. Το υγρό στο μπουκάλι κάτω από τα τρία τέταρτα. Ανήσυχος για τον κίνδυνο της θερμοπληξίας που πάντα απειλεί, βγάζει στον μεγάλο ανήφορο το φανελάκι, μήπως και καταφέρει να ρίξει τη θερμοκρασία κάνα-δυο βαθμούς και γλυτώσει λίγο ιδρώτα, ίσως έτσι αποφύγει και τη μερική αφυδάτωση, ξέρει ότι θα χρειαστούν μέρες για να επανέλθει. Μα έχει προπόνηση κάθε μέρα, μια το τρέξιμο, μια με το ποδήλατο, μια κολύμπι στην πισίνα, ένα και δυο και τρία αθλήματα μαζί, πίσω τι να αφήσει;

Δοκίμασα, άφηνα κάποτε προπονήσεις πίσω, μα κοροίδευα τον εαυτό μου, τα βράδια δεν κοιμόμουνα, η καρδιά μου κτυπούσε την αδημονία σαν τρελλή. Δοκίμασα, και δεν μου βγήκε. Σκέφτεται, καθώς τυλίγει το μπουκάλι με το ιδρωμένο ρούχο για να κρατήσει το υγρό όσο πιο κρύο γίνεται με τέτοια ζέστη.

Κάθε μερικά χιλιόμετρα μετράει τα βήματα που κάνει σε ένα λεπτό. Τα μετράει στο αριστερό πάτημα όπως έχει συνηθίσει. Πρέπει να πιάσει τουλάχιστον ογδόντα-εννέα βήματα, με στόχο τα ενενήντα-ένα, γι’ αυτό τρέχει πάντα με γρήγορες εναλλαγές του βήματός του. Ανοίγοντας το μπουκάλι του ισοτονικού ξαφνικά σκέπτεται να αλλάξει χέρι μαζί με το φανελάκι και να το βάλει αντίθετα από τον ήλιο που είναι πάνω αριστερά του.

Η ευθεία είναι μεγάλη, απλώνεται για τουλάχιστον τέσσερα χιλιόμετρα μπροστά, έτσι θα έχω το μπουκάλι προστατευμένο από τον ήλιο με τη σκιά του σώματός μου για τουλάχιστον είκοσι ακόμη λεπτά, ώσπου να ξαναπιώ. Σκέφτεται καθώς κατεβάζει άλλες δύο γουλιές στα εξήντα ακριβώς λεπτά.

Έτσι όπως τρέχει στο ανήφορο με το σώμα σκυμμένο μπροστά, να τον βοηθάει το βάρος, κινεί και τα χέρια του με ρυθμό για να κάνει τις κατάλληλες κινήσεις – θέλει να τυλίξει στο άλλο του χέρι το ύφασμα με τρεις γύρες και να καλύψει όλο το μήκος του μπουκαλιού εκτός από το πώμα. Με μαεστρία καταφέρνει το τελευταίο μέρος του ρούχου να είναι τα δύο μανίκια, κι έτσι τα αγκιστρώνει πάνω στον αντίχειρά του. Μόλις τελειώνει χαμογελάει με ικανοποίηση σουφρώνοντας τα κουρασμένα χείλη και ξαναγυρνάει την προσοχή του προς τα εμπρός. Κοιτάει στο Τζι-Πι-Ες τον ρυθμό και αντιλαμβάνεται ότι όλη αυτή η διαδικασία του απέσπασε όχι μόνο την προσοχή, αλλά επίσης ανέβασε και τους παλμούς της καρδιάς κατά πέντε κτύπους, και έτσι επηρέασε τη σταθερότητα του ρυθμού με τον οποίο έτρεχε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από πέντε λεπτά ακριβώς το χιλιόμετρο, εκείνη τη στιγμή το Τζι-Πι-Ες έδειξε πέντε λεπτά και δεκατέσσερα δευτερόλεπτα. Με μια βαθιά ανάσα αρχίζει ξανά το μέτρημα των βημάτων χωρίς να αλλάξει κάτι, για να δει την ευρύτητα του λάθους.

Είχα δίκαιο. Σκέφτηκε μόλις τελείωσε το λεπτό, καθώς το αποτέλεσμα τον απογοήτευσε.

«Ογδόντα-τρία μόνο βήματα!» λέει φωνακτά ξεχνώντας πως ήταν μόνος και όχι με τους συναθλητές στο γήπεδο όπου συνήθιζαν να ανταλλάζουν στατιστικές τακτικά.

Κι έτσι επανέρχεται στον εσωτερικό διάλογο.

Ογδόντα βήματα επί δύο μας κάνει ... εκατόν εξήντα, ενώ ο στόχος είναι να καταφέρω το αυθόρμητο των εκατόν-ογδόντα τουλάχιστον, ενώ ακόμη είμαι στο εσκεμμένο των εκατόν-εβδομήντα τεσσάρων! Δεν κατάφερα τίποτα ακόμη! Το μόνο αυθόρμητο που έχω πετύχει όλους αυτούς τους μήνες είναι το εκατόν εξήντα από εκατον πενήντα που είχα! Μόνο πέντε βήματα στο αριστερό! Γαμώτο, δεν έκανα τίποτα!

Αντιλαμβάνεται, βεβαίως, κανείς, ότι με τον όρο ‘αυθόρμητος ρυθμός’, ο δρομέας εννοεί τον ρυθμό με αυτο-ορμή, όποτε βγαίνει με φυσικό τρόπο, με απευθείας καθοδήγηση από το πλοηγικό μέρος του εγκεφάλου, χωρίς επέμβαση ή διορθώσεις του συνειδητού. Αντίθετα, με τον όρο ‘εσκεμμένος ρυθμός’ εννοεί τον ρυθμό που κατευθύνει ο ίδιος με τη σκέψη, έστω και ασυναίσθητα μετά από λίγη ώρα εφαρμογής, αλλά με επαναφορά της προσοχής και επαναμέτρηση και προσαρμογές κάθε μερικά λεπτά.

Το ανήφορο κόντευε να τελειώσει και ο δρομέας ήδη έτρεχε για μία ώρα και δεκαοκτώ λεπτά. Πειθαρχημένος σε βαθμό αρρωστημένο όπως έλεγε στον εαυτό του χαμογελώντας κάθε φορά, περίμενε τα δευτερόλεπτα να κυλήσουν στα είκοσι λεπτά ακριβώς, όσο κι αν το στόμα του διαμαρτυρόταν από το στέγνωμα, για να πιει ακόμη δύο γουλιές ισοτονικό. Μάλιστα για ώρα μελετούσε την εκδοχή να πιει τρεις γουλιές, καθώς είχε ανέβει το ανήφορο, είχε ιδρώσει πιο πολύ, και δεν έμενε παρά μισή ώρα, περίπου επτά χιλιόμετρα για το τέλος της προπόνησης. Μα η εμμονή στη συμμετρία και την τάξη, δεν θα του επέτρεπε ποτέ να πάρει αυτή την τρίτη γουλιά.

Ακριβώς, λοιπόν, δέκα δευτερόλεπτα πριν από τη συμπλήρωση της μίας ώρας και είκοσι λεπτών, σήκωσε το μπουκάλι και άρχισε με μηχανικές κινήσεις να ξεβιδώνει το πώμα, σφίγγοντας τους κοιλιακούς του για να μην χάσει τον ρυθμό και την ταχύτητά του, αφού με αυτές τις κινήσεις έχασε τη βοήθεια της παλινδρόμησης των χεριών και αφέθηκε στη δυναμική ταλάντευση των ποδιών. Μα μόλις άγγιξε το στόμα του μπουκαλιού στο στόμα του ...

Μπιπ, Μπιπ, ακούστηκε έντονα η κόρνα ενός αυτοκινήτου πολύ κοντά στα αυτιά του.

«Τι κάνεις μωρή ξεκωλιάρα με το μπουκάλι γυμνή; Θα σε ψάχνει ο νταβαντής σου που προσφέρεις σώου δωρεάν! Σου έπεσε το βυζί από το τρέξιμο, μωρή! Ορμόνες να πίνεις, όχι νερό!»

Ξαφνιασμένος από τις φωνές και τα προσβλητικά λόγια, ξεροκατάπιε την πρώτη γουλιά και έφτυσε τη δεύτερη από τα ρουθούνια. Ανάμεσα στον βήχα και τις ξεροκαταπόσεις αυθόρμητα σήκωσε το χέρι του και έδειξε το μεσαίο δάκτυλο στο αμάξι που τον κορόιδεψε και συνέχισε να τρέχει ακάθεκτος, χωρίς να χάσει τον ρυθμό αυτή τη φορά.

Το αμάξι δεν συνέχισε γρήγορα για να φύγει. Εκοψε ταχύτητα και τον πλεύρισε, συνεχίζοντας μαζί του. Αυτός δεν γύριζε να κοιτάξει. Συνέχιζε να τρέχει με προσοχή μη χάσει ρυθμό, κοίταζε μια το τζι-πι-ες, μια το πεζοδρόμιο μην σκοντάψει.

Με ένα ελιγμό το αμάξι τον προσπέρασε αιφνίδια και πάρκαρε κάθετα μπροστά του πάνω στον πλαϊνό ποδηλατόδρομο που τόση ώρα ανέβαινε.

«Τι στο διάολο;» φώναξε ο δρομέας όπως ακούμπησε τα χέρια στο πάνω μέρος του πορτ μπακάζ για να κόψει φόρα και να μην πέσει χάμω. «Τι στο καλό κάνετε ρε βρωμόπαιδα;»

«Εμένα κάβλιασες ρε κωλομαλάκα;» φώναξε ο συνοδηγός όπως κατέβαζε το παράθυρο αφήνοντας τη δροσιά του κλιματιστικού να βγει έξω απότομα.

Ο δρομέας την ένιωσε και κόντεψε στο παράθυρο, απαξιώντας για αυτή. «Ναι, ρε, εσένα, εσένα που με έβρισες!» είπε θυμωμένα στον νεαρό.

Ο νεαρός άνοιξε απότομα την πόρτα του αυτοκινήτου και πετάχτηκε έξω.

«Έλα μέσα ρε βλάκα να φύγουμε! Άσε τον ηλίθιο να καεί σαν λουκάνικο! Άντε και μπήκε η ζέστη μέσα!» είπε ο οδηγός.

«Όχι! Καθαρίζω πρώτα και μετά την κάνουμε!»

«Τι είπες ρε κακομαθημένο;» φώναξε ο δρομέας στα μούτρα του νεαρού που αμέσως αντιπρόταξε σιδηρογροθιά στα μούτρα του χωρίς να του ρίξει μπουνιά αλλά απειλώντας τον ανοικτά με τα χείλη σφιγμένα και τα μάτια γουρλωμένα να λάμπουν στο έντονο φως του ήλιου.

 

Χωρίς να χρονοτριβεί, αρπάζει το μπράτσο του νεαρού και του το γυρίζει στην πλάτη πιέζοντάς τον στο δεξί πλευρό με τα δικά του καρφιά έτοιμα να τον τρυπήσουν. Τον τρίβει λίγο δυνατά και μια συμμετρική ουλή τεσσάρων γραμμών αρχίζει να διαγράφεται στο δέρμα του. Το αίμα αρχίζει να τρέχει αμέσως και να του βρέχει το σώβρακο από μέσα.

Κρύος ιδρώτας τρόμου και αγωνίας αρχίζει να λούζει τον νεαρό. «Τ-τι κάνεις ρε μαλάκα;» ψελλίζει με δυσκολία και ανίκανος να κουνηθεί. «Αν με σημαδέψεις θα σε φάω ρε! Αααχχ!»

Ο οδηγός κοιτάζει αποσβολωμένος από τη θέση του, από τη μια απολαμβάνοντας το θέαμα και την τιμωρία του ανώριμού του φίλου, από την άλλη τρομοκρατημένος από τη δύναμη και την επιδεξιότητα του ανθρώπου που μόλις πλεύρισαν για να πειράξουν. Δεν ξέρει αν θέλει να επέμβει για να σώσει τον φίλο του ή να πατήσει γκάζι και να φύγει. Ίσως αν τον παρακαλέσω... σκέφτεται, και λέει δειλά. «Σας παρακαλώ, ένα αστείο πήγαμε να κάνουμε, είναι ανόητος ο φίλος μου, συγχώρεσέ τον, ε;»

«Ανόητος;» τον έκοψε αμέσως ο δρομέας. «Μα, για πες μου, εσύ δεν οδηγούσες; Δεν είσαι εσύ που με έκοψες για αυτό το μικρό σας αστειάκι; Ε;»

Ο οδηγός συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο άνοιξε την πόρτα του και ξεκίνησε απειλητικά τον γύρο του αμαξιού προς το μέρος τους. Πριν όμως προλάβει καν να κάνει τρία βήματα ο δρομέας κτυπάει το κεφάλι του συνοδηγού στο αμάξι και τον ρίχνει χάμω αναίσθητο ενώ ταυτόχρονα του βγάζει τη σιδηρογροθιά. Ξεκάνοντας έτσι τον ένα, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον άλλο νεαρό, που φαίνεται αρκετά πιο εύσωμος από τον πρώτο.

Δεν μπορεί, θα έχει αδύναμο σημείο. Φαίνεται ψύχραιμος μέσα στο θυμό του αλλά μπορώ να του λυγίσω την ψυχολογία για να τον ξεγελάσω. Σκέφτεται ο δρομέας.

«Με αυτή τη σιδηρογροθιά τρομοκρατείτε τον κόσμο στις συγκεντρώσεις, ρε; Εσείς είστε οι νέοι που φωνάζετε εναντίον της γενιάς μας; Εσείς είστε που ρίχνετε αυγά και πέτρες στους αστυνομικούς;»

«Ναι ρε, εμείς! Έχω κι εγώ σιδηρογροθιά, θέλεις να αναμετρηθούμε;» φωνάζει ο οδηγός που είναι τώρα απέναντί του έτσι όπως πατάει τον πεσμένο συνοδηγό στο στήθος. «Εμείς, αλλά για ποια γενιά μιλάς; Πόσο χρονών είσαι εσύ και μας μιλάς σαν να ήσουνα γέρος;»

«Είμαι σαράντα χρονών, βρε νιάνιαρο! Μεγάλος αρκετά για να ήμουν πατέρας σου! Και δεν ξέρω, μπορεί και να είμαι!»

«Τι είπες, βρε;» φωνάζει ο νεαρός ορμώμενος, «τι είπες για τη μάνα μου; Θα σου γαμήσω τη μάνα σου, ρε.»

Ο δρομέας πετυχαίνοντας αυτό που ήθελε, δηλαδή την ανεξέλεγκτη οργή του ασυγκράτητου νεαρού, φωνάζει μέσα στο τελευταίο δευτερόλεπτο πριν τη βίαιη σύγκρουσή τους: «για εσένα λέω βρε ξύλο, και ετοιμάσου να ... φάεις ξύλο!» και αρπάζει τον νεαρό από τη μέση με μακρινά χέρια και περιστρεφόμενη κίνηση και κάνοντάς τον να χάσει εντελώς την ισορροπία του, με μια περίτεχνη πισινή κλωτσιά τον ρίχνει φαρδύ-πλατύ πάνω στον φίλο του που μόλις συνερχότανε.

Πηδώντας πάνω του και κτυπώντας του δυνατά την πλάτη με το γόνατο για να του κόψει την ανάσα πριν προλάβει να αντιδράσει, ο δρομέας σηκώνει το δεξί χέρι για να πάρει φόρα. Με τη σιδηρογροθιά στην παλάμη του, του γδέρνει ένα τετραπλό τραύμα στο  σημείο πάνω από τη μέση πριν προλάβει να αντιδράσει και αυτός σφαδάζοντας από τους πόνους του φωνάζει: «τι κάνεις βρε κάθαρμα; Θα μου αφήσεις ουλή! Ααααχ! Θα σε σκίσω μαλάκα!»

«Μη σηκωθείς, μη γυρίσεις, ούτε εσύ ούτε ο άλλος, σας τραβάω ουλή στα μούτρα με το που γυρίζετε!»  ψιθυρίζει με βαριά απειλητική φωνή. «Οι κεντρικές λεωφόροι στη Λευκωσία είναι τέσσερις ... τέσσερις είναι και οι ελεύθερες πόλεις της Κύπρου!»

«Τι μας λες, αλήθεια βρε επιστήμονα;» λέει ο συνοδηγός με μισή ανάσα όπως ήταν πατημένος από τα δύο σώματα.

«Όπως έλεγα και στον φίλο σου από πάνω σου», λέει ειρωνικά ο δρομέας, «-- και φαίνεται σας αρέσει κι όλας -- υποθέτω ότι σε αυτές τις τέσσερις λεωφόρους, και σε όποια πόλη κι αν πάτε, παίζετε τους ωραίους και τους νταήδες ανεμίζοντας την ηλίθιά σας σιδηρογροθιά που θέλετε να συμβολίζει την οργή του καταπιεσμένου, αλλά αντί αυτού εσείς καταπιέζετε τον κόσμο, στα γήπεδα χωρίς λόγο, στις διαδηλώσεις μπαίνετε μπροστά για να εκνευρίζετε τους αστυνομικούς και να δημιουργείτε βία αντί διάλογο. Εσείς γίνεστε το κάθε αγκάθι της κοινωνίας που μας βασανίζει εδώ στο φιλήσυχο νησί μας με το κάθε κοφτερό εξόγκωμα στις σιδηρογροθιές σας, που βλέπω τις ακονίσατε άψογα! Εύγε, σκάψατε περίτεχνα τον λάκο σας!»

«Είσαι λάθος, ρε, λάθος! Χωρίς εμάς ο κόσμος είναι παλαβός, γκαγκά όλοι! Δειλοί και πρόβατα! Χωρίς εμάς δεν έχει άκσιον!»

«Άκσιον το λες αυτό που κάνατε σε μένα; Τον γαμημένο σας ρατσισμό προς κάθετι που διαφέρει από εσάς; Που με βρίσατε απλά και μόνο επειδή έτρεχα, που μου κόψατε την προπόνηση αφού μου κόψατε τη χολή αποκόπτοντάς μου τον δρόμο; Ναι, ρε. είμαι σπάνιο είδος, είμαι άλλη ράτσα, σας κίνησα το ενδιαφέρον; Σας αρέσει να είστε ρατσιστές, αγοράκια μου; Φάτε την τώρα. Εσάς σαν κόψανε τον βήχα ποτέ, ρε κακομαθημένοι αλήτες; Ε; Σας τον κόψανε; Δεν μιλάτε, ε;»

Δεν μιλούσαν καθόλου οι δύο νεαροί. Ο οδηγός είχε στραμμένο το κεφάλι προς τους τροχούς του αμαξιού και άρχισε να δακρύζει, και ο συνοδηγός πίεζε με θυμό τη μύτη του στην άσφαλτο και έσφιγγε τα χείλη – μην μιλήσει.

 «Ρεεεε, σας τον κόβω τον βήχα σήμερα εγώ, ο φιλήσυχος, ο ανυποψίαστος δρομέας, το θύμα εις βάρος του οποίου θα γελάγατε για μέρες, αφού με δέρνατε! Κι ο εφιάλτης σας; Ο αστυνομικός που δεν φόραγε στολή! Η μοίρα σας. Η τιμωρία σας. Γιατί αν σηκώσω το παντελονάκι μου θα δείτε την τετραπλή ουλή στο κωλομέρι μου, μ’ αυτή που με σημάδεψε ένας δικός σας πριν δυο χρόνια και δεν φεύγει η γαμημένη. Και δεν θα φύγει. ΠΟΤΕ!»

Οι δυο νεαροί με σκυμμένο κεφάλι βάζουν τα κεφάλια ανάμεσα στις παλάμες τους. Αντιλαμβάνονται τη βλακεία που έκαναν να την πέσουν σε αστυνομικό που είχε μάλιστα ιστορικό θύματος σιδηρογροθιάς. Μετά, συγχρονισμένα -- εν αγνοία ικανοποιώντας τις εμμονές του δρομέα -- σταυρώνουν τα χέρια τους πίσω από το κεφάλι σαν σε άγραφη σύλληψη. Έχουν ήδη αποδεχτεί την ήττα.

«Οι τέσσερις γραμμές στη σειρά θα σας θυμίζουν να μην ξαναπειράξετε πλάσμα σε τούτη τη χώρα! Και είναι στην πλάτη σας για να κάνετε τον κόπο να γυρνάτε να τις δείτε στον καθρέφτη. Και για να τις ξεχνάτε στην παραλία σαν κοκορεύεστε ωσότου να σας τις θυμίσουν τα περίλυπα βλέμματα και τα μειδιάματα των κοριτσιών. Αυτή θα είναι η τιμωρία σας. Ξεχάστε εμένα, να θυμάστε το δίκαιο. Εγώ το βρήκα σήμερα μαζί σας. Τώρα θα κοιμάμαι ήσυχα που την έφαγα από έναν και τώρα έσωσα τον δρόμο από δυο. Τις ουλές αυτές έπρεπε να σας τις τάιζε η μάνα σας σιγά-σιγά από μωρά, αλλά η καημένη δεν ήξερε πώς -- ποια μάνα στο κάτω-κάτω ξέρει τί θα γίνουν στο μέλλον τα παραχαϊδεμένα της, αν δεν τα σημαδέψει η ίδια με κάθε τρόπο με τα σημάδια της τάξης και του εσωτερικού νόμου; Τι να σας πω; Σας σώζω σήμερα από τον εαυτό σας πριν καταλήξετε. Κι αν ξαναφορέσετε σιδηρογροθιά, κάθε φορά στο δικό σας δέρμα να προκαλείτε πρώτα τον πόνο πριν σκεφτείτε να τον προκαλέσετε αλλού. Ο νόμος δεν είστε εσείς, κι ούτε κανείς δεν σας θέλει να είστε.»

Λέγοντας όλα αυτά τα λόγια με οργή και ικανοποίηση συνάμα ο δρομέας-αστυνομικός σηκώθηκε και συνέχισε περπατητός το υπόλοιπο της διαδρομής ως το σπίτι του. Ήπιε όλο το ισοτονικό αδιάφορα και έσβησε το Τζι-Πι-Ες. Πέταξε το μπουκάλι στο πλάι του δρόμου χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς ίχνος δημοτικής συνείδησης. Είχε θεωρήσει ακόμη και την προπόνηση άκυρη και θα έκανε την ίδια την επόμενη μέρα, με τις ίδιες συνθήκες, στον ίδιο δρόμο. Χωρίς αυτούς.

Οι δυο νεαροί τον είδαν να προχωράει ήρεμα ώσπου στο βάθος του δρόμου πέταξε τις σιδηρογροθιές σε έναν κάλαθο.

«Μετακινήστε ρε το αμάξι, περνάει κόσμος από εδώ!» τους φώναξε ένας άλλος δρομέας που περνούσε εκείνη την ώρα από τον ποδηλατόδρομο, κι οι δυο νεαροί αμέσως χαιρέτησαν και φώναξαν «συγνώμη!» ενώ ο οδηγός συμπλήρωσε: «φεύγουμε τώρα!»

Μπαίνοντας μέσα με τα χέρια στην αιματωμένη του πλάτη, ο συνοδηγός έβγαλε τη φανέλλα του και την έδωσε στον οδηγό. «Έλα, τύλιξε το με αυτή, γαμώ το, είχε δίκαιο!»

Ο οδηγός τύλιξε τη μέση του δακρύζοντας από τον πόνο αλλά δεν είπε τίποτα. Γύρισε το αυτοκίνητο στον άδειο δρόμο και στράφηκε στην αντίθετη κατεύθυνση, ξεχνώντας τον δρομέα, ξεχνώντας το περιστατικό, ξεχνώντας την ουλή, ξεχνώντας τις σιδηρογροθιές στον κάλαθο. Κατευθύνθηκε ασυναίσθητα προς το σπίτι της μάνας του.

 

Follow me fb