Saturday, July 23, 2016

Νέα Τάξη Πραγμάτων και Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος.


Οκ, άρχισε να γίνεται πάρα μα πάρα πολύ ανησυχητικό όλο αυτό με τις επιθέσεις. Τρομακτικό. Και δεν το ονομάζω φιάσκο. Δεν είναι. Είναι ιντελικένσια ανατολικού τύπου. Ιντελικένσια με πατριωτικά αισθήματα και εθνική περηφάνια. Με σχέδιο και αποτέλεσμα. Και για όσο καιρό δεν το βλέπουνε έτσι οι προύχοντες και οι σχεδιαστές της άμυνας, θα πεθαίνουμε στους δρόμους.

Δεν τα βλέπω πλέον σαν 'μικροσυμβάντα' σε μεγαλουπόλεις όπου τρελοί τρομοκράτες αυτομολούν.

Δεν είναι μάχες με μικρο-ψυχοπαθείς της διπλανής πόρτας που νομίζουν ότι θα πάρουν θέση στον παράδεισο με ποτάμια από κρασί και μέλι, άφθονο πουργούρι και εξαγνισμένες συζύγους. Δεν είναι μόνο θρησκευτικό το αίσθημα. Είναι και εθνικό. Γεωγραφικό. Οι Τζιχατιστές αποφάσισαν ότι θέλουν πατρίδα, σύνορα και κράτος. Εκεί που δεν είχανε. Οι Τζιχατιστές είναι απόκληροι της κοινωνίας των Δυτικών και φτυσμένοι από τους ίδιους τους ομόθρησκούς τους. Είναι πεισμωμένοι και τυφλοί προς τη λογική. Τέτοια Μορφή Συγκρότησης δεν αντιμετωπίζεται εύκολα με μια ομιλία, με ένα συγνώμη, με μια χειραψία, με μια συνθήκη, με ένα τυφλό ή στοχευμένο βομβαρδισμό. Είναι Λερναία Ύδρα.

Γιατί είναι πόλεμος.

Ένας πόλεμος ακήρυκτος. Αδήλωτος. Απρόβλεπτος.

Ένας πόλεμος στον οποίο δεν καθορίζονται σύνορα και μάχες κατάληψης εδαφών. Ένας πόλεμος εκδικητικός.

Ένας παράξενος πόλεμος όπου δεν πεθαίνουν στρατιώτες από στρατιώτες ταγμένοι να υπερασπιστούνε τη χώρα τους.

Ένας ιδιαίτερος πόλεμος όπου οι Δυτικοί όταν επιχειρούν εναντίον των εδαφών που καταλαμβάνουν οι ISIS έχουν τη δηλωμένη επίσημη αποδοχή της κοινής γνώμης, και όταν δέχονται τρομοκρατικές επιθέσεις στα εδάφη τους απολαμβάνουν τη συμπαράσταση της [μισής] υφηλίου από το διαδίκτυο.

Ένας πόλεμος κυκλοθυμικός, αυθόρμητος, χωρίς Day1, Day 2, Day 3.

Η ζυγαριά ζυγίζει δυσκολοζύγιστες, ετεροβαρείς δυνάμεις και μάλιστα εθελοτυφλεί.

Δεν αργεί η ημερομηνία που οι G8 θα αποφασίσουν ότι πλέον θα πρέπει να κηρυχθεί κόκκινος συναγερμός επ αόριστον και παντού, σε όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως αν κτυπηθήκανε ή όχι.

Είναι η ημερομηνία που η Νέα Τάξη Πραγμάτων που όλοι κοροϊδεύουμε ως κάτι ανύπαρκτο, θα επιβάλει αυτό που σχεδίαζε εδώ και δεκαετίες, από την εποχή των πρώτων Παγκοσμίων Πολέμων.

Έλα ολοκληρωτικό κέρφιου, έλεγχος σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Με κάθε μέσο. Ένας ηλεκτρο-ψηφιακός μονιτορισμός αλλά και με το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουν. Την ισχυρή ιντελικένσια. Τα ελεγχόμενα όργανα, είτε είναι αστυνομικοί, είτε πολιτικοί, είτε μίντια, είτε οι παραδοσιακοί χαφιέδες της γειτονιάς.

Ολοκληρωτισμός σε όλο του το μεγαλείο. Παγκοσμιοποιημένη Χούντα. Μία εξουσία. Ένας Στρατός. Μια αστυνομία. Κανένα Σύνορο. Ένα Κράτος. Ένας Ηγέτης.

Φοβού.

 

[Παραθέτω το διήγημά μου ‘Ο Πάσσαλος’, για να κλειδώσω την άποψη μου. Δεν θα δεχτώ ερωτήσεις μετά το πέρας αυτής της διαδικτυακής διάσκεψης που αποφάσισα από μόνος μου χωρίς να ρωτήσω κανένα και χωρίς να προσκαλέσω κανένα.]

 

Ο Πάσσαλος

20,000 έτη μ.Χ. Μετά τις εκρήξεις του αφρικανικού μάγματος ολόκληρη η επιφάνεια άμμου της Σαχάρας έχει πετροποιηθεί. Ένα ατελείωτο στρώμα συμπαγούς βασαλτίου την έχει μετατρέψει σε μια τεράστια σκουρόχρωμη πλατεία. Την μεγαλύτερη που έχει ποτέ δει η ανθρωπότητα. Ενενήντα δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι στιβαγμένοι σε μεγαλουπόλεις σε μικρά διαμερίσματα των είκοσι κρεβατιών.

Όλοι υποταγμένοι σε ένα παγκόσμιο κέρφιου, που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ ξανά η Ανθρωπότητα. Με πλήρη έλεγχο για το πού πάνε, που είναι που σκοπεύουν να πάνε κάθε στιγμή.

 Από τα παράθυρά τους να αγναντεύουν τις στέγες των υπολοίπων ουρανοξυστών και να ψάχνουν εικονογραφημένα κόμικς για να γνωρίσουν τον κόσμο πώς ήταν στην προϊστορία, όταν υπήρχε η επιφάνεια της γης. Όταν υπήρχαν τα λουλούδια, πριν τα καταβροχθήσουν οι σεκόγιες για μια θέση δίπλα από τα τεράστια κτίρια.

Μα σήμερα όλοι πορεύονται σε μια τεράστια πλατεία χωρίς διαζώματα, χωρίς περιορισμούς, καθαρή, αναμένει το πλήθος που θα της δώσει αξία, ζωή και ταυτότητα.

Στα βόρεια και δυτικά ο Παγετώνας που έχει κατέβει από το Κιλιμάντζαρο και έχει καλύψει το υπόλοιπο 80% της αφρικανικής ηπείρου, δημιουργεί ένα παράξενο θέαμα. Στους χάρτες που εκτυπώνονται εκ νέου, ένα τεράστιο Γιν και Γιαν καλεί τους ανθρώπους από ολόκληρη την υφήλιο να μαζευτούνε στην πλατεία.

Ημέρα Κυριακή. Ψυχρό αεράκι από τον Παγετώνα δροσίζει τα πλήθη. Ο βασάλτης απορροφάει την ακτινοβολία και είναι όλοι ευχαριστημένοι, σε αναμονή. Το μήνυμα έχει μεταδοθεί από τα μίντια απ’ άκρη σε άκρη της οικουμένης μέσω των εγκαταστημένων αποδοχέων τεχνολογίας bluetooth σε όλους τους εγκεφάλους. Όλες οι εταιρείες πληροφορικής και ο κεντρικός παγκόσμιος σταθμός ενημέρωσης αποδέχτηκαν τη μετάδοση χωρίς καμία αντίδραση – έτσι κι αλλιώς η διαταγή ήρθε από τον Πρόεδρο. Και τα πάντα είναι έτοιμα.

Στο μέσο της πλατείας ένας πανύψηλος πάσσαλος της Εταιρείας Ελέγχου Κινήσεως. Ένας πάσσαλος που ελέγχει με ζεν-νίτρον τεχνολογία τις μπλουτουθ και γουάι-φάι συνδέσεις των ανθρώπων. Από την τεράστια κεφαλή του πασσάλου τα ηλεκτροφόρα καλώδια που εκφύονται χάνονται στον ορίζοντα, κανείς δεν γνωρίζει πού οδηγούνε. Ο άνεμος τα κουνάει ρυθμικά, δεξιά αριστερά, πάνω κάτω. Τα κεφάλια των ανθρώπων ακολουθάνε αυτή την κίνηση παθητικά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούνε. Κάποιοι έχουν φέρει και τα σκυλιά τους, ένας μοναχικός τύπος ένα ψαράκι, και μια κυρία ένα γκρίζο γατί. Γιατί είναι γκρίζο το γατάκι; Τη ρωτάει ένα κοριτσάκι από Αμερική μεριά μα η κυρία δεν απαντάει και γυρνάει το κεφάλι του γατιού της προς τον πάσσαλο. Ο κύριος με το ψαράκι το υψώνει ψηλά στον αέρα και κτυπάει το γυαλί με το δάκτυλο για να το έχει συνεχώς γυρισμένο προς τον πάσσαλο, να κοιτάει προς τα εκεί, να περιμένει. Οι σκύλοι από παντού μυρίζουν τον αέρα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κάτι έρχεται.

Τι έρχεται και περιμένουμε εδώ από το πρωί, ρωτάει ένα αγόρι τον πατέρα του. Μα αυτός δεν του απαντάει και του πιάνει το κεφάλι για να το κρατήσει σταθερό για λίγο προς την κατεύθυνση του πασσάλου, όσο χρειάζεται για να μείνει το βλέμμα του αγοριού καρφωμένο εκεί.

Μια γριά επίμονα κρατάει το κεφάλι του συζύγου της να κοιτάει προς την ίδια κατεύθυνση. Μόλις το αφήνει, το αγκυλωμένο, κυριολεκτικά αρτηριοσκληρωμένο σβέρκο τραβάει το κεφάλι προς τα δεξιά κι αυτή το ξαναρπάζει. Ο γέρος είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι που περιίπταται επί του εδάφους χωρίς ρόδες. Τέσλα. Επιτέλους. Αφήνει το μοχλό και σταυρώνει τα χέρια του στο στήθος. Ακουμπάει το κεφάλι πίσω και της λέει είμαι έτοιμος, κοιτάω, άσε με τώρα και συγκεντρώσου εσύ. Η γριά προσπαθεί να αφαιρέσει από το μυαλό της κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση από τα ευτυχισμένα τους χρόνια στην Ινδία και το Ιράκ, έχουν περάσει αυτά, κάτι καινούριο έρχεται, κάτι που ίσως αλλάξει τη ζωή τους επιτέλους.

Καμιά δεκαριά ανέμελες νεαρές χορεύουν γύρω από μια φωτιά. Όλοι οι υπόλοιποι κοιτάνε τη φωτιά από μακριά. Την έχουνε ξεχάσει εκεί πάνω ψηλά με τις ενσωματωμένες στους διαυγείς τοίχους θερμάστρες. Την έχουνε δει στα εικονογραφημένα, μα δεν νοιώσανε ποτέ τη θαλπωρή, ούτε την κάψη της. Οι νεαρές μάθανε να την ανάβουνε κρυφά στο υπόγειο του κτιρίου τους, στις μυστικές συναντήσεις της σχολής χορού. Και την έχουνε ανάψει για να προστατευτούν από το κρύο που έχει φέρει το σούρουπο. Πέντε εμπρός και πέντε πίσω, χορεύουν ασυνάρτητα, χωρίς μουσική, κρατώντας από τον ώμο η μια την άλλη. Ακολουθούν το ρυθμό των βημάτων τους που γεννάει συνεχώς νέες μουσικές, άλλες γνωστές, άλλες καινούριες. Ο χορός τους είναι έξαλλος. Μα όσο κι αν τις παρασύρει ο αυτοαναγεννόμενος ρυθμός, τα κεφάλια τους είναι στραμμένα προς τα εκεί που πρέπει. Γιατί κάτι έρχεται. Και θα έρθει σύντομα. Και δεν μπορούν να αγνοήσουν τον ερχομό του. Είναι έτοιμες. Χωρίς πια σεξουαλικότητα. Χωρίς δεσμούς με τους ανθρώπους. Με στοχασμό. Και συναίνεση. Και απόλυτη αποδοχή. Ο χορός. Τα ούρι του παραδείσου των αδημονούντων.

Ξαφνικά η μάζα των ανθρώπων αρχίζει να πυκνώνει προς το κέντρο. Αρχικά σπρώχνει ευγενικά ο ένας τον άλλο, παρακινώντας για ικανή προσέγγιση. Οι πιο εύσωμοι νεαροί αρχίζουνε να γίνονται πιο επίμονοι όσο οι ηλικιωμένοι επιδεικνύουν μια λογική, βραδεία κίνηση, αποφεύγοντας την επαφή με τους εμπροσθότερους. Τα μικρά παιδάκια αρχίζουν να ασφυκτιούν και ζητάνε από τις μητέρες τους να τα ανεβάσουν στους ώμους τους. Οι πολύτεκνες οικογένειες αρχίζουν να ανησυχούνε και οι μονογονιοί σύντομα αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο και επιδιώκουν συνεργασία για να σώσουν τα παιδιά τους.

Η πίεση προς το κέντρο αρχίζει να κάνει την κατάσταση αφόρηρη, ειδικά για τις πρώτες σειρές που κινδυνεύουν να ποδοπατηθούν. Ο βασάλτης αρχίζει να ραγίζει και ένας υπόκωφος κρότος απειλεί για υποκαθίζηση. Η κρυμμένη άμμος στα έγκατα της γης πιέζει να αναδυθεί. Αν την καταπιούνε όλα αυτά τα πεινασμένα στόματα θα είναι το τέλος τους κόσμου όπως τον γνωρίζουμε. Γιατί είναι όλοι εκεί πια. Δεν έχει μείνει κανένας πίσω. Αυτό που έρχεται έρχεται για όλους.

Όπως η μάζα αυτοσυμπιέζεται με τη δύναμη της ενδόκεντρου έλξης, σαν ένα αντίστροφο σύμπαν, τα στήθη των γυναικών πιέζονται στις πλάτες των πλέον αθεράπευτα ανίκανων μεσήλικων που ανεξήγητα αρχίζουν να έχουν στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια των τραπεζιτών και των οικονομολόγων μπροστά τους που κι αυτοί με τη σειρά τους αρχίζουν να έχουνε στύση όπως ακουμπάνε στα οπίσθια της σειράς των πολιτικών που προλάβανε να τους ξεπεράσουνε, που κι αυτοί τώρα μετά από χιλιάδες χρόνια για πρώτη φορά ανακαλύπτουν τη σκληρή υφή του πέους τους αγκαλιάζοντας τις εγκύους μπροστά τους προσπαθώντας να τις προστατέψουνε, σπρώχνοντας τις πλάτες των εργατών και των σοφών πιο μπροστά με τα μακριά τους τεντωμένα χέρια.

Μα οι εργάτες και οι σοφοί, οι μόνοι εναπομείναντες τεκνοποιεί του Παγκόσμιου Έθνους – πολίτιμοι, αναντικατάστατοι -- δεν έχουνε στύση σήμερα. Δεν τη χρειάζονται. Στέκονται με δάκρυα ακριβώς μπροστά από τον πάσσαλο. Ο Πρόεδρος συνέταξε αυτούς για εμπροσθοφυλακή. Γιατί μόνο αυτοί δήλωσαν ότι υποψιάζονται τι έρχεται. Μετά βίας σπρώχνουν προς τα πίσω για να κρατήσουνε απόσταστη ενός μέτρου από αυτόν. Για να μην πέσει, να μείνει όρθιος, να τον κοιτάνε όλοι, έτοιμος να φιλοξενήσει αυτό που έρχεται. Και ως απόσταση ασφαλείας.

Ξαφνικά ακούγεται ένα επιβλητικό φτερούγισμα από μακριά. Οι αναπνοές σταματάνε. Μια σκιά περνάει πάνω από τα ακινητοποιημένα κεφάλια. Είναι ένα φτερούγισμα γρήγορο, ρυθμικό, που όσο κοντεύει προς τον πάσσαλο αραιώνει. Πιάνει τα ρεύματα του αέρα και σιγά σιγά χαμηλώνει προς την κατεύθυνση που του δείχνουν τα βλέμματα.

Όλοι σταματάνε. Όλα παύουν να κουνιούνται. Η τάση του βασαλτίου χαλαρώνει. Οι φωτιές σβήνουν. Οι άνθρωποι σταματούν να σπρώχνουν. Ο αέρας δεν φυσάει πια στα μαλλιά τους. Το ψαράκι με ένα και μοναδικό φλουπ ανεβαίνει στην επιφάνεια και κοιτάει από μόνο του προς τον πάσσαλο. Είναι ο τελευταίος ήχος για ένα ολόκληρο λεπτό, σε μια ακτίνα πλήθους εκατό χιλιομέτρων, σαν μονόλεπτη σιγή εις αναμονή αυτού που έρχεται.

Όσα βλέμματα μπορούν, θα καταφέρουν να δούνε την τόσο αναμενόμενη επικάθηση επί του πασσάλου, τη σωτηρία, την αμφιλεγόμενη ελπίδα που θα φέρει αυτό που ήρθε.

Τώρα επιτέλους μπορείς να το δεις.

– είναι το λευκό κοράκι –

Κλείνει τα φτερά και σκύβει το κεφάλι προς τη μάζα. Με επιδέξιο τρόπο γυρνάει το σώμα αργά γύρω από τον πάσσαλο. Κοιτάει ένα-ένα τους ανθρώπους και τα ζώα διερευνητικά με γουρλωμένα μαύρα μάτια. Είναι η πρώτη επαφή.

Αυτή τη στιγμή κοιτάει εσένα στα μάτια. Σε παρακαλώ κλείσε τα αν μπορείς. Προσπάθησε - πριν φτάσει το βλέμμα του σ’ εμένα.

©Χρίστος Ροδούλλας Τσιαήλης

Saturday, May 14, 2016

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Ο Εκδοτικός Οίκος Αρμίδα
n Και  --
ο συγγραφέας Χ.Ρ.Τσιαήλης
 
Σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος ‘Klotho Surfaces’,
που είναι το πρώτο βιβλίο από την Τριλογία Επιστημονικής Φαντασίας ‘The Omniconstants’.
 
Χώρος εκδήλωσης: Science and Space Cafe, Λευκωσία, πλησίον Λήδρα Πάλας.
Παρουσίαση: Max Sherridan
Διαβάζουν: Zoe Piponides, Erini Loucaides και ο συγγραφέας.

Θα ακολουθήσει δεξίωση
 


 

Monday, March 21, 2016

Η Σιδηρογροθιά



Ιούλιος. Τρέχει στον δρόμο μέρα μεσημέρι αλλά δεν τον νοιάζει η ζέστη έχοντας στο μυαλό του ως μόνο στόχο τον αγώνα του Τριάθλου αρχές Σεπτεμβρίου του 2017. Ιδρώνει και πίνει από το μπουκάλι με το ισοτονικό που κρατάει μαζί του, όπως κάνει κάθε φορά που θα τρέξει πάνω από δέκα χιλιόμετρα. Κατεβάζει δυο γουλιές κάθε είκοσι λεπτά και ήδη τρέχει εδώ και σχεδόν μία ώρα. Το υγρό στο μπουκάλι κάτω από τα τρία τέταρτα. Ανήσυχος για τον κίνδυνο της θερμοπληξίας που πάντα απειλεί, βγάζει στον μεγάλο ανήφορο το φανελάκι, μήπως και καταφέρει να ρίξει τη θερμοκρασία κάνα-δυο βαθμούς και γλυτώσει λίγο ιδρώτα, ίσως έτσι αποφύγει και τη μερική αφυδάτωση, ξέρει ότι θα χρειαστούν μέρες για να επανέλθει. Μα έχει προπόνηση κάθε μέρα, μια το τρέξιμο, μια με το ποδήλατο, μια κολύμπι στην πισίνα, ένα και δυο και τρία αθλήματα μαζί, πίσω τι να αφήσει;

Δοκίμασα, άφηνα κάποτε προπονήσεις πίσω, μα κοροίδευα τον εαυτό μου, τα βράδια δεν κοιμόμουνα, η καρδιά μου κτυπούσε την αδημονία σαν τρελλή. Δοκίμασα, και δεν μου βγήκε. Σκέφτεται, καθώς τυλίγει το μπουκάλι με το ιδρωμένο ρούχο για να κρατήσει το υγρό όσο πιο κρύο γίνεται με τέτοια ζέστη.

Κάθε μερικά χιλιόμετρα μετράει τα βήματα που κάνει σε ένα λεπτό. Τα μετράει στο αριστερό πάτημα όπως έχει συνηθίσει. Πρέπει να πιάσει τουλάχιστον ογδόντα-εννέα βήματα, με στόχο τα ενενήντα-ένα, γι’ αυτό τρέχει πάντα με γρήγορες εναλλαγές του βήματός του. Ανοίγοντας το μπουκάλι του ισοτονικού ξαφνικά σκέπτεται να αλλάξει χέρι μαζί με το φανελάκι και να το βάλει αντίθετα από τον ήλιο που είναι πάνω αριστερά του.

Η ευθεία είναι μεγάλη, απλώνεται για τουλάχιστον τέσσερα χιλιόμετρα μπροστά, έτσι θα έχω το μπουκάλι προστατευμένο από τον ήλιο με τη σκιά του σώματός μου για τουλάχιστον είκοσι ακόμη λεπτά, ώσπου να ξαναπιώ. Σκέφτεται καθώς κατεβάζει άλλες δύο γουλιές στα εξήντα ακριβώς λεπτά.

Έτσι όπως τρέχει στο ανήφορο με το σώμα σκυμμένο μπροστά, να τον βοηθάει το βάρος, κινεί και τα χέρια του με ρυθμό για να κάνει τις κατάλληλες κινήσεις – θέλει να τυλίξει στο άλλο του χέρι το ύφασμα με τρεις γύρες και να καλύψει όλο το μήκος του μπουκαλιού εκτός από το πώμα. Με μαεστρία καταφέρνει το τελευταίο μέρος του ρούχου να είναι τα δύο μανίκια, κι έτσι τα αγκιστρώνει πάνω στον αντίχειρά του. Μόλις τελειώνει χαμογελάει με ικανοποίηση σουφρώνοντας τα κουρασμένα χείλη και ξαναγυρνάει την προσοχή του προς τα εμπρός. Κοιτάει στο Τζι-Πι-Ες τον ρυθμό και αντιλαμβάνεται ότι όλη αυτή η διαδικασία του απέσπασε όχι μόνο την προσοχή, αλλά επίσης ανέβασε και τους παλμούς της καρδιάς κατά πέντε κτύπους, και έτσι επηρέασε τη σταθερότητα του ρυθμού με τον οποίο έτρεχε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από πέντε λεπτά ακριβώς το χιλιόμετρο, εκείνη τη στιγμή το Τζι-Πι-Ες έδειξε πέντε λεπτά και δεκατέσσερα δευτερόλεπτα. Με μια βαθιά ανάσα αρχίζει ξανά το μέτρημα των βημάτων χωρίς να αλλάξει κάτι, για να δει την ευρύτητα του λάθους.

Είχα δίκαιο. Σκέφτηκε μόλις τελείωσε το λεπτό, καθώς το αποτέλεσμα τον απογοήτευσε.

«Ογδόντα-τρία μόνο βήματα!» λέει φωνακτά ξεχνώντας πως ήταν μόνος και όχι με τους συναθλητές στο γήπεδο όπου συνήθιζαν να ανταλλάζουν στατιστικές τακτικά.

Κι έτσι επανέρχεται στον εσωτερικό διάλογο.

Ογδόντα βήματα επί δύο μας κάνει ... εκατόν εξήντα, ενώ ο στόχος είναι να καταφέρω το αυθόρμητο των εκατόν-ογδόντα τουλάχιστον, ενώ ακόμη είμαι στο εσκεμμένο των εκατόν-εβδομήντα τεσσάρων! Δεν κατάφερα τίποτα ακόμη! Το μόνο αυθόρμητο που έχω πετύχει όλους αυτούς τους μήνες είναι το εκατόν εξήντα από εκατον πενήντα που είχα! Μόνο πέντε βήματα στο αριστερό! Γαμώτο, δεν έκανα τίποτα!

Αντιλαμβάνεται, βεβαίως, κανείς, ότι με τον όρο ‘αυθόρμητος ρυθμός’, ο δρομέας εννοεί τον ρυθμό με αυτο-ορμή, όποτε βγαίνει με φυσικό τρόπο, με απευθείας καθοδήγηση από το πλοηγικό μέρος του εγκεφάλου, χωρίς επέμβαση ή διορθώσεις του συνειδητού. Αντίθετα, με τον όρο ‘εσκεμμένος ρυθμός’ εννοεί τον ρυθμό που κατευθύνει ο ίδιος με τη σκέψη, έστω και ασυναίσθητα μετά από λίγη ώρα εφαρμογής, αλλά με επαναφορά της προσοχής και επαναμέτρηση και προσαρμογές κάθε μερικά λεπτά.

Το ανήφορο κόντευε να τελειώσει και ο δρομέας ήδη έτρεχε για μία ώρα και δεκαοκτώ λεπτά. Πειθαρχημένος σε βαθμό αρρωστημένο όπως έλεγε στον εαυτό του χαμογελώντας κάθε φορά, περίμενε τα δευτερόλεπτα να κυλήσουν στα είκοσι λεπτά ακριβώς, όσο κι αν το στόμα του διαμαρτυρόταν από το στέγνωμα, για να πιει ακόμη δύο γουλιές ισοτονικό. Μάλιστα για ώρα μελετούσε την εκδοχή να πιει τρεις γουλιές, καθώς είχε ανέβει το ανήφορο, είχε ιδρώσει πιο πολύ, και δεν έμενε παρά μισή ώρα, περίπου επτά χιλιόμετρα για το τέλος της προπόνησης. Μα η εμμονή στη συμμετρία και την τάξη, δεν θα του επέτρεπε ποτέ να πάρει αυτή την τρίτη γουλιά.

Ακριβώς, λοιπόν, δέκα δευτερόλεπτα πριν από τη συμπλήρωση της μίας ώρας και είκοσι λεπτών, σήκωσε το μπουκάλι και άρχισε με μηχανικές κινήσεις να ξεβιδώνει το πώμα, σφίγγοντας τους κοιλιακούς του για να μην χάσει τον ρυθμό και την ταχύτητά του, αφού με αυτές τις κινήσεις έχασε τη βοήθεια της παλινδρόμησης των χεριών και αφέθηκε στη δυναμική ταλάντευση των ποδιών. Μα μόλις άγγιξε το στόμα του μπουκαλιού στο στόμα του ...

Μπιπ, Μπιπ, ακούστηκε έντονα η κόρνα ενός αυτοκινήτου πολύ κοντά στα αυτιά του.

«Τι κάνεις μωρή ξεκωλιάρα με το μπουκάλι γυμνή; Θα σε ψάχνει ο νταβαντής σου που προσφέρεις σώου δωρεάν! Σου έπεσε το βυζί από το τρέξιμο, μωρή! Ορμόνες να πίνεις, όχι νερό!»

Ξαφνιασμένος από τις φωνές και τα προσβλητικά λόγια, ξεροκατάπιε την πρώτη γουλιά και έφτυσε τη δεύτερη από τα ρουθούνια. Ανάμεσα στον βήχα και τις ξεροκαταπόσεις αυθόρμητα σήκωσε το χέρι του και έδειξε το μεσαίο δάκτυλο στο αμάξι που τον κορόιδεψε και συνέχισε να τρέχει ακάθεκτος, χωρίς να χάσει τον ρυθμό αυτή τη φορά.

Το αμάξι δεν συνέχισε γρήγορα για να φύγει. Εκοψε ταχύτητα και τον πλεύρισε, συνεχίζοντας μαζί του. Αυτός δεν γύριζε να κοιτάξει. Συνέχιζε να τρέχει με προσοχή μη χάσει ρυθμό, κοίταζε μια το τζι-πι-ες, μια το πεζοδρόμιο μην σκοντάψει.

Με ένα ελιγμό το αμάξι τον προσπέρασε αιφνίδια και πάρκαρε κάθετα μπροστά του πάνω στον πλαϊνό ποδηλατόδρομο που τόση ώρα ανέβαινε.

«Τι στο διάολο;» φώναξε ο δρομέας όπως ακούμπησε τα χέρια στο πάνω μέρος του πορτ μπακάζ για να κόψει φόρα και να μην πέσει χάμω. «Τι στο καλό κάνετε ρε βρωμόπαιδα;»

«Εμένα κάβλιασες ρε κωλομαλάκα;» φώναξε ο συνοδηγός όπως κατέβαζε το παράθυρο αφήνοντας τη δροσιά του κλιματιστικού να βγει έξω απότομα.

Ο δρομέας την ένιωσε και κόντεψε στο παράθυρο, απαξιώντας για αυτή. «Ναι, ρε, εσένα, εσένα που με έβρισες!» είπε θυμωμένα στον νεαρό.

Ο νεαρός άνοιξε απότομα την πόρτα του αυτοκινήτου και πετάχτηκε έξω.

«Έλα μέσα ρε βλάκα να φύγουμε! Άσε τον ηλίθιο να καεί σαν λουκάνικο! Άντε και μπήκε η ζέστη μέσα!» είπε ο οδηγός.

«Όχι! Καθαρίζω πρώτα και μετά την κάνουμε!»

«Τι είπες ρε κακομαθημένο;» φώναξε ο δρομέας στα μούτρα του νεαρού που αμέσως αντιπρόταξε σιδηρογροθιά στα μούτρα του χωρίς να του ρίξει μπουνιά αλλά απειλώντας τον ανοικτά με τα χείλη σφιγμένα και τα μάτια γουρλωμένα να λάμπουν στο έντονο φως του ήλιου.

 

Χωρίς να χρονοτριβεί, αρπάζει το μπράτσο του νεαρού και του το γυρίζει στην πλάτη πιέζοντάς τον στο δεξί πλευρό με τα δικά του καρφιά έτοιμα να τον τρυπήσουν. Τον τρίβει λίγο δυνατά και μια συμμετρική ουλή τεσσάρων γραμμών αρχίζει να διαγράφεται στο δέρμα του. Το αίμα αρχίζει να τρέχει αμέσως και να του βρέχει το σώβρακο από μέσα.

Κρύος ιδρώτας τρόμου και αγωνίας αρχίζει να λούζει τον νεαρό. «Τ-τι κάνεις ρε μαλάκα;» ψελλίζει με δυσκολία και ανίκανος να κουνηθεί. «Αν με σημαδέψεις θα σε φάω ρε! Αααχχ!»

Ο οδηγός κοιτάζει αποσβολωμένος από τη θέση του, από τη μια απολαμβάνοντας το θέαμα και την τιμωρία του ανώριμού του φίλου, από την άλλη τρομοκρατημένος από τη δύναμη και την επιδεξιότητα του ανθρώπου που μόλις πλεύρισαν για να πειράξουν. Δεν ξέρει αν θέλει να επέμβει για να σώσει τον φίλο του ή να πατήσει γκάζι και να φύγει. Ίσως αν τον παρακαλέσω... σκέφτεται, και λέει δειλά. «Σας παρακαλώ, ένα αστείο πήγαμε να κάνουμε, είναι ανόητος ο φίλος μου, συγχώρεσέ τον, ε;»

«Ανόητος;» τον έκοψε αμέσως ο δρομέας. «Μα, για πες μου, εσύ δεν οδηγούσες; Δεν είσαι εσύ που με έκοψες για αυτό το μικρό σας αστειάκι; Ε;»

Ο οδηγός συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο άνοιξε την πόρτα του και ξεκίνησε απειλητικά τον γύρο του αμαξιού προς το μέρος τους. Πριν όμως προλάβει καν να κάνει τρία βήματα ο δρομέας κτυπάει το κεφάλι του συνοδηγού στο αμάξι και τον ρίχνει χάμω αναίσθητο ενώ ταυτόχρονα του βγάζει τη σιδηρογροθιά. Ξεκάνοντας έτσι τον ένα, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον άλλο νεαρό, που φαίνεται αρκετά πιο εύσωμος από τον πρώτο.

Δεν μπορεί, θα έχει αδύναμο σημείο. Φαίνεται ψύχραιμος μέσα στο θυμό του αλλά μπορώ να του λυγίσω την ψυχολογία για να τον ξεγελάσω. Σκέφτεται ο δρομέας.

«Με αυτή τη σιδηρογροθιά τρομοκρατείτε τον κόσμο στις συγκεντρώσεις, ρε; Εσείς είστε οι νέοι που φωνάζετε εναντίον της γενιάς μας; Εσείς είστε που ρίχνετε αυγά και πέτρες στους αστυνομικούς;»

«Ναι ρε, εμείς! Έχω κι εγώ σιδηρογροθιά, θέλεις να αναμετρηθούμε;» φωνάζει ο οδηγός που είναι τώρα απέναντί του έτσι όπως πατάει τον πεσμένο συνοδηγό στο στήθος. «Εμείς, αλλά για ποια γενιά μιλάς; Πόσο χρονών είσαι εσύ και μας μιλάς σαν να ήσουνα γέρος;»

«Είμαι σαράντα χρονών, βρε νιάνιαρο! Μεγάλος αρκετά για να ήμουν πατέρας σου! Και δεν ξέρω, μπορεί και να είμαι!»

«Τι είπες, βρε;» φωνάζει ο νεαρός ορμώμενος, «τι είπες για τη μάνα μου; Θα σου γαμήσω τη μάνα σου, ρε.»

Ο δρομέας πετυχαίνοντας αυτό που ήθελε, δηλαδή την ανεξέλεγκτη οργή του ασυγκράτητου νεαρού, φωνάζει μέσα στο τελευταίο δευτερόλεπτο πριν τη βίαιη σύγκρουσή τους: «για εσένα λέω βρε ξύλο, και ετοιμάσου να ... φάεις ξύλο!» και αρπάζει τον νεαρό από τη μέση με μακρινά χέρια και περιστρεφόμενη κίνηση και κάνοντάς τον να χάσει εντελώς την ισορροπία του, με μια περίτεχνη πισινή κλωτσιά τον ρίχνει φαρδύ-πλατύ πάνω στον φίλο του που μόλις συνερχότανε.

Πηδώντας πάνω του και κτυπώντας του δυνατά την πλάτη με το γόνατο για να του κόψει την ανάσα πριν προλάβει να αντιδράσει, ο δρομέας σηκώνει το δεξί χέρι για να πάρει φόρα. Με τη σιδηρογροθιά στην παλάμη του, του γδέρνει ένα τετραπλό τραύμα στο  σημείο πάνω από τη μέση πριν προλάβει να αντιδράσει και αυτός σφαδάζοντας από τους πόνους του φωνάζει: «τι κάνεις βρε κάθαρμα; Θα μου αφήσεις ουλή! Ααααχ! Θα σε σκίσω μαλάκα!»

«Μη σηκωθείς, μη γυρίσεις, ούτε εσύ ούτε ο άλλος, σας τραβάω ουλή στα μούτρα με το που γυρίζετε!»  ψιθυρίζει με βαριά απειλητική φωνή. «Οι κεντρικές λεωφόροι στη Λευκωσία είναι τέσσερις ... τέσσερις είναι και οι ελεύθερες πόλεις της Κύπρου!»

«Τι μας λες, αλήθεια βρε επιστήμονα;» λέει ο συνοδηγός με μισή ανάσα όπως ήταν πατημένος από τα δύο σώματα.

«Όπως έλεγα και στον φίλο σου από πάνω σου», λέει ειρωνικά ο δρομέας, «-- και φαίνεται σας αρέσει κι όλας -- υποθέτω ότι σε αυτές τις τέσσερις λεωφόρους, και σε όποια πόλη κι αν πάτε, παίζετε τους ωραίους και τους νταήδες ανεμίζοντας την ηλίθιά σας σιδηρογροθιά που θέλετε να συμβολίζει την οργή του καταπιεσμένου, αλλά αντί αυτού εσείς καταπιέζετε τον κόσμο, στα γήπεδα χωρίς λόγο, στις διαδηλώσεις μπαίνετε μπροστά για να εκνευρίζετε τους αστυνομικούς και να δημιουργείτε βία αντί διάλογο. Εσείς γίνεστε το κάθε αγκάθι της κοινωνίας που μας βασανίζει εδώ στο φιλήσυχο νησί μας με το κάθε κοφτερό εξόγκωμα στις σιδηρογροθιές σας, που βλέπω τις ακονίσατε άψογα! Εύγε, σκάψατε περίτεχνα τον λάκο σας!»

«Είσαι λάθος, ρε, λάθος! Χωρίς εμάς ο κόσμος είναι παλαβός, γκαγκά όλοι! Δειλοί και πρόβατα! Χωρίς εμάς δεν έχει άκσιον!»

«Άκσιον το λες αυτό που κάνατε σε μένα; Τον γαμημένο σας ρατσισμό προς κάθετι που διαφέρει από εσάς; Που με βρίσατε απλά και μόνο επειδή έτρεχα, που μου κόψατε την προπόνηση αφού μου κόψατε τη χολή αποκόπτοντάς μου τον δρόμο; Ναι, ρε. είμαι σπάνιο είδος, είμαι άλλη ράτσα, σας κίνησα το ενδιαφέρον; Σας αρέσει να είστε ρατσιστές, αγοράκια μου; Φάτε την τώρα. Εσάς σαν κόψανε τον βήχα ποτέ, ρε κακομαθημένοι αλήτες; Ε; Σας τον κόψανε; Δεν μιλάτε, ε;»

Δεν μιλούσαν καθόλου οι δύο νεαροί. Ο οδηγός είχε στραμμένο το κεφάλι προς τους τροχούς του αμαξιού και άρχισε να δακρύζει, και ο συνοδηγός πίεζε με θυμό τη μύτη του στην άσφαλτο και έσφιγγε τα χείλη – μην μιλήσει.

 «Ρεεεε, σας τον κόβω τον βήχα σήμερα εγώ, ο φιλήσυχος, ο ανυποψίαστος δρομέας, το θύμα εις βάρος του οποίου θα γελάγατε για μέρες, αφού με δέρνατε! Κι ο εφιάλτης σας; Ο αστυνομικός που δεν φόραγε στολή! Η μοίρα σας. Η τιμωρία σας. Γιατί αν σηκώσω το παντελονάκι μου θα δείτε την τετραπλή ουλή στο κωλομέρι μου, μ’ αυτή που με σημάδεψε ένας δικός σας πριν δυο χρόνια και δεν φεύγει η γαμημένη. Και δεν θα φύγει. ΠΟΤΕ!»

Οι δυο νεαροί με σκυμμένο κεφάλι βάζουν τα κεφάλια ανάμεσα στις παλάμες τους. Αντιλαμβάνονται τη βλακεία που έκαναν να την πέσουν σε αστυνομικό που είχε μάλιστα ιστορικό θύματος σιδηρογροθιάς. Μετά, συγχρονισμένα -- εν αγνοία ικανοποιώντας τις εμμονές του δρομέα -- σταυρώνουν τα χέρια τους πίσω από το κεφάλι σαν σε άγραφη σύλληψη. Έχουν ήδη αποδεχτεί την ήττα.

«Οι τέσσερις γραμμές στη σειρά θα σας θυμίζουν να μην ξαναπειράξετε πλάσμα σε τούτη τη χώρα! Και είναι στην πλάτη σας για να κάνετε τον κόπο να γυρνάτε να τις δείτε στον καθρέφτη. Και για να τις ξεχνάτε στην παραλία σαν κοκορεύεστε ωσότου να σας τις θυμίσουν τα περίλυπα βλέμματα και τα μειδιάματα των κοριτσιών. Αυτή θα είναι η τιμωρία σας. Ξεχάστε εμένα, να θυμάστε το δίκαιο. Εγώ το βρήκα σήμερα μαζί σας. Τώρα θα κοιμάμαι ήσυχα που την έφαγα από έναν και τώρα έσωσα τον δρόμο από δυο. Τις ουλές αυτές έπρεπε να σας τις τάιζε η μάνα σας σιγά-σιγά από μωρά, αλλά η καημένη δεν ήξερε πώς -- ποια μάνα στο κάτω-κάτω ξέρει τί θα γίνουν στο μέλλον τα παραχαϊδεμένα της, αν δεν τα σημαδέψει η ίδια με κάθε τρόπο με τα σημάδια της τάξης και του εσωτερικού νόμου; Τι να σας πω; Σας σώζω σήμερα από τον εαυτό σας πριν καταλήξετε. Κι αν ξαναφορέσετε σιδηρογροθιά, κάθε φορά στο δικό σας δέρμα να προκαλείτε πρώτα τον πόνο πριν σκεφτείτε να τον προκαλέσετε αλλού. Ο νόμος δεν είστε εσείς, κι ούτε κανείς δεν σας θέλει να είστε.»

Λέγοντας όλα αυτά τα λόγια με οργή και ικανοποίηση συνάμα ο δρομέας-αστυνομικός σηκώθηκε και συνέχισε περπατητός το υπόλοιπο της διαδρομής ως το σπίτι του. Ήπιε όλο το ισοτονικό αδιάφορα και έσβησε το Τζι-Πι-Ες. Πέταξε το μπουκάλι στο πλάι του δρόμου χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς ίχνος δημοτικής συνείδησης. Είχε θεωρήσει ακόμη και την προπόνηση άκυρη και θα έκανε την ίδια την επόμενη μέρα, με τις ίδιες συνθήκες, στον ίδιο δρόμο. Χωρίς αυτούς.

Οι δυο νεαροί τον είδαν να προχωράει ήρεμα ώσπου στο βάθος του δρόμου πέταξε τις σιδηρογροθιές σε έναν κάλαθο.

«Μετακινήστε ρε το αμάξι, περνάει κόσμος από εδώ!» τους φώναξε ένας άλλος δρομέας που περνούσε εκείνη την ώρα από τον ποδηλατόδρομο, κι οι δυο νεαροί αμέσως χαιρέτησαν και φώναξαν «συγνώμη!» ενώ ο οδηγός συμπλήρωσε: «φεύγουμε τώρα!»

Μπαίνοντας μέσα με τα χέρια στην αιματωμένη του πλάτη, ο συνοδηγός έβγαλε τη φανέλλα του και την έδωσε στον οδηγό. «Έλα, τύλιξε το με αυτή, γαμώ το, είχε δίκαιο!»

Ο οδηγός τύλιξε τη μέση του δακρύζοντας από τον πόνο αλλά δεν είπε τίποτα. Γύρισε το αυτοκίνητο στον άδειο δρόμο και στράφηκε στην αντίθετη κατεύθυνση, ξεχνώντας τον δρομέα, ξεχνώντας το περιστατικό, ξεχνώντας την ουλή, ξεχνώντας τις σιδηρογροθιές στον κάλαθο. Κατευθύνθηκε ασυναίσθητα προς το σπίτι της μάνας του.

 

Saturday, January 23, 2016

Ενσυνειδησία --- Διαίσθηση --- Συναισθησία --- Διορατικότητα

Έχοντας διαβάσει διάφορα από διάφορες πηγές τα τελευταία χρόνια, έχω αναπτύξει για τον εαυτούλη μου [πόσο εγωιστικό ακούγεται αυτό] κάποιες αρχές που με βοηθούν να πράττω και να δημιουργώ χωρίς κόπο, με ανοικτές τις αντένες μου, με ανοικτές τις στρόφιγγες της φαντασίας. Κατέληξα ότι οι ακόλουθες τέσσερις λέξεις δεν είναι απλά λέξεις. Είναι η μετεξέλιξη που επέρχεται στο ανθρώπινο γένος. Προς το παρόν είναι απλά σπάνιες ιδιότητες που συναντάς σε πολύ λίγους ανθρώπους. Ιδιαίτερα δύσκολο είναι να συναντήσεις πέραν των δύο σε ένα άτομο. Για τον εαυτούλλη μου δεν ξέρω αν κατέχω έστω και μία από αυτές. Πάντως τις κατανοώ και πιστεύω ότι μπορώ πια να τις αποδομήσω σαν έννοιες και να ξέρω πώς θα μπορέσω να οδηγηθώ τελικά προς αυτές.
Ενσυνειδησία --- Διαίσθηση --- Συναισθησία --- Διορατικότητα
Άσε με λοιπόν να σου εισηγηθώ κάποια πράγματα για να ξεκλειδώσεις λίγο από αυτό το τεράστιο χάρισμα που όλοι κρύβουμε μέσα μας:

 
- Παρακολούθα τα όνειρά σου.
[Αυτά ειδικά που επαναλαμβάνονται για χρόνια είναι το κλειδί για αυτοθεραπεία από ένα παιδικό ή πιο πρόσφατο τραύμα. Μόλις το αντιληφθείς λύεται και με συνδυασμό πολλών λύσεων ανοίγει η πρώτη πόρτα για τη σύνδεση σου με τους υποσυνείδητούς σου μηχανισμούς. Ο Φρόυντ και ο Αριστοτέλης μίλησαν και για δεύτερο επίπεδο στο υποσυνείδητο. Θα χρειαστείς κι άλλη δουλειά μετά το άκουσμα των ονείρων. Μείνε μαζί μου για ακόμη λίγο.]

 
- Απομονώσου κάθε μέρα για λίγο με στόχο τη συζήτηση με τον εαυτό σου.
[μη φοβάσαι τη φωνή μέσα σου, είσαι εσύ, απλά πιο ειλικρινής, χωρίς τους εξωτερικούς φραγμούς . Ενδείκνυται και η έφαρμογή τεχνικών υπερβατικού διαλογισμού, φτάνει να μην υποπέφτεις στον κίνδυνο της σύνδεσης των πρακτικών αυτών με την πίστη σε θρησκεύματα, καθώς οι θρησκείες γενικά κλείνουν τις στρόφιγγες της διαίσθησης.]

 
- Ενώσου με το συλλογικό ασυνείδητο που τόσο ωραία ανάλυσε ο Καρλ Γιουγκ.
[άκουσε τους άλλους, σκέψου για τους άλλους και το κοινό ώφελος -- σκέψου τι θα σήμαινε ένας κοινός παγκόσμιος ανθρώπινος εγκέφαλος, όπως συμβαίνει με τα μυρμήγκια και τις μέλισσες.]

 
- Άκουσε το σώμα σου.
[η καρδιά, τα άκρα μας, τα σωθικά μας, ρέουν συνεχώς από το αίμα που τρέφει τον εγκέφαλο και το υποσυνείδητό μας. Άσκησε το σώμα σου και μετά ξεκούρασέ το, κάθε μέρα δίνε του μικρά δώρα απόλαυσης, είτε σε άσκηση, είτε σε τροφή είτε σε έρωτα. Είτε με μια αγκαλιά. Απλά να το κάνεις απλόχερα και με σκοπό την τέρψη του σώματος. Θα σε ανταμείψει κι αυτό με ηρεμία. Έτσι το πνεύμα σου θα δράσει ελεύθερα και τότε θα πλησιάσεις περισσότερο προς την ικανότητα να σκέφτεται ο εσωτερικός σου μηχανισμός αυτόματα για σένα. Και να δημιουργείς εύκολα αυτό που θέλεις, είτε είναι καλλιτεχνική δημιουργία, είτε ένας φιλοσοφικός διάλογος με τον πλησίον σου.]

 
- Αποδέξου την ασημαντότητά σου.
[το πνεύμα σου χρειάζεται ταπεινότητα για να ανθίσει. Εϊναι το λίπασμα των πιο όμορφων λουλουδιών που υπάρχουν εκεί έξω. Μην υποτιμάς όμως τον εαυτό σου. Να γνωρίζεις ακριβώς που στέκεσαι. Χωρίς να συγκρίνεις τις ικανότητες και τις αδυναμίες σου με εμπάθεια προς τους άλλους.]

 
- Να δημιουργείς.
[είτε είσαι καλλιτέχνης είτε οικοκυρά και μαγειρεύεις, να αφήνεσαι πάντα ΕΝΤΕΛΩΣ στη φαντασία σου. Να επιτρέπεις στη λογική και τη γνώση σου να επεμβαίνουν μόνο στις αντιφάσεις και στα λάθη. Να μην ραφινάρεις τις τραχείες γωνίες κατόπιν εορτής. Αν είσαι έτοιμος θα ξέρεις από πρώτα την ώρα που δημιουργείς τις σωστές ενέργειες. Πάνω από όλα να μην μιμείσαι όταν δημιουργείς. Να ψάχνεις μέσα σου τις εικόνες που χρειάζονται για το επόμενό σου βήμα. Είναι το τρίτο βήμα για ξεκλείδωμα της ενσυνειδησίας.]

 
- Να παρακολουθείς τα πάντα γύρω σου.
[είτε είναι εκπομπές στην τηλεόραση, είτε είναι το τιτίβισμα ενός σπίνου έξω στη βεράντα, πρέπει να μάθεις να ερμηνεύεις τις συμπτώσεις γύρω σου. Η αποδοχή και αποδόμηση του τι πραγματικά είναι η συγχρονιστικότητα του Καρλ Γιουγκ είναι το επόμενο βήμα στο να πετύχεις να αναπτύξεις τη διορατικότητά σου.]

 
- Προσπάθησε όσο μπορείς και όσο είναι δυνατό να πράττεις το καλό χωρίς να αναμένεις ανταμοιβή είτε από την τωρινή ζωή είτε από θεϊκή εύνοια.
[Η αυθεντική καλοσύνη δεν είναι άπιαστο όνειρο, φτάνει να σκεφτόμαστε με κάθε πράξη μας το πώς θα θέλαμε να πράξουν οι άλλοι προς εμάς σε μια δύσκολη στιγμή και σε μια καλή μας στιγμή. Πάντα να εκλείπουν οι υπερβολές. Ο καθρεφτισμός του εγώ είναι ένα ακόμη βήμα προς τη διορατικότητα.]

 
- Να αποβάλλεις το άγχος και την αρνητική σκέψη ασταμάτητα.
[Το άγχος και η αρνητική σκέψη πάντα προέρχονται από μια πηγή που αμύνεται με βάση το ατομικό μας συμφέρον -- ακόμη και στο έσχατο σημείο αλτρουισμού, την αγάπη προς την-τον σύντροφό μας. Όταν μας αποπάρει, ξεκινάει η ανάφλεξη μέσα μας που μπορεί να μας κυνηγάει για ώρες. Πιες ένα ποτήρι νερό και όλα θα καθαρίσουν -- λογικές σκέψεις από το πουθενά θα μας δείξουν σε τι φταίξαμε και θα κατανοήσουμε το έτερον ήμισι -- αλλά και οποιοδήποτε άλλο παράγοντα μας προκαλέσει άγχος -- ακόμη και το θάνατο προσφιλούς ατόμου. Να πονάς, δεν λέω, αλλά με μέτρο.]

 
- Να ζεις ευτυχισμένα.
[Δεν είναι δύσκολο. Αφού ξεκλειδώσεις όλα τα πιο πάνω, θα κατανοείς πιο εύκολα την τύχη του να είσαι μέρος αυτού του ευλογημένου πλανήτη και θα βρεις την ευτυχία σε όλα τα πράγματα. Όχι μόνο σε αυτά που σε συμφέρουν. Το εγώ σου είναι διάχυτο στο σύμπαν όταν το αγαπάς πραγματικά και δεν το κρατάς για τον εαυτό σου]

 
- Μάθε σκάκι.
[το παιχνίδι αυτό, περισσότερο από κάθε μαθηματική σκέψη ή αλγόριθμο, σε διδάσκει να προβλέπεις τις ενέργειες των άλλων αλλά και τις συνέπειες των δικών σου πράξεων. Πάντα με γνώμονα τη βελτίωση. Μην το εκλάβεις ότι πρέπει να καταστρέψεις τον αντίπαλο για να διαπρέψεις. Γι' αυτό σου παράθεσα το σκάκι ως μια τελευταία εντολή για ξεκλείδωμα της διαίσθησης. Επειδή πρέπει να περάσεις και όλα τα προηγούμενα στάδια για να ανοίξεις την προτελευταία πόρτα.]

 
-Άσε την τελευταία πόρτα κλειστή.
[Ποτέ μην πιστέψεις ότι απέκτησες και τις τέσσερις ιδιότητες. Ποτέ μην θεωρήσεις ότι γνωρίζεις τα πάντα ή ότι είσαι τέλειος ή απόλυτα ευτυχισμένος. Να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. Ο άνθρωπος και ο πλανήτης μας δεν θα φτάσει ποτέ στο τέλειο. Απλά συνεχώς θα βελτιώνεται. Αυτή τη στιγμή σκέφτεσαι ότι όλα χειροτερεύουν. Ξαναδιάβασε το άρθρο μου και πάμε πάλι από την αρχή.]



©Christos Rodoulla Tsiailis

Wednesday, January 20, 2016

Μαγιονέζα


Άνοιξε το καπάκι του σωληναρίου και άρχισε να του τοποθετεί προσεκτικά τη μαύρη κρέμα στις ανοικτές πληγές πάνω στην πλάτη, στους ώμους, στο μέτωπο. Αυτός άλλαζε στάση αντιδραστικά δεξιά κι αριστερά από τον πόνο, προκαλώντας της σοβαρή αστοχία, ωσότου το μισό του σώμα κατέληξε άτσαλα μουντζουρωμένο με δακτυλιές, σαν παρατημένο τείχος όπου αντίθετες φατριές σβήνουν η μια τα συνθήματα της άλλης. Αλλά με την επιμονή της, πέτυχε όλες τις πληγές –σχεδόν όλες. Γιατί μόλις πήγε να του βάλει λίγη στο σημείο που άνοιξε κάτω από το χείλος του, της άρπαξε το χέρι.

               «Ααχ».

               «Μα πρέπει, γιε μου, κάνε μια προσπάθεια ...»

Την δάγκωσε ελαφρά για να τραβήξει το χέρι της. «Άλλαξε κάτι;»

               «Όχι, αλλά να είσαι έτοιμος. Συντηρήσου. Θα αλλάξει ο νόμος, θα δεις. Με κάποιο τρόπο διατηρήσου.»

               «Κι αν δεν το θέλω;» ψέλλισε πριν κλείσει τα κουρασμένα του μάτια.

Η μάνα του σηκώθηκε. Έκλεισε το καπάκι από το σωληνάριο και γύρισε να φύγει. Κοντοστάθηκε. Ξανάνοιξε το καπάκι και με την άκρη των δακτύλων της του έβαλε λίγη κρέμα ανάμεσα στα χείλη. Έτρεξε μετά προς την έξοδο του κελιού. Οι πόρτες άνοιξαν αυτόματα. Δεν φόραγε το βραχιόλι.

               Πέρασε ένα σαββατοκύριακο και τρεις καθημερινές πριν ξανάρθει. Ο Σωκράτης την περίμενε με αγωνία. Του ανακούφιζε τον αβάσταχτο πόνο στα κόκκαλα. Τον έτρεφε η αναπνοή της, τον δρόσιζε η φωνή της γεμάτη αγάπη, κι ας την απόπαιρνε αυτός με κάθε ευκαιρία, κι ας  μην την άφηνε τίποτα να δει από όλα αυτά. Η ανακούφιση παιγνίδιζε με την ανυπαρξία πίσω από ένα πέπλο λακωνισμού και υποτιθέμενης αδιαφορίας. Ένα παιχνίδι που αυτή προφανώς γνώριζε, γιατί πόνο δεν ένοιωθε όποτε πήγαινε, μόνο χαρά, μια παιδική χαρά που του την έβγαζε με χαμόγελα και νάζια. Κι ας το εκνεύριζαν τέτοιες συμπεριφορές από τη μάνα του, που του θυμίζανε το δικό του παρελθόν, πριν σταθεί αντιμέτωπος με το τέρας, πριν τραβήξει τον δρόμο τον σοβαρό. Που λίγοι θα τραβήξουν, για να χωράνε τα κελιά, να μην στοιβάζεται τόση σοβαρότης σε ένα χώρο. Η εξουσία δεν άντεχε τη σοβαρότητα, αυτός το ήξερε καλύτερα από όλους, η εξουσία ήθελε αφέλεια, αυθορμητισμό και υπακοή. Καλούς ανθρώπους, σαν τη μάνα του. Δεν θα της χαριζότανε εύκολα. Δεν θα τον έπειθε. Μα την ήθελε εκεί.

Ήταν κι αυτή η κρέμα που του έβαζε, σαν μικρό θαύμα σταματούσε τη φαγούρα στις πληγές του, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο σίγηζε και την καταταραμένη την καούρα στο στομάχι του. Του είχε πει ο γιατρός ότι τα εσωτερικά του όργανα θα άρχιζαν πια, μετά από τρεις μήνες, να ατροφούν, ο οργανισμός του θα κατανάλωνε λαίμαργα από τους μύες του και από τους ιστούς του όλο το οργανικό υλικό.

Τί κι αν πεθάνω εδώ μέσα;

Αν έξω δεν έφευγε από την εξουσία ο σατράπης που τους έκανε όλους ίσους και κατώτερους των υπολοίπων μισών, δύο μόνο τάξεις, εργάτες και προύχοντες, πλουσιότατοι και φτωχότατοι, πεινασμένοι και παραταϊσμένοι, δεν θα σταματούσε αυτή την απεργία. Ήταν και οι φίλοι του έξω με τα πλακάτ και έτρωγαν ξύλο από την αστυνομία και το στρατό, ήταν και ο γιος του που τον έπιασε η γυναίκα του και πήγανε Αγγλία για να σωθούνε.

               «Η Νεφέλη; Ο Λένος; Κανένα νέο;»

«Τίποτα, γιε μου», είπε ήσυχα η μάνα του σαν έβαζε στη μεγάλη πληγή στο μηρό του τη μαύρη κρέμα.

Αυτός μόρφασε έντονα από το τσούξιμο. Αυτή νόμισε πως τον ενόχλησε η έλλειψη κάποιας είδησης και συνέχισε να του αλοίφει την πληγή.

«Άσε να καταλαγιάσει η εξέγερση, να σταματήσετε κι εσείς την απεργία πείνας... Μην τους συλλάβουν κι αυτούς.»

«Πρόσεξε.»

«Τι; Σε πόνεσα;»

«Πρόσεξε τη σιγουριά σου».

Ο Σωκράτης έκλεισε τα μάτια του και εκείνη του ακούμπησε το κεφάλι στο σκληρό μαξιλάρι προς τα πίσω. Έπιασε ένα κομμάτι πανί και το βούτηξε στην κούπα με το νερό και άρχισε να μαζεύει από το σώμα του τα απομεινάρια της κρέμας που δεν πήγαν στις πληγές. Έσφιξε λίγο το πανί για να αναμειχθεί η κρέμα με το νερό και μετά, σταγόνα-σταγόνα, του έσταξε το μαύρο νερό στα χείλη. Πολύ αργά, μην την καταλάβει. Σηκώθηκε γρήγορα, έκλεισε το καπάκι του σωληναρίου και έτρεξε να φύγει. Σταμάτησε απότομα και στράφηκε πίσω. Ξέχασε να πάρει το πανί μαζί της.

Αυτή τη φορά έφτασε νωρίς το πρωί – ήθελε να προλάβει τα πρώτα του ούρα. Ο γιατρός, παλιός οικογενειακός φίλος, περίμενε να τα εξετάσει. Όχι, δεν θ’ άφηνε το παιδί της να χαθεί έτσι. Ας το σκότωνε ένας αστυνομικός εκεί έξω. Όλα ήταν καλύτερα απ’ αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει.

«Κατούρα μου λίγο εδώ.»

«Τι λες βρε μάνα; Τι είναι αυτό το μπουκαλάκι; Έγινες και νοσοκόμα τους τώρα; Με παρακολουθείς; Έγινες σπιούνα των σατράπηδων; Παίζεις σκάκι με τα μαύρα; Βγες απ’ αυτή την παρτίδα, βρεεεε! Θα σε φάνε τα άλογα κι οι πύργοι σε τρεις κινήσεις ματ, βρε! Ξύπνα!»

«Τέλειωσες, Σωκρατάκο μου; Μπράβο. Ωραία. Τώρα κατούρα μου εδώ. Θα τα πάω στον Σούρελη, να τα αναλύσει.»

«Τον γιατρό; Γιατί; Τι πιστεύεις; Ότι μας κοροϊδεύουν εδώ; Για να πούνε τι; Ούτε τρώω, ούτε πίνω, έχω παραδοθεί. Τελεία. Ό,τι κι αν πει ο κάθε γιατρός, η μάχη μου είναι μία. Και δεν θα αλλάξει. Βρες έναν τρόπο να επικοινωνήσεις με τον Λένο. Πες του να έρθει πίσω. Να με προλάβει.»

«Κατούρα.»

«Εντάξει. Για σένα. Για να καταλάβεις επιτέλους ότι τελειώνω. Μπορώ να τελειώσω.»

Φύλαξε το μπουκαλάκι στο βρακί της χωρίς να τον ντραπεί. Του έβαλε κρέμα βιαστικά και έφυγε.

***

Ξαναήρθε μετά από δεκαπέντε μέρες. Άρχισε αμήχανα να του βάζει την κρέμα. Ο Σωκράτης κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Μητέρα;»

Η μητέρα του δεν του απάντησε. Έσφιγγε τα χείλη της με αγωνία μην μιλήσει.

«Μητέρα είπα».

«Τι;»

«Τι κρέμα είναι αυτή;»

Δυστυχώς, η ερώτησή του ήταν ακριβώς αυτή που περίμενε. Ήταν έτοιμη. «Δεν ξέρω ακριβώς, την παίρνω από το φαρμακείο, είναι πολύ καλή φαίνεται, οι πληγές σου σιγά-σιγά κλείνουν».

«Μάνα, τι κρέμα είναι;»

«Γιατί βρε Σωκράτη μου επιμένεις; Αφού σου είπα!»

«Σταμάτησα να πεινάω και η κατάστασή μου δεν επιδεινώνεται. Ο γιατρός ψιθυρίζει με τους άλλους για θαύμα.»

«Αλήθεια;»

«Μάνα, δεν πιστεύω να μου κάνεις καμιά χαλάστρα, έτσι;»

«Τι εννοείς;»

«Φέρτο εδώ.»

«Ποιο;»

Ο Σωκράτης σηκώθηκε απότομα για να την προλάβει πριν τρέξει. Τρίκλισε και σωριάστηκε αλλά πρόλαβε και άρπαξε της σφικτή της φούχτα. Νίκησε τα δάκτυλά της και απέσπασε το σωληνάριο. Ήδη αυτή έσκουζε τρομαγμένη και ανήμπορη. Έβαλε την αδύναμή του γλώσσα στο στόμιο και ζούληξε για να βγει λίγο και να γευτεί.

«Μη!»

«Γιατί δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό; Γιατί δεν μάζεψα λίγη απ’ τις πληγές μου να τη γευτώ σαν έφευγες; Να σε σταματήσω; Να τη σκουπίσω από πάνω μου! Βλάκα-βλάκα-βλάκα μου!»

«Ποια;»

«Τη μαγιονέζα, γαμώτο! Τη μαγιονέζα με το κάρβουνο! Τη μαύρη μεταμφιεσμένη μαγιονέζα! Το υποκατάστατο για μια ζωή που έχω ήδη αρνηθεί. Φύγε, γιατί θα σε αρπάξω… Δεν φταίνε αυτοί! Εσύ φταις, εσύ, εσύ, εσύ είσαι κατά βάθος αυτοί…»

«Είσαι παιδί μου. Σπλάχνο μου. Θα σε τάιζα με κάθε κόστος, αυτοί στους οποίους αναφέρεσαι, παιδί μου, είναι ανίκανοι να σε φροντίσουν.»

«Με μαγιονέζα! Την κρέμα που βάζεις σε όλα τα κωλοφάγια των πολυεθνικών και τους δίνεις γεύση! Την κρέμα με τα συντηρητικά που ξαναζωντανεύουν ελέφαντα κι αν δεν το θέλει! Μαύρη μαγιονέζα! Χα! Φύγε, γιατί θα σε αρπάξω από το λαιμό και θα μου φταίξεις πιο πολύ κι από το σύστημα, καταραμένη! Εσύ φταις για όλα! Εσύ τους ψήφιζες! Γιατί σου υποσχέθηκαν μια καλύτερη ζωή για όλους μας! Ηλίθια! Ανόητη!»

Κι όσο φώναζε στο παραλήρημά του ο Σωκράτης ξαπλωμένος στο πάτωμα, αυτή τον είχε αγκαλιάσει και τον τάιζε λίγο-λίγο τη μαγιονέζα ανάμεσα στις βρισιές του.

«Έφτασε στα όργανά σου όλα, μα στην καρδιά σου σχεδόν καθόλου. Μάλλον χειρότερα την έκανε. Ίσως να έσφαλα, έχεις δίκηο. Είναι αδύναμη, γι’ αυτό δεν σου είπα τίποτα. Μην πάθεις κανένα καρδιακό επεισόδιο έτσι ξαφνικά. Τώρα που όλα τελείωσαν. Όμως τώρα που ξέσπασες ξέρω ότι είσαι πιο δυνατός.»

«Τι τελείωσε;»

«Έξω περιμένει η Νεφέλη κι ο Λένος. Η κυβέρνηση έπεσε πριν δυο μέρες. Όλοι οι αστυνομικοί έφυγαν αλλά άφησαν ασφάλεια έξω και δεν μας άφηναν να μπούμε. Μαζευτήκαμε όλοι οι συγγενείς των φυλακισμένων μαζί πριν λίγο. Σκοτώσαμε όλους τους φρουρούς. Όχι, εγώ δεν μπόρεσα. Έλα, σήκω, πάμε, τουλάχιστον θα πας χορτάτος στο παιδί σου. Έλα, θα σε τυλίξω με το σεντόνι, μην σε δει σαν φάντασμα που κατάντησες.»

«Συγ.../»

«Όχι, μην ζητήσεις συγνώμη. Θα μου χαλάσεις το δικό μου αγώνα. Στάσου μόνος σου, να σε τυλίξω, δεν μπορώ να σε σηκώσω.»

«Όχι, άσε, έτσι να με δει, οι καλές και οι κακές μέρες εναλλάσονται αιώνια, ποτέ δεν ξέρεις τι συνταγή θα πρέπει να σκαρφιστείς στο μέλλον για τον Λένο.»

 

© Χρίστος Ροδούλλας Τσιαήλης

Follow me fb