Sunday, December 25, 2016

The Christmas Epithaph



What art thou, Christmas?

Building up your legendary come-back year by year,

         Always on the last three months,                             In commercials so fancy,

through verbal anticipation,               in decorated streets,

    On joyful wrappings                                                               dazzling lights

glitters around me

What art thou, indeed?

a volcano day

jolly arrangements of lava,            Las Vegas eruptions?

What have you been?

What have you been for them peoples?

What have you been for me?

You have been something for my house, I must admit.

But nothing, nothing for my room!

You have done nothing, nothing for my soul,

You have done nil, nil for my health!

You have forgotten my children dying in wars.

 

What art thou, Christmas?

Would I hear about you in Shakespearean riddles?

In a Freudian myth?

Are you registered in the Jungian archetypes list?

25th December, I know, you have been that,

That has been you,

But for that date what have you done?

Have you enhanced it, made it merrier?

For some, yes. Even perhaps for many a western world,

With so many turkeys in distress.

You have enchanted it.

25th December, a dolly charcoal burning of my thoughts.

But you have forgotten to shush the earth

the earthquakes have killed many

on this merry date

the hurricanes, this theatre natural of an alternative absurd…

 

But I cannot forget.

No, no, nothing can make me forget.

25th December.

“Is your name Christos?”

I can’t forget.

They don’t let me forget.

“Wow! Today is your name day!”

they always say

And I should be so happy.

Christmas, the merry lolly dolly day tailored to my being.

And what have you done for me, my soul, my mind,

my fucking plague inside my oversized shoes?

What have you done for my omni-ceased inspiration during these days of fixed bliss?

Nothing, nothing for my ever-leaking perspiration over wishes for my damned name

Christos

Christmas

chrisimon

chrisma

All Greek creeks creeping inside my red veins.

 

What art thou, Christmas?

Winter, shouldn’t my complexion whiten whither ado?

But like the shadow of a dead Jesus epitaph view

in a church yard

three months later just before Easter,

as I pass under it,

I am darker as I approach this weird Christos day,

My skin is darker

the lava - the charcoal – the decorations – the wish –

the wish is a curse – I know now!

I KNOW WHAT YOU HAVE BEEN!

 

Baptizing me

to the rituals of death,

Indeed, Christmas,

what have you done

for my birth

and what

for my

long-gone

mirth?

 

 

 

Η Λίζα του Βόις




Νάσου ξεπετιέται και μια μίζα



και φουμάρουνε τα μπόις με κορνίζα



να σου κι ένας γόης με το δάκτυλο στην πρίζα



γιατ' αν δεν είχαμε και βόις ρε παιδιά



θα μας ξεριζώναν τη χαρά από τη ρίζα



δεν θα μας σωζαν μητ' ο Κλαρκ μητ' η Λόις



μητ' απ Αμερική η Κοντολίζα







[Ρεφ]: Παπαρίζα Παπαρίζα,



γύρνα την καρέκλα για τη Λίζα



Στην ντουλάπα τραγουδάει θέλει ώπα



και φωνάζει η παπαρίγα τον Κυκλώπα



και της φέρνει μια ρίγα τόση να - και βαράει στα τυφλά



και στη μάπα και στον κ...ο ρε παιδιά



ποιος θα φέρει τώρα πια την μπύρα



πώς να αντέξω αλλή μία φάπα



με τον κάθετο κατήφορο που πήρα







Και πορεύομαι ολονυκτίς μαζί σου



γιατί βάψαν τα αυγά τα κοριτσάκια



και σου λέω δεν αντέχω τη φωνή σου



κι ούτε μπορώ να συντηρώ το μαγαζί σου



ήθελες μαλάκα να πουλάς και κοτσιδάκια



προσπερνάω τη βιτρίνα κι απορώ



με ιδέες τέτοιες πώς να ζήσουν



κάλιο αγελάδες κατσικάκια



απ' τη μάνδρα ν' αμολύσουν



μα εγώ το κοτσιδάκι μου φορώ







[Ρεφ]: Παπαρίζα Παπαρίζα,



γύρνα την καρέκλα για τη Λίζα



Στην ντουλάπα τραγουδάει θέλει ώπα



και φωνάζει η παπαρίγα τον Κυκλώπα



και της φέρνει μια ρίγα τόση να - και βαράει στα τυφλά



και στη μάπα και στον κ...ο ρε παιδιά



ποιος θα φέρει τώρα πια την μπύρα



πώς να αντέξω αλλή μία φάπα



με τον κάθετο κατήφορο που πήρα







Νάσου συνωμότησε το σύμπαν



και γυρνάει ο Μαραβέλ στα ξαφνικά



κάθεται σε μάντρα στάση σαν Ινδή θεά



τι θεά τι άγγελο σε είπαν



μ' από μέσα ο Χαρδαβέλας σου σφυρά



και μόλις σ’ αντικρύζει ο Κωστής



το κουμπί ξαναπατά



δεν σε σώζει βρε κορίτσι μου ο Σίμπατ



και τραγούδι αν σου γράψει ο Καρβέλας



θα 'ναι σίγουρα του βόις το μισμάτς



έχεις τη φωνή της καραμέλας



και στουπώνει η λεκάνη όταν μιλάς







[Ρεφ]: Παπαρίζα Παπαρίζα,



γύρνα την καρέκλα για τη Λίζα



Στην ντουλάπα τραγουδάει θέλει ώπα



και φωνάζει η παπαρίγα τον Κυκλώπα



και της φέρνει μια ρίγα τόση να - και βαράει στα τυφλά



και στη μάπα και στον κ...ο ρε παιδιά



ποιος θα φέρει τώρα πια την μπύρα



πώς να αντέξω αλλή μία φάπα



με τον κάθετο κατήφορο που πήρα







Έφερε η παραγωγή και μία χάντρα



είπανε πως είν του Πυθαγόρα,



μα αντί κριτή εσύ έψαχνες για άντρα



κι όλοι εκείνοι αν ψηφίζανε στης χώρας την Αγόρα,



θα’ χε η κοινωνούλα μας φερέγγυα κουμάντα



κι από του γέρου Γερμανού από το σόι το μπλε



σίγουρα θα γλυτώναμε την άδικη συμφόρα



και θ’ ανάσαινε κορίτσι μου η Αρχαία Δημοκρατία



κι όταν θα γύρισε εκείνος με την αναπηρική



θα έτρωγε στα μούτρα απ’ τη Λίζα μία μπουνιά γερή



και θα έπεφτε στο δάπεδο η Νέα Δημοκρατία



και θα τραγούδαγε να μάζευαν τα γίδια στο μαντρί



και θα τραγούδαγε βρε Λίζα μου σαν να εκλιπαρεί.







[Ρεφ]: Παπαρίζα Παπαρίζα,



γύρνα την καρέκλα για τη Λίζα



Στην ντουλάπα τραγουδάει - θέλει ώπα



και φωνάζει η Παπαρίγα τον Κυκλώπα



και της φέρνει μια ρίγα τόση να - και βαράει στα τυφλά



και στη μάπα και στον κ...ο ρε παιδιά



ποιος θα φέρει τώρα πια την μπύρα



πώς να αντέξω άλλη μία φάπα



με τον κάθετο κατήφορο που πήρα











Θα σου δείξει ο καλόκαρδος ο Ρουβ μελομακάρονο



γιατί σε ξέχασε ξανά ο Αη Βασίλης



θα το κουνάει στον αέρα σαν μιράκολο



μα θα μασάει και δεν θα δίνει



κάνε ρε κορίτσι μου όπου θές παράπονο



μ' άκου λίγο τη φωνή και της Μυρσίνης



βγαίνει ακριβώς μετά από σένα – ξέρω - άβολο



σου 'λεγα να έφερνες μαζί παυσίπονο Αίγίνης



μα ποτέ δεν γύρναγε για σένανε



ούτε το σκαμνάκι της Νοημοσύνης







Τέλος εναπόθεσες ελπίδα



στου Μουζουρά την ασυγκράτητη τσιρίδα



αχ πώς γέμισες τη φίζα σου με φίνο χαλλουμάκι



μα δεν ήξευρες βρε Λίζα μου πως ειν' κι αυτός κοράκι



και του Πάνου δεν γυρνάει η καρέκλα



αν δεν του πάει η παραγώγα το σκονάκι κάθε μέρα;







Με τρίλιζα κι ας τραύλιζες με την αποχαιρέτα



σ' αγκάλιασε αγάπη μου



ο μέγας Καπουτζίδης



κι έγινες έτσι διάσημη σαν τη συγκολολέτα...



©Χ. Ρ. Τσιαήλης

Follow me fb