Saturday, July 05, 2008

Robert James “Bobby” Fischer world citizen (despite USA)


Why, international chess master,
why all magistrate ingenuity wasted on a puzzling game?
What with the black king, what with the white,
what secret passion with the duo femme on the board roaming upright?

Some pusillanimity, perhaps?
of guns on bruised shoulders?
of chemicals and tubes?
of mice in a maze?

Who made the choice for you, genius, your dad? your mummy? a family doc?
a reputation paedomorphic haste?
your neighbourly mentor?

You and your kin,
so many thousands of years accusing Napoleon for fighting within self,
over and above trapeziums, against any polis, to boast that,
Black and White World Wars a, b, c, d, e, in ancient China
and then f, g, h, i, j, k l, m, n, o, p on plastic chairs,
all concluded in theoretical massacre.
A bless, Bobby, you would have said, yet,

So many giant- and nano-inventions not even thought of in time, or at all,
so much medicine in nature or in chemical combinations hidden in oblivion rivers,
not tested to save us from the viruses ever upcoming,
so many thoughts of Philosophy and Reason just to deny divine-like treason,
unborn of idle gins.
A bless, Bobby, you would have said, yet,
In your eyes Twin Towers were born and buried of two Queen Mothers,
a Jewish and a Settler,
so happy you were of their grief,
the pieces you shuffled on the board to commence Wars in medias res[1]and win still,
to show how you started your life just before the end,
as you renounced your USAan citizenship for the sake of the world,
as you renounced your sciento-perspective
for the sake of some Theatrical Paradox of Life and Dogs on Squares.
“Crush their mind”, Chicago 0 – 1 Reykjavik.


[1] From Horace. Refers to the literary technique of beginning a narrative in the middle of, or at a late point in, the story, after much action has already taken place. (http://en.wikipedia.org/)

© Christos P.R. Tsiailis

Friday, July 04, 2008

1619


1619, μνημόσυνο δε θε να γίνει ακόμη σ’ εκκλησιά
πίσω απ’ του βορρά το δέντρο που ξεσπόριασε απ’ του πόνου το φλέγμα,
που το ποτίζει το κλάμα και το λιπαίνει της θύμησης ο φόρτος,
γι’ αυτούς που κυνηγημένοι στη λίμνη του λιθίου έχουν κρυφτεί.

1251, βρήκαμε κι άλλον ένα συγγενή στο Μπελλαπάις κοντά,
η αγωνία του με ιδρώτα το ποτίζει
και τα κλαδιά απλώνουν μέτρο-μέτρο
κι οι ρίζες έχουν στερεωθεί.

980, βρήκαμε κι άλλους στης Σαλαμίνας τη ροτόντα
μα ο άνεμος της αναγνώρισης όσο κι αν φυσήξει,
οι κλάδοι του δέντρου που θεριεύει θα απλώνουν νέφος σκοτεινό,
χίλια εξακόσια δεκαεννέα φύλλα θα ’ναι ’κει.

523, βρήκαμε πολλούς, λίγοι μείνανε
βροχή το αίμα την πληγή θα πλύνει, μα η ουλή δεν φεύγει,
χίλια εξακόσια δεκαεννιά εχθρού κεφάλια στα φύλλα τυπωμένα,
σημαδευμένα με κόκκινο σταυρό, να μην πονάει η ψυχή.
2000

Thursday, July 03, 2008

Κάθε φορά που αγωνιώ



Κάθε φορά που μου ‘βγαινε σωστό ν’ αγωνιώ
επάνω σου τραβιόμουνα για να φτιαχτώ,
λες και το σούρουπο που σίμωνε
για να συνετιστώ δεν ήταν αρκετό,


Κάθε φορά που αγωνιώ
τη μορφή σου για να ξεχάσω βυθίζομαι στο σουρεαλισμό σου,
ένα πίνακά σου σκίζω από τα πόστερς του μουσείου τα φτηνά,
στραπατσαρισμένο καταπίνοντας τον πνίγομαι νοερά,
για να μου θρέψει την Γκαλά που γίνομαι ξανά για σένα,
λάγνα σε αγγίζω στο βιβλίο που το στήθος μου καλύπτει ανοικτό,
γιατί έτσι θυμάμαι γιατί έφυγες με το ξημέρωμα γιατί,
αδημονώ το μεσημέρι το κεφάλι πάλι να γυρίσω στο απόγευμα επιδεικτικά
με βήματα παρέλασης πίσω να επιστρέψω,
κι αν τελικά το είκοσι-τέσσερα κολλήσω στο μηδέν,
όλοι οι δείκτες μ’ ότι υλικό κι αν είχανε φτιαχτεί,
να υπερθερμανθούν να λειώσουν τα ρολόγια σαν αυγά
- Νταλί, να θυμάσαι ότι σε ερωτεύτηκα κι εγώ -
με το σκοτάδι και το φως και το σκοτάδι αν σβήσω

Κάθε φορά που αγωνιώ
αληθινά δεν θα υπάρχω για να ακροβατώ
-χωρίς κοντάρι-
στο αραχνοΰφαντο νήμα της ζωής μου
που το μισοφάγαν τα μυρμήγκια
ανάμεσα στο αίσθημα και την αναισχυντία,

Κάθε φορά που αγωνιώ
πραγματικά δε θα αναπνέω για να καίγομαι
στην παραλία των σκληρών βράχων
για να ξεπηδήσω από το στόμα του ψαριού, που ξεπηδάει από το στόμα του τίγρη, που ξεπηδάει από το στόμα του ψαριού,
που ξέχασα να ξελεπιάσω πριν αποκοιμηθώ,
στα τελευταία μεσάνυκτα αυτού του κύκλου...
(22-08-98)

Follow me fb