Friday, July 18, 2014

Αυτό δεν είναι λογοτεχνία

Από μικρός ήθελα να μπορούσα να ζωγραφίζω σαν τους μεγάλους ζωγράφους. Να κρατάω μια κιμωλία στον πίνακα και να με θαυμάζουν οι συμμαθητές μου για τα σχέδια που ζωγράφισα. Να κάνω μάθημα και να ακούω τη δασκάλα ενώ κατάφερνα απίθανους συνδυασμούς σχημάτων στο θρανίο. Το έκαναν ένας-δυο συμμαθητές μου και όλοι τους προσέγγιζαν για να δούνε.
Προσπάθησα πολύ, αλλά δεν το είχα το άτιμο αυτό το ταλέντο της αποτύπωσης, ούτε σε χρώμα, ούτε  με μολύβι. Με κοροϊδέψανε. Δεν με χλευάσανε, αλλά με κάνανε να καταλάβω ότι η εικαστική τέχνη δεν με ήθελε - έγκαιρα, ευτυχώς.
Κι έτσι άρχισα να απομονώνομαι και να δημιουργώ κολάζ στους τοίχους του δωματίου μου με αποκόμματα από έγχρωμα περιοδικά, σώματα γυμνά, κήποι από κομμένα άκρα ανθρώπων και ζώων, πολιτείες και ουρανοξύστες από περιοδικά διακόσμησης της μάνας μου, αυτοκίνητα από λουλούδια.
Μα η επιφάνεια των τεσσάρων τοίχων γέμισε πολύ νωρίς - μόλις στα δεκατέσσερά μου. Το ταβάνι δεν το τόλμησα, θα έπρεπε να περιμένει χρόνια για να απολέσω την εφηβική δειλία.
Κάπου εκεί, με τρόπο που δεν θυμάμαι, κι ίσως δεν θυμηθώ ποτέ, ακούγοντας αγγλικά τραγούδια από το RADIO BAYRAK ΚΑΙ διαβάζοντας αρχαιογνωσία, ανακάλυψα τις κόλλες των τετραδίων του σχολείου και τις λέξεις.
Ξεθάρρεψα και άρχισα να γράφω μέσα στην τάξη αυτά που άκουα και τα φανταζόμουνα σαν κάτι άλλο, σαν ήρωες, προσωποποιούσα τις αναφορές της δασκάλας σε ό,τιδήποτε επιστητό, υλικό ή ιδεατό, έφτιαχνα συμβολισμούς, έδινα φωνή σε ζώα, κίνηση σε άψυχα αντικείμενα, πτήση σε ανθρώπους και τετράποδα. Όταν τα καλοκαίρια ήμουνα σερβιτόρος έκλεβα κόλλες από τα μπλοκάκια παραγγελιών. Τις έχω ακόμη.
Όταν δούλευα στις ανασκαφές με το αμερικάνικο πανεπιστήμιο έκλεβα ώρα για να γράψω τα αγγλικά μου ποιήματα, θυμάμαι διάβασα μερικά στον Brian και στο Joseph που ήταν οι μέντορές μου στην αγγλική γλώσσα τα ατέλειωτα απογεύματα στις γειτονιές της Αθηένου. Ήμουνα δεκαέξι χρόνων όταν ο Brian μου έκανε δώρο για να διαβάζω το 'Μεταμόρφωσις' του Οβιδίου. Καταβρόχθιζα τα βιβλία κατά δεκάδες κάθε χρόνο. ¨Ολα τα βιβλία του Ιουλίου Βερν τα δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη του κατηχητικού. Από εκεί δανείστηκα και διάβασα και όλους (ίσως) τους βίους των γνωστών αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παράλληλα διάβαζα όμως και όλα τα άρλεκιν (εκατοντάδες) που είχε στην κατοχή της η μάνα μου.

Και τι δεν διάβασα όλα εκείνα τα χρόνια πριν φτάσω στην Τρίτη Λυκείου που όλα έγιναν προεισαγωγικές. Και αν νομίζεις ότι εκεί δεν έγραψα καποιους από τους 'πίνακές' μου, έχεις λάθος. Εκεί μάλιστα θυμάμαι ότι είχα αρχίσει να γυρίζω τη σελίδα κι ότι τα ποιήματά μου είχαν μεγαλώσει και άρχισα τους πειραματισμούς με τη μορφή και το απρόοπτο, κάτι που κατάλαβα ότι η ζωγραφική δεν επέτρεπε. Την έκπληξη ναι, την ανατροπή όχι.
 Στο πανεπιστήμιο άρχισα να γράφω πεζογραφήματα. Κι ύστερα, μετά τα τριάντα μου, ακολούθησαν τα θεατρικά και τα μυθιστορήματα. Η ποίηση όμως, αυτή η εναλλακτική ζωγραφική δεν με πρόδωσε ποτέ.
Από τότε, εδώ και εικοσιέξι χρόνια, έχω δημιουργήσει χιλιάδες μικρούς και μεγάλους πίνακες με υπογραμμισμένους τίτλους, περίγραμμα, βάθος και προοπτική.
Εγώ με το παρανοϊκό μου μάτι βλέπω πίνακες, σουρεαλιστικούς, ακόμη και αφηρημένης προοπτικής κάποτε, οι πιο πολλοί φίλοι μου όμως τα ονόμασαν ποιήματα και δεν τα διάβασαν ποτέ, παρά μόνο αν τους πίεζα εγώ.
Τους πίνακες των φίλων μου τους γνωρίζουμε όλη η παρέα, εύκολο, εμφανές. Και ωραίο, το ζηλεύω. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να έχω σε κοινή θέα τη δημιουργία μου. Μα δεν γίνεται. Εγώ γεννήθηκα για να γεμίσω σελίδες με γραμμές κι όχι καμβάδες. Για να δώσω φωνή και ρυθμό στις ιδέες κι όχι μορφή. Για να δαμάσω σε στίχους και στροφές τις λέξεις κι όχι να τις μετατρέψω σε ακρυλική μπογιά και οπτικά σχήματα.

Είμαι ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης κι αυτός είναι ο μοναδικός καημός μου στη ζωή. Η δυσκολία να δώσω το μήνυμά μου μέσα από την τέχνη μου χωρίς να παρακαλέσω. Κι είναι ένας καημός που τον μοιράζονται όλοι οι μικροί συγγραφείς.  Όλες οι άλλες μου επιθυμίες έχουν πραγματοποιηθεί γι' αυτό και θα είμαι για πάντα 60% ευτυχισμένος.
Ίσως για κάποιους αυτά που έγραψα να ακούγονται περιαυτολογικά, ίσως και εγωιστικά. Για μένα δεν είναι. Είναι η αλήθεια μου. Μπορεί κάποιος να γυρίσει το κεφάλι και να πει άλλος ένας που καβάλλησε το καλάμι - story of my life - το έμαθα το σλόγκαν της υπεκφυγής και της ζήλειας. Γι' αυτό στα σαράντα μου, ώριμος πια, μπορώ να πω και να το εννοώ, ας πει ό,τι θέλει. Ας μάθουν οι επί των επάλξεων επικρητές ότι οι συγγραφείς όταν ανοίγουν τα εσώψυχά τους, τα ανοίγουν μια φορά και τα ανοίγουν πραγματικά. Όλα τα άλλα είναι - απλά - λογοτεχνία.
Δεν είμαι αχάριστος, νοιώθω πραγματικά  ευλογημένος. Αλλά εκείνο το 40% της ευτυχίας που δεν θα νοιώσω ποτέ, θα με τρέχει 'με τα τάσια' μια ζωή - και θα με τρώει ως το πικρό τέλος.
Είμαι ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης και αυτή ειναι η πραγματική μου ιστορία. Όλα τα άλλα στη ζωή τα επέλεξα εγώ με πλήρη γνώση των πράξεών μου, σε αντίθεση με την ποίηση που επέλεξε εμένα να βασανίζει.
Όμως δεν θα ρίξω τον καημό μου στα σκουπίδια. Θα τον κρατάω σημαία, τη σημαία της δικής μου, προσωπικής πατρίδας του ενός κατοίκου.

2 comments:

Νίκος Λαζάρου said...

Τέλειο, φίλε μου!

Christos Rodoulla Tsiailis said...

Ευχαριστώ Νίκο μου. De profundis (εκ βαθέων), και βεβαίως απόλυτα ειλικρινές και αληθινό. ¨Ολες οι αναφορές (ονόματα, συγγραφείς, περιοχή) πέρα για πέρα αληθινές. Θα κατάλαβες, βεβαίως ότι είναι ένα μικρό, παραπονιάρικο βιογραφικο μου.

Follow me fb