Friday, November 30, 2007

Παλίνδρομη Νόηση Ευρωπαϊκή


Χτίζοντας κάθε Κυριακή
του Λάνσελοτ το κάστρο νοητά,
καπέλο σε αμμοκόρη Φραγκοσυριανή
βαλσάροντας σε αίθουσα μπαρόκ αισθητικής
το Αιγαιακό μοτίβο νοσταλγείς.
Δευτέρα πέφτει στο κάστρο άστρο αληθινά.

Βάζεις ευχή
μπας και παύσει ο μαέστρος
να διευθύνει την ευρωπαϊκή μικτή Συμφωνική.
Για έξι ημέρες δεν συμφωνείς.
Κάθε έβδομη ξανακτίζεις.
Πρέπει το κάστρο να σωθεί?
22/6/96

Tuesday, November 20, 2007

Η Άρνηση του Αντίχριστου.


Κληρονομιά μοναδική
απ’ όσους προηγήθηκαν οικείους
του ενός παππού Μου το βιβλίο.

Του πατέρα του πατρός μου ο Υιός Εγώ
το βιβλίο των βιβλίων να διεκδικώ.

Δίχως τίτλο και ατέλειωτο,
ο παππούς εκάλεσεν τοιουτοτρόπως
τον επίλογο να γράψω
της αρσενικής ετούτης τριγενίας.

Να διαβάζω εξεκίνησα,
μα στις παραγράφους προχωρώντας,
τις σελίδες εκστασιαζόμενος αργά φυλλομετρώντας,
για να φτάσω στο παρόν που δεν υφίσταται,
αισθάνομαι μια κίνηση ανάλαφρη, άηχη.
Αγνοώ.

Για αιώνες να διαλογίζομαι επίλογο πασχίζω,
μα όσο εισχωρώ στο νόημα,
όσο τα χιουμοριστικά του δίστιχα αποκρυπτογραφώ,
στης νιότης του για να διεισδύσω το χρήσιμο κόπο
διακρίνω τη σκιά της σκιάς του τίποτα να καιροφυλακτεί.
Ξεσηκώνομαι.

Ένα απέθαντο μυρμήγκι εκεί μέσα εγκαταστάθηκε,
που απ’ τον πατέρα Μου, το πιθανότερο, έχει διαταχθεί,
που δεν κατάλαβε γιατί δεν επιλέχθηκε εκείνος,
το βιβλίο πριν από Μένα να τελειώσει.

Και απαντάει ο Μέλανας Ψυχολόγος,
ότι είναι απλά ακόμη ένας πατέρας που ακροβατεί
στα λαδιασμένα σκοινιά του πατρικού προτύπου,
που εκδικείται με το σπόρο του τη φύση.

Ένα μυρμήγκι το άγονο πλέον σπέρμα του,
θα φάει χαρτί να θρέψει, να φιλοσοφήσει.

Ένα μυρμήγκι παρελθοντοφάγο, αιρετικό,
δαγκανωτό κι οκτάποδο σαν όλα τα άλλα,
με μια τεράστια φωλιά στου Γολγοθά τα έγκατα,
απ’ το πλευρό μ’ έναν ατελείωτο ομφάλιο λώρο
με τα σωθικά μου ενωμένη.

Ένα απολειφάδι ον ταγμένο μόνο του να τη γεμίσει,
μικροσκοπικό, μόνο του μια στρατιά,
κι Εγώ άοπλος με τετραποδισμό πλασματικό
να προχωράω διαβάζοντας αλαφιασμένα,
μην Με προλάβει
να ετοιμαστώ για να προλάβω
το δικό Μου Ερχομό.

Κλέβει αλόγιστα τις λέξεις,
Τη φωλιά ακατάπαυτα γεμίζει,
κρύβει τη γνώση απ’ το φως.
Κι αν φτάσει και περάσει
αυτά που δεν έχω διαβάσει,
κάπου στο Μεσαίωνα θε να χαθώ,
να εξανθρωπιστώ.
Στο ίδιο σκοινί θ’ ανέβω,
να αναγκαστώ το σπόρο μου να δώσω,
να λογικευτώ τη γήινη λογική,
στη γήινη βαρύτητα ισορροπώντας.

Λίγες αδιάβαστες σελίδες απομένουν,
και οι πλίνθινες προφητείες επιμένουν
τερατοτρόπως το παγκόσμιο μενταλιτέ να κανονίζουν.

Θα στήσω καρτέρι στο παρόν Μου,
την απειλή ακούνητος θα περιμένω,
θα αφουγκραστώ τον ήχο της σιωπής του να σιμώνει
θα σβήσω τη σκιά της σκιάς με ένα φύσημα απαλό,
με μια ανεπαίσθητη του αντίχειρα πίεση στο χαρτί.
Θα ρίξω μέσα στη φωλιά
όσο γραφτό ανέπαφο έχει μείνει.
Θα κόψω τον ομφάλιο λώρο
με το ψαλίδι του Λευκού Γιατρού.
Έχω ήδη αρνηθεί, Παππού.
Έχω αρθεί,
Έχω αυτοκαταργηθεί.

Κι ενώ το βιβλίο κτυπάει στους υποχθόνιους βράχους
και με το επιστρέφον χώμα απορροφάται,
συν τω χρόνω ταπεινά θα γεννηθώ,
κι ας μη γράψω του βιβλίου τον επίλογο εγώ.
Ας μη γίνω Ο Ένας.
Το μυρμήγκι λειωμένο ας θαφτεί,
έτσι θα γίνει
ένα στίγμα ακόμη στο βιβλίο του παππού...
© Christos P.R. Tsiailis
23/7/96

Wednesday, November 14, 2007

Οδύνη, Οδύνη Γαργαλίστρα



Όλοι έχουν φύγει απ΄ τη γιορτή.
Δεν έμεινε τίποτα, κανείς να μας ακούσει.
Υγρού εμετού και ιδρώτα μόνο η μυρωδιά
Νάυλον σκισμένα και χαρτιά
Η όψη στιλπνή της στάχτης στο πάτωμα υγρής.

Ότι που τα φώτα σβήσανε,
Δεν φεύγουμε κι εμείς, στην τσάντα ο πόνος;
Υαλοβάμβακες σκισμένοι,
Να φύγουμε, μην ακουστούμε άλλο.
Ήταν, το γνώριζες, μονονύκτιο το γιορτάσι.

Γιατί απλώνουμε τα χέρια
Αγγίζοντας σκοτάδι και κενό;
Ραγδαία θα χαράξει η αυγή,
Γυμνές θα μας πετύχει, στην τσάντα ο πόνος.
Αφημένες σε μια άχαρη σύγχυση,
Λαχανιασμένες μελωδίες λαϊκές.
Ίσως το φως να διηθίσει το γδικιό
Στεκάμενο σ’ ένα σπασμένο μπαγλαμά
Τριμμένο χρόνια εκατό, μα άβγαλτο.
Ραθυμία, και της μουσικής αντίποδας.
Ας πάμε αλλού, να μας χορέψουν άλλοι.
16/6/96

Monday, November 12, 2007

Πας την Τσαέραν την Απάννητην



Βούρα γιεναίκα άννοιξε,
τζιαι πιον καφέν εν θέλω!
Βούρα λαλώ σου, μεν αρκείς
γιατ’ έθθα σου λαλώ!

Να σπάσεις!

Χα, ίντα σε ξέρω μάγκουμου εγιώ,
ότι έννα σσιιεστείς να έρτεις!

Μάντα ωραία που ‘σαι μάνα μου,
ίντα κοράτσαν ‘γιω που επήρα,
αμμά γελιέται ο άντρας σου;

Επέλλανα σε ααα;
Έννα σε σπάσω;
Τέθκια τα νέα πώνουσιν,
τέθκιον τζιαι το μανίτζιν
πούλλα μου που έννα φάεις!

Αν μεν παρακαλέσεις!

Καλάν-καλάν
ζαβά μεν με θωρείς ρε μάνα μου,
πούσια ‘ννα μάθεις.

Κάτσε ρε αγάπη μου τζιαμέ
πας την τσαέραν την τζιαινούρκαν
που ούτε την επάννησες
τζιαι ούτε τζι εμέν που την εγόρασα
να κάτσω εν μ’ αήννεις,

Τάχα μου πριν γαμπρός φανεί,
πριν μας την ηζητήσουν,
το καραπουσιουκλίν μας,
το άτζιστο το φκιόρον,

με κώλον τίτσιρο πας την τσαέραν,
να κρούσω αν ιτζιείσω!

Ε το λοιπόν, κάτσε γεναίκα πρώτη εσού,
τζιαι ‘ννα σου πω,
τζι ύστερα σήκου,
να τιτσιρωθώ,
να δω αν κρούζει.

Ίνταμπου εκουκκούμωσες,
έντζεν για το καθίσιν πού ‘ρτα,
να χαρείς,
έχω μαντάτον πιο γλυτζίν,
γιαγιάν έννα σε κάμω!

Μάνταπου έπαθες χαρώ σε
τζι έππεσεν η σαούνα σου χαμαί;
Μάνναμπου νόμισες ολάν
τζι’ έππεσέ σου χαμαί
το σώβρακον μου;

Πως αγκαστρώθην?

Όι ακόμα, μα σίουρα!
Ναι ρε, εβρέθηκεν γαμπρός,
ήρταν στον καφενέν προξένια
τζι ο κώλος μου επάγωσεν
πας την τσαέραν την απάννητην,
πούλλα μου, εν έκρουσεν!

Εννάν καλός φαίνεσται μου ο πετεινός!

13/04/2007

Sunday, November 11, 2007

Και ούτω καθεξής

Καλά σκέψου πριν,
Κρυφά αναλογίσου
Καφέ σκούρο και μαύρο παντού
Καμιά ένδειξη φωτός
Καλά σκέψου προτού...

Καμιά εικόνα
Κουρτίνα άδετη το κάθε βλέφαρο
Κοτρόνα δεμένη η ψυχή σου
Κάτεργα στο σκοτεινότερο κάστρο
Κάστρο απόρθητο και το μυαλό σου
Κτίριο κενό
Καθώς ο ήλιος δεν εισβάλει
Και δεν είναι εύκολες οι θύρες
Κι αν το φως τις κουρταλεί
Και το σκοτάδι επικρατεί

Κρυφή ανασκόπηση στην επιλεκτική σου μνήμη
Καλή, κακός, κακώς
Καλός, κακή, καλώς
Και τα μάτια σου για πάντα
Και το σκοτάδι επικρατεί
Κάτσε σκέψου καλά από πριν
Και τα μάτια σου αν για πάντα κλείσεις
Και το Καλό και το Κακό καλούν κρυφά
14/6/96

Friday, November 02, 2007

Μουσικά Αναπάντεχα

Σ’ ένα πεντάγραμμο βαλθήκαμε
να γράψουμε την ιστορία
μιας ζωής πιο πονεμένης.

Πέντε γραμμές
το βάρος της υπόστασης στηρίξανε
μα η απλότητα του πόνου
χρειάστηκε για να εκφραστεί
τρεις νότες μόνο
που η επανάληψή τους έδειξε
το γλίστρημα στο χρόνο.

Βάλαμε και στις δύο ύφεση
ίσως και κρύψουμε το πάθος
μα απέτυχε η πρόθεση
και φάνηκε το λάθος.

Ρέ στις αρέσκειές μας
Σί για συντονισμό
Ρέ για τις αρετές μας
Φά για το φασισμό

Κι’ έτσι απλά, μουσικά γλιστρήσαμε
για να ανακαλύψουμε
ότι η μουσική στροφή μας
δεν ήταν παρά μόνο
απομίμηση φτηνή
του πένθιμου εμβατηρίου.

Κι από τότε ψιθυρίζουμε
με πάθος το κομμάτι
και γλιστρούμε πρόσω ολοταχώς
στην τελευταία νότα δυστυχώς.

Αν θα ‘ναι η Ρέ, αν θα ‘ναι η Σί,
καρέ-καρέ και σημασία δεν έχει,
το τέλος θα ‘ν’ το ίδιο,
φτάνει τη Φά
το δάκτυλό μου ακούσια
μην κυμβαλίσει.

05-12-1995

Thursday, November 01, 2007

Σαν Κλάμα

Που δεν ακούγεται φωνή
από αγέννητο μωρό
που σπρώχνει μην πνιγεί
από της μήτρας το υγρό.

Ενδολαρύγγια κραυγή
που τη σιωπή δε σκίζει
από βαθιά πληγή
που πλέον δεν πασκίζει.

Γέλιο που δεν αντηχεί
από στόμα ερμητικά κλειστό.

Συνομιλία από ακουστικό κατεβασμένο
μεταξύ δύο εκ γενετής μουγκών.

Γδούπος από ένα πουλί
που έπεσε με τη φωλιά και το αυγό .

Όλα ακούγονται
σαν το κελάρυσμα στεγνού νερού
από τη στερευμένη πηγή
που δεν άγγιξε
ο Μωυσής με το ραβδί του.

Όλα ακούγονται
σαν το πνιγμένο της γης
το κλάμα
που δεν άγγιξε
κανείς Θεός με την ευχή του.
15/7/96

Κουστωδία

Ο Γκιούλιβερ, λένε, δεν έδρασε γενναία
Και ας τον έδεσαν οι Λιλιπούτειοι κρυφά.
Κανένας άνδρας δεν ανέχεται
Την ανεπαίσθητη ήττα τη μοιραία
Γιατί το ένστικτο δουλεύει για αυτούς
Ακόμα και στο σύννεφο εννιά.

Αν στον ύπνο σου βάρβαροι εισβάλουνε
Μην το θεωρήσεις μια κουστωδία λυρική
Ξύπνα αμέσως πάνοπλος και κάνε το καθήκον
Γιατί οι εχθροί χτυπάν πισώπλατα,
χωρίς ντροπή.

Μπορεί η ιστορία των Χουνύμνων
να μοιάζει παραμύθι
αλλά τη ζούμε καθημερινά
Τόποι έρημοι, κανίβαλοι και άλογα σοφά
Είναι της κοινωνίας οι συμβολισμοί,
Ο άνδρας έχει τα άρματά του. Εσύ;

30 Αυγούστου 1995

Σε τι Φταίει ο Πάρης


Γεια σου Ελένη με τα ωραία σου
χαίρε και για τα μοιραία σου
που ο Πάρης δε μερίμνησε
να μείνεις εις την ιστορία
και έγινες μονοσέλιδο για τη μυθολογία.

Πού είναι στο χάρτη το νησί σου
κανένα άγαλμα δεν πήρε τη μορφή σου
Όσο ωραία και να ήσουνα, αλήθεια
από μας χαρακτηρίζεσαι με ευήθεια.

Γιατί είναι για μας η μυθολογία ψέμα
και ο δυσειδής Αίσωπος καν πνεύμα
μας τα διαβάζουν οι δάσκαλοι για να τα λέμε
μα κι’ όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια κλαίμε.

Φταίει ο Πάρης που η Τροία χάθηκε
κι εσύ τον τίτλο της ωραίας πήρες.
Που οι κοπέλες σήμερα δε σε ζηλεύουν
και πάλι φταίει, γιατί νεαρά εις Άδην κομιζόσουν.
12-09-1995

Wednesday, October 31, 2007

Pick it up When I Say


it has flown the seven seas of the unknown
it slipped over the greenest, thickest grass 3 days ago
it flew over the highest skies right after
it touched the moon of lust last night
to find you to love, pick it up,

the nose-broken paper plane.
28/1/96

Το Γρασίδι κάτω από τον Ήλιο

Όταν το πράσινο χαθεί, το γρασίδι άμα ξεραθεί, ψάχνουμε τη βροχή.
Μα ο ήλιος ακίβδηλος καίει και δεν αφήνει
την υγιή εικόνα να εμπνέει τους λαμπρούς στοχαστές.
18/6/96

Sunday, October 21, 2007

Όλυμπο Ανηφορίζοντας

Όλυμπο Κατηφορίζοντας
Μια κατρακύλα δε βοηθάει.
Δεν θα σωθείς από αυτή την εμπειρία,
από μια άλλη ίσως.
Σταθερό ας είν’ το βήμα,
έστω αργό.
Ο δρόμος προς το νεφέλωμα του Ολύμπου
με ιδρώτα που ανέβηκες
είναι πιο δύσκολος νομίζεις,
γιατί η βαρύτητα του χρέους σε αντιωθούσε.

Το αλάτι της γης δεν έχεις γευτεί ακόμη.

Όλο και πιο συνετά,
πιο αργά κατέβαινε.
Μα πρέπει να τους πεις
εκεί ψηλά τι έμαθες, τι γεύτηκες, τι ήπιες.
Με υπομονή σε καρτερούνε.
Συνοπτικά λοιπόν έλα εδώ κάτω
Μα στο άπατο μονοπάτι
σκέψου καλά τι θα αρθρώσεις
στις πρώτες δέκα λέξεις.
Τα αληθινά τα λόγια
να τα κάνεις πιστευτά.
19/5/96

Saturday, October 20, 2007

Φυγόκεντρος Δύναμη με Κεντρομόλο Φορά


Άμα με αλυσίδα ένα αστέρι δέσεις
και δύναμη απ’ την υπόφυσή σου αρμέξεις
σαν σφυροβόλος να το περιστρέψεις,
η ορμή που προς τα έξω σπρώχνει
παράξενα το φως θα απορροφά.
Κανείς απέξω δεν θα βλέπει
καταβεβλημένο εσέ από την άγρια λάμψη.
-----------
Ο κύκλος που η ενέργειά σου όλη σχηματίζει
με μια μυστήρια μαύρη τρύπα ομοιάζει
που προκλητικά την ύλη εμπαίζει
Η μαύρη πεταλούδα σε χαμομήλια χάραμα γυρίζει,
απειλεί, κι άδικα θα χαθούν.
Κανείς απέξω δε θα βλέπει
μέσα σου χρώματα να σμίγουνε σε σκούρο μωβ
------------
Σαν εσένα κι άλλοι υπάρχουν
Που βρήκαν τρόπους άστρα ν΄ αποσβένουν
Και η κεντρομόλος φορά που ρούφησε το φως
της φυγοκέντρου θα υπερισχύσει
κι ούτε για δείγμα ύλης χορδή δε μένει
Κανείς απέξω δε θα ξέρει
γιατί οι ψυχές που απορροφάς βρύα κολάζουν.
19/3/96

Thursday, October 18, 2007

Κατά τη Λίθινη Εποχή


Κατά την προηγούμενη λίθινη εποχή
όλα κυλούσαν ομαλώς,
η ανάπτυξις ήτο εκτενής
αφού τροφή άφθονη ενεφανίζετο.
Περίπου ήξευρον οι πάντες
πώς ένα παρόν βιώνεται.

Γέλωτα και μανία έπραττον
καθώς κτυπούσαν λίθους με ρυθμόν.
Στο μέλλον γάρ ουδαμώς εφαντάζοντο
τι κακό τους επεφύλασσε
ο υιός του υιού του υιού τους.
3/5/96

Ξανά στη Λίθινη Ζωή



Περπατώ μόνος, γυμνός, τυφλός
Σέρνομαι στην άμμο της ερήμου
Και στον Αμαζόνιο η βροχή με γδέρνει
Μα στη θάλασσα που βάλθηκα να κολυμπήσω
Νοιώθω τα κύματα ευγενικά να με φυλάγουν

Ψάχνω γι’ ανθρώπους χρόνια τώρα
Ν’ αγγίξω δέρμα γνώριμο
Να εντοπίσω τον παραμικρό πολιτισμό
Μα μόνο γρυλλίσματα ακούω
Και άναρθρες σαν από αγρίους κραυγές

Άγγιξα κάποιο μικρό παιδί
Πού ένοιωσα να σιμώνει
Κι οι τρίχες του με έκαναν να ξαφνιαστώ
Μόνο πέτρες ακούω να χτυπάνε σε κορμούς
Μα φαίνεται δεν βρήκανε ακόμη τη φωτιά ξανά..

Απλώνω τα χέρια απεγνωσμένα
Σας εκλιπαρώ
Κοντέψτε λίγο κι ό,τι ξέρω θα σας πω
σαν δεύτερος Προμηθέας
θα σας σώσω

Περπατώ, σέρνομαι, κολυμπάω
Κι όμως πάντα από τον Τεχνοκράτη ακολούθως
μια εποχή Λίθινη θα απειλεί
Γιατί για τούτο τον πλανήτη
Ότι έγινε παραήταν αρκετό
3/5/96

Wednesday, October 17, 2007

Η Ψυχή του Φιλίππου του Ωραίου Χρόνια Μετά - Χώμα και Κρέας


Αποκοπή, εγκλεισμός, ανία, άγνοια
έξω, το έξω, προς τα έξω,
όχι πια μέσα, το μέσα, μέσα,
Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένος στόχος να σε κάψω, να σε ψήσω,
Άμοιρο από κρέας κομμάτι αχάριστο,
Καμιά σου κίνηση ζωή πια δεν προδίδει,
Χωρίς αντανακλαστικά
Στου περιβάλλοντος τα μύρια ερεθίσματα
Καμιά οδηγία δε λαμβάνεις, δεν ακολουθείς,
όσο κι αν προσπαθώ ενέργεια να στείλω,
μα από πού ν’ αντλήσω.

Κλεισμένη με έχεις χρόνια, αιώνες τώρα,
μέσα σου φορές μύριες έχω ξαναγεννηθεί,
όσες με έχεις σκοτώσει
και μία παραπάνω,
με την δική μου πρώτη επιλογή,
μα κάτι δεν ταιριάζει,
δε σε συνηθίζω,
δεν με αισθάνεσαι
το σκοτάδι σου με φοβίζει,
το φως μου σε τρελαίνει,
Τα μάτια δεν ανοίγεις λίγο να δω το έξω

Άνοιξε, αρκετά προβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ο επιτάφιος λόγος δεν αργεί,
Ποιος θα σου τον διαβάσει,
ποιος θα με αποχαιρετήσει,
να πιάσει η ευχή,
Να πάρει η ευχή!

Τα σκουλήκια αδημονούν..
Αφόρητο σώμα
ας ήσουνα φτιαγμένο από λάσπη
Θα έσφιγγα το χέρι σθεναρά,
φωτιά, χώμα, νερό, κι ελεύθερη!

Τώρα σε σφίγγω και αίμα στάζει,
κόκαλο τρίζει,
σκίζει το δέρμα.
Παραλύεις και παραδίνεσαι
με την πρωινή ερώτηση,
με το κάθε γιατί.

Αν ήξερα πώς μου έμελλε
να πορευθώ στο χρόνο
Άλλη διάσταση θα διάλεγα,
λίγα κβάντα μετά, πριν ή αλλού
Ή θα σε έκαιε ο Πάπας Κλημέντιος
αφού θα σε έστελνα στον Άγιο Τάφο,
και θα σου δίδασκα την αποταμίευση
πριν γεννηθώ.

Άνοιξε, κάτι θυμήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Κι έτσι τώρα με τους νεκροφάγους συνεργώ
και με ένα ιερέα καταφερτζή,
από τους συνεργούς σου βελτίωνα.
Φέρετρα φτιάχνει κι ανοίγει τάφους,
δεν καίει, δεν τιμωρεί
Και κάνει ευχέλαια και υμνεί
Για να απελευθερώσει τις ψυχές
απ’ τους παραλυμένους.

Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένο στο ΄χω αν δεν κουνήσεις
έστω το ένα βλέφαρο για μια στιγμή
να δω πόσο ψηλά ανυψώθηκε του Άιφελ ο πύργος
και τον Κουασιμόδο να φιλήσω,
δεν θα σ’ αφήσω να ξαναγεννηθείς!

Φεύγω για πάντα χαμένο κουφάρι,
κι ας δακρύζουν οι συγκινημένοι,
ας αυτοσχεδιάζουν οι μοιρολογίστρες.
© Christos P.R. Tsiailis
19/5/96

Tuesday, October 16, 2007

Επιχειρηματολογική Ασυδοσία


Το 2999 πήραμε την τελευταία χούφτα ελευθερία
και με περίσσεια την πλάσαμε φροντίδα.
Φτιάξαμε ένα μικρό αγαλματάκι
με φτερά αγγέλου κι εύζωνη φουστανέλα,
να το λατρέψουμε σαν ένα Επίχριστο.
----------------------------------
Μα η αιρετική μας προδιάθεση
σε καλό ουδαμώς επέβη αφού,
διατάξανε οι άνεμοι σε συμφωνία με τη γή
να πάρει το άγαλμα ζωή
και πριν το καταλάβουμε μας έφυγε μακρυά
-----------------------------------------
Σκλαβωθήκαμε για το πέταγμα ένος ψεύτικου τσολιά
Τέτοιο πηλό ξανά ποιος, πού, πότε θα ’βρει;
Πώς να επαναφέρουμε στης σκέψης τον ειρμό,
τούς λόγους που δεν κρατήσαμε όταν παραστρατήσαμε
με της τρίτης χιλιετηρίδας τον ερχομό;
--------------------------------------------
Καλά είπε εκείνος
πώς τη τύχη μας μόνο τα χέρια μας κρατούν
Και της πλασματικής αλήθειας η υπερβολή
σαν ναρκωτικό ενεργεί.
Καλύτερα που πέταξε το αγαλματίδιο,
γνωρίσαμε την εσωτερική σκλαβιά
-------------------------------------------
Γιατί με την απελευθέρωση της Πόλης,
Νέμεα και Παναθήναια θα αναβληθούν,
πλέον διαγωνισμός θα διεξάγεται
για την καλύτερη κατασκευή
αφηρημένου αντικειμένου
Ενώ τα αγαλματίδια με φτερά θ΄ακυρωθούν
Με άφθονη ο νικητής θα βραβευθεί ελευθερία.
4/5/96

Sunday, October 14, 2007

Σε μια σκηνή


Στο άψυχο ετούτο χρώμα το χακί
Στηρίχθηκε η παλιγγενεσία του έθνους
Ξεγελάσθηκαν οι αισθήσεις του εχθρού
Ξεγελάσθηκαν οι άγριοι άνεμοι
Κι η νίκη επήλθε φυσιολογικά.
----------------------------------
Κι όπως η ιστορία απαιτεί
Οι ήρωες δοξάστηκαν απ’ όλους
Κι όσο ύφασμα με αίμα βάφτηκε
Απλώθηκε το χώμα να σκληράνει
οι φίλιες ορδές για να περάσουν.
--------------------------------------
Έκταση εδάφους άφθονη γι’ απελευθέρωση
Κι όλοι προχώρησαν μπροστά
Να εξιλεώσουν το χειρότερό τους φόβο
Μα μια σκηνή που στήθηκε χρώματος στρατιωτικού
Ξεχάστηκε στην πρώτη – πρώτη έφοδο.
------------------------------------------------------
Εκεί μέσα και του ξεχασμένου στρατιώτη
το δίκοχο έχει αφεθεί.
Άθικτο, με μια κοντή καμένη τρίχα λερωμένο
Κι αν παραλλάχτηκε, το Πυροβολικό του εχθρού
πια από αποκρύψεις δεν ξεγελιέται
και τα βλήματα είναι ακριβή.
------------------------------------------------------
Τα αγάλματα που φιλοτεχνηθήκαμε
Εις το όνομα του αγνώστου ειν’ ελλιπή
Γιατί η σκηνή ακόμα περιμένει
Κι άθικτο απ’ τον ήλιο
το παραλλακτικό χρώμα παραμένει
Κι ο στρατιώτης ο άγνωστος
το άγαλμά του βλέπει και γελά
Που το κεφάλι του γυμνό θα μείνει, αιώνια.
12/5/96

Follow me fb