Monday, December 22, 2014

The Christmas Epitaph


 

What are you, Christmas?

Building up your legendary come-back year by year,

Always on the last three months,

In commercials,

through verbal anticipation,                        in decorated streets,

On joyful wrappings                                            dazzling lights                                                     

glitters around me

What are you, now?

a volcano day

 

jolly arrangements of lava

 

Las Vegas eruptions?

 

What have you been?

What have you been for them peoples?

What have you been for me?

You have been something for my house, I must admit.

But nothing, nothing for my room!

You have done nothing, nothing for my soul,

You have done nil, nil for my health!

 

What art thou, Christmas?

Would I hear about you in Shakespearean riddles?

In a Freudian myth?

Are you registered in the Jungian archetypes list?

25th December, I know, you have been that,

That has been you,

But for that date what have you done?

Have you enhanced it, made it merrier?

For some, yes. Even perhaps for many a western world,

With so many turkeys in distress.

You have enchanted it.

25th December, a dolly charcoal burning of my thoughts.

 

But I cannot forget.

No, no, nothing can make me forget.

25th December.

“Is your name Christos?”

I can’t forget.

They don’t let me forget.

“Wow!  Today is your name day!”

And I should be so happy.

Christmas, the merry lolly dolly day tailored to my being.

And what have you done for me, my soul, my mind, my place inside my oversized shoes?

What have you done for my omni-ceased inspiration during these days of fixed bliss?

Nothing, nothing for my ever leaking perspiration over wishes for my damned name

Christos

Christmas

 chrisimon

chrisma

All Greek creeks creeping inside my red veins.

 

What are you, Christmas?

Winter, shouldn’t my complexion whiten whither ado?

But like the shadow of a dead Jesus epitaph view

 in a church yard

 three months later just before Easter,

as I pass under it,

I am darker as I approach this weird Christmas day,

My skin is darker

the lava - the charcoal – the decorations – the wish –

the wish is a curse – I know now!

I KNOW WHAT YOU HAVE BEEN!

 

Baptizing me to the rituals of death,

Indeed, Christmas, what have you done for my birth

and what for my long-gone mirth?

Thursday, August 28, 2014

Μια μέρα Άγιος.


 

Σήμερα ξημερώματα ξαφνικά βλέπω τον πρόεδρο να στέκεται αγέρωχος στην πιο ψηλή κορυφή του Τροόδους, στην τελευταία κεραία. Αγναντεύει με το τηλεσκόπιό του γύρω-γύρω ολόκληρη την Κύπρο από την Κερύνια στη Λεμεσό κι από την Πάφο στην Αμμόχωστο.

Δίπλα του στέκεται ο Θεός.

"Πω ρε, τι ωραίο νησί που έχουμε!" σκέφτεται φωνακτά.

"Όντως, ωραίο νησάκι φτιάξατε εδώ στην άκρη της Μεσογείου".

"Μην το λες άκρη, στο κέντρο είμαστε, στο κέντρο που φιλάει η Ανατολή την Ευρώπη και ο Νότος το Βορρά".

"Καλά, εντάξει" του λέει ο Θεός με μια δόση απαξίωσης.

"Κοίτα τη Λευκωσία," λέει ο πρόεδρος, "ένα διαμάντι, ένα διαμεσολαβητικό κέντρο υπηρεσιών, μια βάση για όλες τις πολυεθνικές εταιρείες που σέβονται τον εαυτό τους..."

"Εντάξει, αλλά πούντες;" Αναρωτιέται ο Θεός.

"Εεε, να, κοίτα, είχαμε κάποια οικονομικά προβλήματα τώρα τελευταία..."

"Αλήθεια, είχατε;΄"

«Μπα, μην φαντάζεσαι κάτι πολύ σοβαρό...λίγο οι τράπεζες, λίγο ο κόσμος, λίγο το κράτος. Αλλά πάντα υπό έλεγχο, πάντα υπό έλεγχο".

"Και γιατί δεν με πήρες ένα τηλέφωνο βρε μπαγάσα να μου πεις; Να σας βοηθήσω. Το αγαπώ το νησί σας, από εδώ περάσανε όλοι οι Απόστολοι, όλοι οι Άγιοι, έχετε τόσες εκκλησίες να με λατρεύετε. Εύκολο είναι για μένα να σας βοηθήσω."

"Εγώ; Εγώ να σε πάρω; Ο Αρχιεπίσκοπος έπρεπε να σε πάρει, όχι εγώ!"

"Τώρα που το λες, πού χάθηκε εκείνος; Όλο κάτι θυμούνται και με παίρνουν, μια ο Πάπας, μια ο Πατριάρχης, αυτός όμως ο Αρχιεπίσκοπός σας με έχει ξεχάσει τελείως!"

"Εεε, έλα τώρα, μην τον παρεξηγάς, είχε κι αυτός κάτι προβλήματα με μια τράπεζά του... ξέρεις, τα συνηθισμένα."

Ο Θεός δεν απάντησε στον πρόεδρο, έκανε μια κλήση στο κινητό του. Ο πρόεδρος ξαναγύρισε το τηλεσκόπιο στη Λευκωσία. 'Πω-πω, κοίτα κτίρια, κοίτα επαύλεις, πολυκατοικίες.' σκέφτηκε από μέσα του. ‘Αν τους έβαζα φόρο όλους αυτούς, δεν θα βοηθούσε να λυθεί μέρος του προβλήματος;'

"Όχι!" ακούστηκε ο Θεός να λέει ενώ ήταν απασχολημένος με το κινητό του.

"Σε μένα μιλάς;" τον ρωτάει ο πρόεδρος. "Αφού δεν μίλησα!"

"Σε ακούω κι εγώ όταν σκέφτεσαι, σε ακούει κι ο λαός σου, σε ακούει και η Τρόικα, σε ακούνε κι οι ομόλογοί σου στην Ευρώπη. Και έτσι όλοι σχεδιάζουν πριν μιλήσεις. Μόνο ο λαός δεν σχεδιάζει. Τρομάζει και κλείνεται στο καβούκι του, και ψάχνει στις εφημερίδες και στα facebook την επόμενη είδηση."

"Πώς με ακούνε όλοι αυτοί;"

"Σε ακούνε, σε ακούνε γιατί είσαι ο πρόεδρος. Γιατί το κάθε τι που κάνεις ταρακουνάει το νησί, η κάθε σκέψη σου αλλάζει το μέλλον του λαού αυτού, η κάθε επιστολή που γράφεις και η κάθε επιστολή που δεν γράφεις καθορίζει το μέλλον του νησιού."

"Τόσο πολύ ε;"

"Τόσο πολύ, ναι."

Ο πρόεδρος κοίταξε το Θεό περίλυπος. "Μα δεν είμαι Άγιος για να έχω μόνο αμόλυντες σκέψεις. Δεν μπορώ να ελέγχω τη σκέψη μου συνεχώς. Κάποτε πάει και στο συμφέρον μου, ή στο συμφέρον του κόμματος. Τι να κάνω για να καθαρίσω τις σκέψεις αυτές, να τις κόψω από τη ρίζα;"

"Πρώτα απ' όλα πρέπει να κατέβεις από το βουνό αυτό και να πετάξεις το τηλεσκόπιο. Πρέπει να κατέβεις στις πόλεις. Και ακόμη καλύτερα να μπεις μέσα στα διαμερίσματα των ανθρώπων, να μπεις στις μικρές επιχειρήσεις που υποφέρουν, και ακόμη αν γίνεται να ακούσεις τις συνομιλίες τους, ακόμη και τις σκέψεις τους."

"Μα πώς θα γίνει αυτό; Θα με δούνε! Θα με διώξουνε!"

"Θα σου δώσω δύο ιδιότητες για μια μέρα μόνο. Και μετά θα εξαφανιστούνε σαν να μην τις είχες ποτέ."

"Τι ιδιότητες;" γύρισε ο πρόεδρος να ρωτήσει, αλλά ο Θεός είχε εξαφανιστεί.

Ο Πρόεδρος κοίταξε το τηλεσκόπιό του και αρπάζοντάς το από τα δύο άκρα το μοίρασε στη μέση κτυπώντας το δυνατά στο γόνατό του δυο-τρεις φορές. Άρχισε έπειτα να κατηφορίζει το χωμάτινο δρομάκι.  Ήδη είχε αρχίσει να ακούει τις σκέψεις των ανθρώπων από τα γύρω χωριά. Στην Ευρύχου κοντοστάθηκε για να κάνει ώτοστοπ γιατί είχε κουραστεί. Μόνο αφού πέρασε πολλή ώρα και αρκετά αυτοκίνητα κατάλαβε ότι ήταν αόρατος.

Και έτσι έφτασε στο πρώτο σπίτι της Λευκωσίας πεζή.

Και μπήκε.

 

©Χρίστος Ροδούλλα Τσιαήλης

Friday, July 18, 2014

Αυτό δεν είναι λογοτεχνία

Από μικρός ήθελα να μπορούσα να ζωγραφίζω σαν τους μεγάλους ζωγράφους. Να κρατάω μια κιμωλία στον πίνακα και να με θαυμάζουν οι συμμαθητές μου για τα σχέδια που ζωγράφισα. Να κάνω μάθημα και να ακούω τη δασκάλα ενώ κατάφερνα απίθανους συνδυασμούς σχημάτων στο θρανίο. Το έκαναν ένας-δυο συμμαθητές μου και όλοι τους προσέγγιζαν για να δούνε.
Προσπάθησα πολύ, αλλά δεν το είχα το άτιμο αυτό το ταλέντο της αποτύπωσης, ούτε σε χρώμα, ούτε  με μολύβι. Με κοροϊδέψανε. Δεν με χλευάσανε, αλλά με κάνανε να καταλάβω ότι η εικαστική τέχνη δεν με ήθελε - έγκαιρα, ευτυχώς.
Κι έτσι άρχισα να απομονώνομαι και να δημιουργώ κολάζ στους τοίχους του δωματίου μου με αποκόμματα από έγχρωμα περιοδικά, σώματα γυμνά, κήποι από κομμένα άκρα ανθρώπων και ζώων, πολιτείες και ουρανοξύστες από περιοδικά διακόσμησης της μάνας μου, αυτοκίνητα από λουλούδια.
Μα η επιφάνεια των τεσσάρων τοίχων γέμισε πολύ νωρίς - μόλις στα δεκατέσσερά μου. Το ταβάνι δεν το τόλμησα, θα έπρεπε να περιμένει χρόνια για να απολέσω την εφηβική δειλία.
Κάπου εκεί, με τρόπο που δεν θυμάμαι, κι ίσως δεν θυμηθώ ποτέ, ακούγοντας αγγλικά τραγούδια από το RADIO BAYRAK ΚΑΙ διαβάζοντας αρχαιογνωσία, ανακάλυψα τις κόλλες των τετραδίων του σχολείου και τις λέξεις.
Ξεθάρρεψα και άρχισα να γράφω μέσα στην τάξη αυτά που άκουα και τα φανταζόμουνα σαν κάτι άλλο, σαν ήρωες, προσωποποιούσα τις αναφορές της δασκάλας σε ό,τιδήποτε επιστητό, υλικό ή ιδεατό, έφτιαχνα συμβολισμούς, έδινα φωνή σε ζώα, κίνηση σε άψυχα αντικείμενα, πτήση σε ανθρώπους και τετράποδα. Όταν τα καλοκαίρια ήμουνα σερβιτόρος έκλεβα κόλλες από τα μπλοκάκια παραγγελιών. Τις έχω ακόμη.
Όταν δούλευα στις ανασκαφές με το αμερικάνικο πανεπιστήμιο έκλεβα ώρα για να γράψω τα αγγλικά μου ποιήματα, θυμάμαι διάβασα μερικά στον Brian και στο Joseph που ήταν οι μέντορές μου στην αγγλική γλώσσα τα ατέλειωτα απογεύματα στις γειτονιές της Αθηένου. Ήμουνα δεκαέξι χρόνων όταν ο Brian μου έκανε δώρο για να διαβάζω το 'Μεταμόρφωσις' του Οβιδίου. Καταβρόχθιζα τα βιβλία κατά δεκάδες κάθε χρόνο. ¨Ολα τα βιβλία του Ιουλίου Βερν τα δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη του κατηχητικού. Από εκεί δανείστηκα και διάβασα και όλους (ίσως) τους βίους των γνωστών αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παράλληλα διάβαζα όμως και όλα τα άρλεκιν (εκατοντάδες) που είχε στην κατοχή της η μάνα μου.

Και τι δεν διάβασα όλα εκείνα τα χρόνια πριν φτάσω στην Τρίτη Λυκείου που όλα έγιναν προεισαγωγικές. Και αν νομίζεις ότι εκεί δεν έγραψα καποιους από τους 'πίνακές' μου, έχεις λάθος. Εκεί μάλιστα θυμάμαι ότι είχα αρχίσει να γυρίζω τη σελίδα κι ότι τα ποιήματά μου είχαν μεγαλώσει και άρχισα τους πειραματισμούς με τη μορφή και το απρόοπτο, κάτι που κατάλαβα ότι η ζωγραφική δεν επέτρεπε. Την έκπληξη ναι, την ανατροπή όχι.
 Στο πανεπιστήμιο άρχισα να γράφω πεζογραφήματα. Κι ύστερα, μετά τα τριάντα μου, ακολούθησαν τα θεατρικά και τα μυθιστορήματα. Η ποίηση όμως, αυτή η εναλλακτική ζωγραφική δεν με πρόδωσε ποτέ.
Από τότε, εδώ και εικοσιέξι χρόνια, έχω δημιουργήσει χιλιάδες μικρούς και μεγάλους πίνακες με υπογραμμισμένους τίτλους, περίγραμμα, βάθος και προοπτική.
Εγώ με το παρανοϊκό μου μάτι βλέπω πίνακες, σουρεαλιστικούς, ακόμη και αφηρημένης προοπτικής κάποτε, οι πιο πολλοί φίλοι μου όμως τα ονόμασαν ποιήματα και δεν τα διάβασαν ποτέ, παρά μόνο αν τους πίεζα εγώ.
Τους πίνακες των φίλων μου τους γνωρίζουμε όλη η παρέα, εύκολο, εμφανές. Και ωραίο, το ζηλεύω. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να έχω σε κοινή θέα τη δημιουργία μου. Μα δεν γίνεται. Εγώ γεννήθηκα για να γεμίσω σελίδες με γραμμές κι όχι καμβάδες. Για να δώσω φωνή και ρυθμό στις ιδέες κι όχι μορφή. Για να δαμάσω σε στίχους και στροφές τις λέξεις κι όχι να τις μετατρέψω σε ακρυλική μπογιά και οπτικά σχήματα.

Είμαι ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης κι αυτός είναι ο μοναδικός καημός μου στη ζωή. Η δυσκολία να δώσω το μήνυμά μου μέσα από την τέχνη μου χωρίς να παρακαλέσω. Κι είναι ένας καημός που τον μοιράζονται όλοι οι μικροί συγγραφείς.  Όλες οι άλλες μου επιθυμίες έχουν πραγματοποιηθεί γι' αυτό και θα είμαι για πάντα 60% ευτυχισμένος.
Ίσως για κάποιους αυτά που έγραψα να ακούγονται περιαυτολογικά, ίσως και εγωιστικά. Για μένα δεν είναι. Είναι η αλήθεια μου. Μπορεί κάποιος να γυρίσει το κεφάλι και να πει άλλος ένας που καβάλλησε το καλάμι - story of my life - το έμαθα το σλόγκαν της υπεκφυγής και της ζήλειας. Γι' αυτό στα σαράντα μου, ώριμος πια, μπορώ να πω και να το εννοώ, ας πει ό,τι θέλει. Ας μάθουν οι επί των επάλξεων επικρητές ότι οι συγγραφείς όταν ανοίγουν τα εσώψυχά τους, τα ανοίγουν μια φορά και τα ανοίγουν πραγματικά. Όλα τα άλλα είναι - απλά - λογοτεχνία.
Δεν είμαι αχάριστος, νοιώθω πραγματικά  ευλογημένος. Αλλά εκείνο το 40% της ευτυχίας που δεν θα νοιώσω ποτέ, θα με τρέχει 'με τα τάσια' μια ζωή - και θα με τρώει ως το πικρό τέλος.
Είμαι ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης και αυτή ειναι η πραγματική μου ιστορία. Όλα τα άλλα στη ζωή τα επέλεξα εγώ με πλήρη γνώση των πράξεών μου, σε αντίθεση με την ποίηση που επέλεξε εμένα να βασανίζει.
Όμως δεν θα ρίξω τον καημό μου στα σκουπίδια. Θα τον κρατάω σημαία, τη σημαία της δικής μου, προσωπικής πατρίδας του ενός κατοίκου.

Friday, July 04, 2014

I Wish I Could Tell You, Matt.


I wish I could tell you, Matt,

I wish it weren’t so hard.

 Yet all I do is force you to your room.

And I cry out loud, to my surprise, that it is not yet time,

for dinner.

 

Little bro is winding in and curling around the bed sheets

And then he gets his toy train and smashes all wagons in half treats.

-knowing he can fix it back-

But I do not know how to fix the wound dad gave me,

that morning, at breakfast, between cereals and juice.

God, how my stomach hurt,

Matt, can you fix that, too?

 

 

So instead I just ask you if you are listening to me

 And I cry out frustrated, to your confusion,

as if it hadn’t been enough already

for you – a young child - to stay alone

until I called you,

cause mum hasn’t started making dinner yet.

 

Little bro is on the floor with hands in his rabbit sleepers,

feet in his dog gloves

role-playing,

pretending he is father to his innocent furry herd.

 

I’ve always felt that the most intriguing sound for a girl

Is her father’s key on the door at 7:00 o’clock.

her happy voice announcing

“Dad’s home, mum, wake up, let’s make dinner!”

But mum hasn’t started making dinner yet.

 

Yet tonight, on this third night,

it is not dad’s thin metal pointer and the short thumb

dancing around the pocket-warmed bronze.

No, these are not here tonight.

It is just mum coming from her new work.

I can’t call dad to make dinner with me,

someone else is cooking it for him.

How wrong was I, to have been feeling that dads are forever.

 

Why me and not Matt - mum ok - but why not him?

Why do I get to play the role of a grown-up?

Well, I guess the pain I suffer on my wound is nothing

compared to an innocent child’s tragic oblivion to the absence.

So I call you to stay in your room,

To my grief,

I don’t think you should be coming down tonight either.

Because mum hasn’t started making dinner yet.

 

Just as I was pushing odds,

And thinking of the right odes,

 all the time I had left behind,

 to fit keys through tiny holes

 what I was afraid and hoping all along,  

just happened.

The phone rang. 

My heart barked.

Like a cocker spaniel it barked.

And I almost cracked

my skull on the phone.

 

“Dad, is it you, dad?”

-again-

“Dad, is that you, dad?”

 

But it was uncle John

“No, we still haven’t heard from this lad!”

And what I had been hoping might never happen.

So mum hasn’t started making dinner yet.

 

 

Matt must have heard the ringing.  

I know he did.

 

I hear him call out his worst distress in pain,

that three days I had him locked up in there,

yet this had been the very least that happened

to our family,

oh, how  hungry he must be by now,

but for him it’s best like this.

 

I am on the phone and I am making my hair.  

I am pulling whole tufts of sheer blonde pain

and I know it will never grow again.

 I am not helping mum for dinner anymore.

 

I climb the stairs.

Door is ajar,

little Matt on top of his library,

chewing up on super-hero comics,

feasting over colourful, happy pages.

I wish I could tell you, Matt, how, oh, how I wish I were a hero in there right now.

But mum hasn’t started making dinner yet.

 
 
 
 
© Christos Rodoulla Tsiailis
 
 

Monday, March 24, 2014

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ


 Θα αρχίσω το άρθρο μου συνετά, με το δέοντα καθωσπρεπισμό. Εάν σε κάποια φάση ο αναγνώστης νοιώσει ότι θίγεται, τον συμβουλεύω να σταματήσει να το διαβάζει.

Το άρθρο αυτό γράφεται με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Τάσου Μητσόπουλου, Υπουργού Αμύνης της Κύπρου. Άκουσα πολλά καλά σε εκπομπές για αυτόν απανταχού. Αιωνία του η μνήμη του ανθρώπου.
Φαντάζομαι ότι όλος ο σάλος που γίνεται είναι επειδή ήταν εν ενεργεία υπουργός. Δηλαδή το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι επί του θεσμού, αφού έφερε τον τίτλο του Υπουργού Άμυνας. Να το δεχτούμε. Ελπίζω να μη γίνονται αυτά επειδή ήταν μέλος του κόμματος που είναι στην εξουσία.
Παρόλα αυτά, χωρίς να θέλω να χαλάσω το φορτισμένο από θλίψη και οδυρμό κλίμα, το οποίο θέλω να ομολογήσω ότι δεν με 'πιάνει' περισσότερο από όσο θα με λυπούσε η κάθε είδηση για τον οποιοδήποτε αιφνίδιο θάνατο σε μεσήλικα, θα θίξω κάποια θέματα.
Μπορεί να παρεξηγηθώ, αλλά θα το πω όπως θέλω εγώ, σαν σύγχρονος πολίτης, με τη δύναμη της πλατφόρμας των κοινωνικών δικτύων, έστω κι αν στην Τουρκία τους τα κλείνουνε. Θα το πω με πλήρη επίγνωση της ελευθερίας του λόγου που δικαιούμαι, χωρίς να ξεχνάω την υποχρέωσή μου για σεβασμό προς τις αντίθετες απόψεις αλλά και προς τη γλώσσα. Θα το πω με ηθική επιμέλεια, όσο πιο ευγενικά γίνεται. Θα το πω όμως με τα δικά μου λόγια, σαν συνειδητοποιημένος πολίτης και όχι όπως το λένε τα ΜΜΕ. Ούτε θα κάθομαι να τους ακούω σαν αρνί, μα ούτε και θα βγαίνω στους δρόμους να πλακώνομαι με τους αστυνομικούς που εντεταλμένα και άβουλα υπερασπίζονται το αφεντικό τους όποτε γίνεται διαδήλωση του λαού.
Να το πω;
(ε πες το, Χριστιανέ μου, μας έσπασες!)
("Χριστιανός"; Γιατί προϋποθέτεις πράγματα για εμένα; Τίποτα δεν είναι δεδομένο στη σήμερη εποχή. Τα πάντα είναι ρευστά. Έχω χάσει την εμπιστοσύνη μου στο κράτος και σε όλους τους θεσμούς. Η εξουσία πλέον για τον παγκόσμιο πολίτη είναι άλλη μια υπηρεσία, όπως είναι μια τηλεφωνική εταιρία ή ένα ιδιωτικό κολλέγιο. Να το καταλάβουν αυτό οι πολιτικοί και να προσγειωθούνε λιγάκι. Όσο πιο πολύ προσγειώνονται και με σέβονται, τόσο περισσότερο θα τους ακούω και ίσως τους θαυμάσω αν είναι ικανοί... Αλλά η ΠΡΟΣΩΠΟΛΑΤΡΕΙΑ ΤΕΛΟΣ)
Τελοπάντων, θα το πω.
Ιτ γκόουζ λάικ δις:
Μακάρι να μην γινόταν τόσος ντόρος μόνο για τους πολιτικούς. Να γινότανε ισομερώς για όλους τους επιφανείς ανθρώπους.
Ένας διευθυντής σχολείου για πενήντα χρόνια, ας πούμε, μπορεί να έχει αγγίξει πολύ περισσότερα μυαλά από όσο ένας πολιτικός.
Ένας γιατρός μπορεί να έχει βελτιώσει τη ζωή πολλών ασθενών με τα χέρια του, ενώ ένας βουλευτής μπορεί να έχει καταστρέψει ολόκληρες οικογένειες με τις υπογραφές του.
Ένας αθλητής διεθνούς βεληνεκούς μπορεί να έχει βάλει τη χώρα στο χάρτη και να έχει φέρει πολύ περισσότερα κέρδη από τον τουρισμό που θα ελκύσει, παρά ολόκληρα υπουργεία και οργανισμοί (που κυρίωςτρώνε, δυστυχώς και ομολογουμένως).
Ο αιφνίδιος θάνατος ενός ιδιαίτερα ταλαντούχου ζωγράφου, συγγραφέα ή συνθέτη μπορεί να αφήσει τεράστιο κενό ή τραύμα στον παγκόσμιο πολιτισμό. Θα αναρωτηθεί ο καθένας τι έργο θα μπορούσε να παράξει στο μέλλον και δεν αξιώθηκε... Αλλά δεν θα αναρωτηθεί ο πολίτης τι θα γίνει χωρίς τον πολιτικό που φεύγει. Υπάρχουν πολλοί ικανοί και πρόθυμοι να ακολουθούν τις γραμμές ενός κόμματος. Ένα δίπλωμα χρειάζεται. Και μια ζωή στις επάλξεις ενός κόμματος. Τίποτα παραπάνω.
Νοιώθω κάποτε ότι ο τρόπος που ενίοτε αντιδρούν στο θάνατο ενός πολιτικού, τόσο ο κρατικός μηχανισμός (το σύστημα) όσο και οι πολιτικές δυνάμεις κατά άτομο, είναι σαν να προσπαθούν να προβάλλουν την ίδια τους τη ματαιοδοξία και το πώς θα ήθελαν να μιλήσουν οι άλλοι για τους ίδιους και για το "έργο" τους όταν οι ίδιοι πεθάνουν. Αλήθεια, δεν είναι να τους λυπάται κανείς, όταν τους βλέπει να ανεβάζουν από μόνοι τους τους εαυτούς τους σε ένα ανώτερο επίπεδο; Να νομίζουν ότι είναι εξουσιαστές, ενώ στην πραγματικότητα είναι ΕΡΓΑΤΑΚΙΑ μου; Διότι εγώ είμαι ο ΠΟΛΙΤΗΣ του 2014 και ο κυριότερος ΠΕΛΑΤΗΣ της ιδιωτικής εταιρίας που λέγεται ΚΡΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ και πληρώνω με το φόρο μου τους υπαλλήλους της, αλλά είμαι και μέτοχος, κι αν με δεις σαν ΕΝΑ ΕΝΙΑΙΟ ΣΩΜΑ, τότε είμαι ΜΕΓΑΛΟΜΕΤΟΧΟΣ - χωρίς την έγκρισή μου, κανείς πολιτικός δεν κουνάει ρούπι. Και τον απολύω πάραυτα.
Επεμβαίνω σήμερα που 'βράζει το σίδερο', για να πω κάτι άσχετο με τον ίδιο το μακαρίτη, αλλά σχετικό με την ιδιότητά του...
Και κάτι άλλο. Γιατί οι πολιτικοί γυρνάνε τα κανάλια και εγκωμιάζουν το ήθος και την ικανότητα του εκλιπόντος Τάσου Μητσόπουλου; Γιατί λένε ότι ήταν ο πιο ικανός, ο πιο έξυπνος, η πιο ήρεμη δύναμη; Γιατί λένε ότι ήταν τίμιος και άμεμπτος; Δεν λέω πως δεν ήτανε, ρωτάω όμως, ευθαρσώς: Δεν θα έπρεπε όλοι οι πολιτικοί να είναι έτσι; Δεν μας πείσανε ότι είναι η αφρόκρεμα οι πολιτικοί μας; Δεν είναι το αναμενόμενο να μας εξουσιάζουν (αφού είναι απαραίτητο να γίνεται κι αυτό) οι πιο έξυπνοι και πιο ικανοί της κοινωνίας; Που ανελίσσονται βάση των ξεχωριστών τους ικανοτήτων;
Αν δεν είναι, τότε έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Κι αν το παραδέχονται οι ίδιοι με πλάγιο τρόπο αναφερόμενοι στην απώλεια του πιο ικανού πολιτικού, τότε θα πρέπει να περιμένουμε αλλαγές στις συμπεριφορές των 'πολιτικών μας υπαλλήλων' σε όλα τα επίπεδα.
Μπορεί ένας θάνατος να φέρει την Αλλαγή;
Αν έχουν 'ποιόν' οι πολιτικοί μας θα φανεί.
Αλλά προς το παρόν ΔΕΝ.
Αντίο Μητσόπουλε.
Δεν σε γνώριζα, αλλά ούτε και τώρα, τουλάχιστον όχι από τα λόγια των αυτοϊκανοποιούμενων πολιτικών. Θα πίστευα ευκολότερα φίλους και συγγενείς σου.
Σου άξιζε ταπεινότερη κηδεία.
Το ίδιο θα ήθελες κι εσύ, γι αυτό είμαι σίγουρος.

Saturday, December 07, 2013

Μαντίμπα, χωρίς περισυλλογή.


 
Στην αρχή σε φωνάζαν Χοριχλάχλα.

Γιατί σου άρεσαν οι μικρές εξεγέρσεις

που κάνουν το αίμα να βράζει,

γιατί το έμαθες από το έννατο έτος της τρυφερής σου νόησης,

όταν έφυγε ο πατέρας σου

για να σου ανοίξει το δρόμο του ανδρισμού νωρίς,

ότι σε όλους μόνο το κόκκινο αίμα

θρέφει από μέσα όλα τα χρώματα έξω.

  

Ήταν όμως μικρή η κουτάλα σου

και μόλις που άγγιζες τον αφρό

στις τεράστιες κατσαρόλες του ρατσισμού που έβραζε

στο Γιοχάνεζμπουργκ, στη Ντέρμπαν και στο Κέιπ Τάουν.

Λίγο ανακάτευες αλλά όσοι ανέπνεαν από πάνω

-έτσι-

με την περήφανή σου επαναστατικότητα

και με της δικαιοσύνης την επίμονή σου αίσθηση,

έπαιρναν πιο βαθιά στα καζάνια το μήνυμα,

και ψηνότανε, και έκαιγε το πάθος.

 

Γι αυτό χορεύουν όλοι τώρα,

χορεύουν στις πόλεις,

χορεύουν στα χωριά,

χορεύουνε σε όλες τις χώρες του κόσμου,

Λευκοί και Νέγροι, Κοκκινόχρωμοι και Κιτρινωποί,

ωσάν να μην υπάρχουν πια χρώματα απέξω,

μόνο το κόκκινο χρώμα του αίματος από μέσα,

ζωντανό, αναβράζων, παντού το ίδιο,

παντού να φέρει τη γεύση της ευγνωμοσύνης προς εσένα.

Ξέρω η σκέψη σου, Νέλσον έτσι όπως πετάει αυτή τη στιγμή,

 - χωρίς περισυλλογή -

 τι επιζητάει:

όλοι απανταχού να δίναμε μια σταγόνα από ετούτο το αίμα

να γεμίσουν τα καζάνια ξανά με μια καινούρια συμφωνία,

εκ νέου, υπογραμμένη από τον κάθε κάτοικο ετούτης της γης,

κι όχι από τους αναίμακτους ηγέτες.

 

Σε χαίρονται,

βλέπουν τη μορφή σου, Τάτα

και γνωρίζουν την ελπίδα με το πρόσωπό της.

 

Χρόνια πολλά εθήτησες πίσω από τα σίδερα

μα έτσι έκτιζες το μεγάλο αμόνι

που πάνω θα κτύπαγες όλους τους εχθρούς,

το χάσιμο της ζωής του ανυπεράσπιστου,

τις ασθένειες της άγνοιας και της φτώχειας

το δακτυλοδεικτούμενο χρώμα

τη στέρηση της γης των προγόνων

την κατάργηση του κάθε δικαιώματος.

 

Βγήκες,

προέδρευσες σαν πρώτος έγχρωμος,

και σε ευγνωμονώ γι’ αυτό,

δημιούργησες ιδρύματα και οργανισμούς

για Εθνική Ενότητα,

και Επιτροπή για την Αλήθεια και την Περισυλλογή των χαμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

και επιτροπές

για την αναδιάρθρωση της γεωκτημοσύνης,

για την ασθένεια του Έιτς,

σταμάτησες πολέμους,

έσπρωξες τους τοίχους του μίσους λίγο πιο μακριά.

 

Βραβεύτηκες πολλώ

μα τίποτα ετούτες οι κονκάρδες και τα παράσημα δεν σημαίνουν

αν δεν διαβάσω την έκφραση στο πρόσωπό σου στην κάθε φωτογραφία,

ένα πράγμα μου λέει,

ένα μεγάλο μυστικό.

 

Γι’ αυτό τώρα στους δρόμους και στις πλατείες του κόσμου

πίνουν στην υγειά σου,

γιατί κι αν πέρασες στην άλλη πλευρά του δρόμου,

είσαι υγιής,

και τραγουδάνε το τραγούδι του Νέλσον Μαντέλα

ωσάν να ήσουνα ήρωας εσύ ο ίδιος σε ένα τραγούδι,

υπερβολικά αληθινός για να είσαι αληθινός,

σαν ψεύτικος ήρωας των σκιών και του φωτός,

αδύναμος και παντοδύναμος

επειδή παρέδωσες το εγώ πιότερο από τον καθένα για να γίνεις εμείς,

και έτσι, αυθόρμητα,

χορεύουν στους έντονους και άγριους ρυθμούς

της πρωτόγονης ελευθερίας,

της μόνης αληθινής ελευθερίας,

κλαίνε και γελάνε μαζί

με ένα γελόκλαμα τρανταχτό,

που μοιάζει να φτάνει από τα βάθη των άδειων –πια- καζανιών,

ένα τραγούδι χαρούμενο και λυπημένο συνάμα,

που αντηχεί σαν Ειρήνης παιάνας παγκόσμιος,

ΞΥΠΝΑΤΕ!

Σήμερα δεν έφυγε ένας τεράστιος άντρας,

σήμερα γεννήθηκε η Ειρήνη.

Friday, November 22, 2013

Helen of the Rotten Apples


Chorus:

               The island of Cyprus has always kept its secrets

Guilty words of little kids, sentences of the elder,

in sealed lips they were trapped of sovereign crowds.

The story we are about to tell took place in a Mesaoria village

yet the unmerciful wind that blew along and through

delivered it in handcuffs to all the island’s cape legs.

 

So here it goes,

 

A mother and a father both in unity and agreement

Have kept their only daughter jailed

in their long and narrow backyard

In an adjacent barn

This started when she was fourteen, #

indeed an innocent child

she however sincerely fell for the village’s most admired guy.

They eloped in secrecy, to be together away of all

But it was no time until Eleni’s father caught her beat her and all

And in one night from midnight to dawn he.

- oh, really, he -

 

-hit Sophocles with an axe-
in front of her exploding eyes
and bloodied him
and she saw
she knows she saw
him
dead.

then shouting in frenzy
he beat Eleni to the brink of death

and locked her in the barn
taking out the goats in middle night

 

 No sooner had it been than

poor Eleni forgot everything from day one,

They even say she suffered amnesia from the hits

And in the barn she knew nothing of who she was

Or why she was there,

Or of her soul’s torment.

The barn had been her little world,

of hay for a nap

Of little food like beans and fried legumes

Of little light from a tiny window

and Bible tales from her mom.

There were no chains around her ankles,

No rinks around her wrists,

Just a half-kilo padlock outside the one-metre door. 

Window on the door and rust had been Eleni’s friends,

And as the rust was coming in, expanding on the inside,

“What are you?”

Eleni’d ask

-But no answer would she get-

She imagined a snug dust of hope.

-But -

the shimming smells of the carnations invading every morning

Were no friends of hers, as they disturbed her gothic fiction.

In her immaculate riddles she always answered back to the world outside

with her smell of the enclosure

Familiar smells, of mold, waste and ammonia.

and methane from the rotten apples in the corner

the cats in the backyard would cut from their only tree

and bring them to her window.

she never liked to eat those apples

yet never threw them out either,

she - someone would argue –

enjoyed the cats’ attention.

So much the methane got her dizzy

that happiness she found in all this heavy prolonged misery

-years had passed-

 

Then the village newly-appointed priest

started suspecting of all these,

when all the neighbours had known for twenty years

And all agreed -but one- that it was best for all

That she was kept inside.

Sophocles had a trusted friend

Who took an oath for revenge

And that Eleni would be free

To live and love somebody.

He was the one who made the priest suspect

When all the others had been tricking him

about all the smells and cries,

about the secrecy of 13, Acheloou Str.

 

With him the kids sometimes made up sounds

like the ones Eleni made

But they were always told off by their fathers

And so the story went on,

Until one day eleni heard a passing Caravan

Announcing a children’s play of three acts.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Scene one:

(In the barn, mother outside unlocking the door in difficulty, the padlock is very heavy)

Eleni: (weakly) Mum, is it you, mum?

Mother: Yes, hold on a second to get this lock down, if I break it your dad’s gonna kill us both!

Eleni: did you bring me food?

Mother: Yes

Eleni: and milk?

Mother: yes

Eleni: what food?

Mother: beans

Eleni: again?

Mother: it’s Friday.  We fast.

Eleni: Mum, you know I don’t like beans.

Mother:  You always eat them.

Eleni: I don’t like beans!

Mother: You always eat them and you never complain!

Eleni: I don’t like beans at all! (intensely) I hate them!

Mother: no you don’t!  You don’t hate them!  I watch you eat them every time with such passion!

 

[pause]

 

Eleni: I heard something today…

Mother: What is it with you today?

Eleni: (repeating in internal tone and moving her head back and forth) I heard something today, I heard something today, I heard something today, I heard something today

Mother: Stop it! I don’t see you eat, I’ll go and get you some bread today, drink your milk and I’ll be right back

Eleni: I heard something today, (fading as the mother leaves) I heard something today…


(TO BE CONTINUED)

Follow me fb