Showing posts with label ιστορική ή θρησκευτική αναφορά. Show all posts
Showing posts with label ιστορική ή θρησκευτική αναφορά. Show all posts

Thursday, April 12, 2012

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΥΓΟ


ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΚΟΚΚΙΝΑ ΑΥΓΑ ΑΠΟ ΑΙΜΑ, ΒΙΑ, ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΝΙΚΗ.
ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΣΟΥ ΕΝΑΠΟΘΕΤΩ ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΑΥΓΟ ΜΕ ΑΠΟΚΑΛΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΔΙΣΤΑΓΜΟ: ΑΙΡΕΤΙΚΟ - ΜΥΣΤΗΡΙΟ - ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ.
ΛΕΣ ΠΩΣ ΣΟΥ ΑΠΕΙΛΩ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ, ΠΩΣ ΘΑ ΚΑΝΩ ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΜΟΥΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΟΥΝ.
ΜΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΕΡΩ ΩΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ.
ΔΕΝ ΕΧΩ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΣΩ.
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΑΞΟΠΙΣΤΗΣΩ!
ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΟΥ ΘΕΛΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΛΕΗΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΑΥΓΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΙΛΙΑ ΕΞΑΚΟΣΙΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ.
ΘΕΣ ΝΑ ΤΣΟΥΓΚΡΙΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΜΟΥ ΑΥΓΟ;
ΜΗΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, ΘΑ ΡΑΓΙΣΩ - ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ - ΠΡΩΤΟΣ ΕΓΩ.

Sunday, January 09, 2011

HEALTH is a Greek word


HEALTH is a Greek word



I would hate myself if I wished to you all "have good health for 2011" if I did not feel in my heart that this word is also Greek, despite a great dispute by linguists.


I start by explaining how the etymology of "heal" (and the noun derived from it, i.e. "health") goes back to the Proto-Indo-European root *kailo- ("whole, uninjured, of good omen"). But "kalo" is also a greek word with the same positive meaning. From "kailo" or "kalo" derived the Proto-Germanic *khailaz, literally "to make whole", but also "to make sound and well".


In Old English this became hælan ("to make whole, sound and well") and from the same root came the Old English hal ("health").


This is also the etymological root of the adjectives "whole" and "hale", but also of "holy".


Who can deny though that the same Proto-Indo-European root took the path through Greek holos ("whole") to the modern English holistic (from the theory of holism, which states that things cannot be broken down into their parts, but must be understood as a whole) and the prefix holo- in hologram (lit. "whole writing"). So we could state that health which literally means "to make whole" comes from the greek word "holon", bearing all variations of years that followed its first conception.


But I don't want to leave you with this bitter taste of doubt. I will give you a brief verbal tour on the science of healing, which is mainly a Greek science, as most sciences.


Let's talk about the ancient God of Medicine, Asclepius (Latin Aesculapius). He is the god of medicine and healing in ancient Greek religion. He was one of Apollo's sons, and they both shared the nickname Paean ("the Healer"). His mother died in labour and he was to be burnt with her, but his father rescued him, cutting him out of her womb. "To cut open" is the phrase which in ancient Greek gave the name "Asclepius". Apollo carried the baby to the centaur Chiron, where Asclepius was raised and introduced to medical arts.






Asclepius represents the healing aspect of the medical arts; He gave to Greek Mythology the daughters Hygieia ("Hygiene"), Iaso ("Medicine"), Aceso ("Healing"), Aglæa/Ægle ("Healthy Glow"), and Panacea ("Universal Remedy"). What is more, a snake winds around the rod of Asclepius, and this remains a symbol of medicine until nowadays, but do not mistake it with the "caduceus", which has two snakes winding. The symbol of snakes comes from the fact that snakes were often used in healing rituals. Non-venomous snakes were crawling on the floor of the dormitories of the sick and injured. From about 300 BC onwards, the cult of Asclepius grew very popular and pilgrims flocked to his healing temples (Asclepieia) to be cured of their ills. He was associated with the Roman/Etruscan god Vediovis. Some healing temples also used sacred dogs to lick the wounds of sick petitioners. Now, you should also take into consideration that the original Hippocratic Oath began with the invocation "I swear by Apollo the Physician and by Asclepius and by Hygieia and Panacea and by all the gods ..."




Some religions long after the fall of the Greek empire claimed their origins to Asclepius. In the 2nd century AD the magical healer Alexander claimed that his god Glycon was an incarnation of Asclepius. But it is all so very important to keep in mind the claim that the myth of Asclepius had served as a source for claims of Jesus's healing powers.


Finally, if this is useful to you, the botanical genus Asclepias (milkweed), is named after him, and includes the medicinal plant A. tuberosa or "Pleurisy root".  I know about temples of Asclepius at Epidaurus in north-eastern Peloponnese. Another famous healing temple (or asclepieion) was located on the island of Kos, where Hippocrates started his training.





I hope all the above brought back to you to a lost likeness of the Greeks, even more than you ever had. Because it is no wonder why the foreigners appreciate Greece even more than we do. Perhaps it is because they know things we have never been taught from our school! What a pity!
Do not forget Hippocrates as well, as he is a historical person.




Dear friends, have good health and wholeness for 2011



Tuesday, October 19, 2010

Γιάννης Δαλιανίδης… για να υπάρχω

«Για να υπάρχω θα θυμάμαι το πρόσωπο με τα γυαλιά


Για να υπάρχω θα περιμένω κάθε τρελοκόριτσο να με πειράζει

Για να υπάρχω θα αφήνω τη μουσίτσα στο διπλανό πεζοδρόμιο να υπάρχει.»



Στεκόμουνα στην άκρη κι η ορδή στην κηδεία ήταν μεγάλη,

λαός και κολωνάκι γίνανε ένα κι η οδύνη ήταν τεράστια.

Έλεγες κι έπαιρνα διαζύγιο από την ιστορία του ελληνικού σινεμά.

Είδα τα δάκρυα στα μάτια των διάσημων

κι ήταν τα ίδια με τα δάκρυα των άσχημων.

Μου έκανε εντύπωση η βραδύτητα της πορείας στον κατήφορο

και μια ταμπέλα «Φίνος Φιλμς» σπασμένη σ’ ένα κτίριο.



Για να υπάρχω θα ψάξω να βρω την πρώτη κάμερα που αγόρασες

κρυφά απ’ τον πατέρα σου με χρήματα δικά σου.

Για να υπάρχω θα αγοράσω κασέτες και Ντι βι ντι και θα καναπεδωθώ για μέρες,

για να αναγεννήσω μέσα μου το σύγχρονο πνεύμα της Ελλάδας

μήπως και ανδρειωθεί το βαθύτερο που έχασα το αρχαίο.



Για να υπάρχω θα δεχτώ πως είμαι ένας βλάκας και μισός.

Με τη Χριστίνα «ξύπνα Βασίλη» θα φωνάξουμε και «Όλγα αγάπη μου»

και «κυρ Γιώργη» και «Δήμο από τα Τρίκαλα»

και όλοι μαζί σου, Δαλιανίδη, θα χορέψουμε τουίστ και χάλι-γκάλι

στην Οδό Ανθέων και στο Λούνα Παρκ και σε κάποιο ρετιρέ.

Το φως του φεγγαριού θα σκιάζει γλυκά την αμαρτία της ομορφιάς μας

καθώς γυμνοί στο δρόμο θα εκστασιαζόμαστε χωρίς μαριχουάνα,

εραστές του ονείρου και χωρίς ταυτότητα,

ο εγωισμός μας σε ισόβια κάθειρξη.



Για να υπάρχω κτυπάω τα χέρια στον αέρα παλαμάκια δυο φορές

κι έρχονται κι άλλοι στη γιορτή ετούτη που στήσαμε

στραβά και ανάποδα με ίλιγγο και κλάμα.

Όταν η πόλη πεθαίνει εσύ ανασταίνεσαι,

γιατί έρχεται να χορέψει ο κατεργάρης κι η ψεύτρα,

η χαρτοπαίχτρα κι ο ξυπόλητος πρίγκηψ,

ένας γαμπρός απ’ το Λονδίνο και η κυρία απ’ τα μπουζούκια,

η Παριζιάνα και μια Ελληνίδα που δραπέτευσε απ’ το χαρέμι.

Όλοι χορεύουν με χρώματα ελληνικά

στο λιμάνι του Πειραιά και στην κρουαζιέρα στη Ρόδο.



Για να υπάρχω για λίγο δακρύζω ξανά

κοιτάω το φέρετρο και μετά γυρνάω πίσω στη γιορτή.

Η ιστορία μιας ζωής σε ένα κουτάκι με όνειρα και μικρές αμαρτίες.

Κι ο χορός ξάφνου φουντώνει και σαγηνεύει τους δύσκολους,

κι εμφανίζονται οι επικίνδυνοι και ο σκληρός άντρας,

ο επαναστάτης ποπολάρος κι ο μάγκας με το τρίκυκλο,

τα τσακάλια και τα λιονταράκια.

«Κάτι να καίει» γνέφει η Μαρία της σιωπής

κι ένα έξυπνο έξυπνο μούτρο στη στροφή

φωνάζει «μερικοί το προτιμούν κρύο».

Πλακώνονται μεταξύ τους κωμικά κι ο χορός σταματάει

Κι όλοι σε γρήγορη κίνηση τρέχουν και τσακώνονται

ωσάν σε γυρίσματα φαρσοκωμωδίας.

Ρίχνουν χάμω μπανάνες και χάντρες θαλασσιές

Και γλιστράμε όλοι προς το πλήθος που πονάει,

Όλοι οι ρόλοι ενώνονται σε έναν τεράστιο έγχρωμο Εύζωνα

έτσι όπως θα τον φανταζόσουνα, Γιάννη, κωμικό και τραγικό συνάμα,

κι έχετε οι δυο σας ραντεβού στον αέρα.

«Βασικά καλησπέρα σας» του ανακοινώνεις

καθώς εισέρχεται στην κάμερά σου ανάποδα κοιτώντας τους διάσημους

που θα μείνουν πίσω για λίγο

να μου θυμίζουν τους ρόλους που αγάπησα τόσο πολύ.

Saturday, July 05, 2008

Robert James “Bobby” Fischer world citizen (despite USA)


Why, international chess master,
why all magistrate ingenuity wasted on a puzzling game?
What with the black king, what with the white,
what secret passion with the duo femme on the board roaming upright?

Some pusillanimity, perhaps?
of guns on bruised shoulders?
of chemicals and tubes?
of mice in a maze?

Who made the choice for you, genius, your dad? your mummy? a family doc?
a reputation paedomorphic haste?
your neighbourly mentor?

You and your kin,
so many thousands of years accusing Napoleon for fighting within self,
over and above trapeziums, against any polis, to boast that,
Black and White World Wars a, b, c, d, e, in ancient China
and then f, g, h, i, j, k l, m, n, o, p on plastic chairs,
all concluded in theoretical massacre.
A bless, Bobby, you would have said, yet,

So many giant- and nano-inventions not even thought of in time, or at all,
so much medicine in nature or in chemical combinations hidden in oblivion rivers,
not tested to save us from the viruses ever upcoming,
so many thoughts of Philosophy and Reason just to deny divine-like treason,
unborn of idle gins.
A bless, Bobby, you would have said, yet,
In your eyes Twin Towers were born and buried of two Queen Mothers,
a Jewish and a Settler,
so happy you were of their grief,
the pieces you shuffled on the board to commence Wars in medias res[1]and win still,
to show how you started your life just before the end,
as you renounced your USAan citizenship for the sake of the world,
as you renounced your sciento-perspective
for the sake of some Theatrical Paradox of Life and Dogs on Squares.
“Crush their mind”, Chicago 0 – 1 Reykjavik.


[1] From Horace. Refers to the literary technique of beginning a narrative in the middle of, or at a late point in, the story, after much action has already taken place. (http://en.wikipedia.org/)

© Christos P.R. Tsiailis

Friday, July 04, 2008

1619


1619, μνημόσυνο δε θε να γίνει ακόμη σ’ εκκλησιά
πίσω απ’ του βορρά το δέντρο που ξεσπόριασε απ’ του πόνου το φλέγμα,
που το ποτίζει το κλάμα και το λιπαίνει της θύμησης ο φόρτος,
γι’ αυτούς που κυνηγημένοι στη λίμνη του λιθίου έχουν κρυφτεί.

1251, βρήκαμε κι άλλον ένα συγγενή στο Μπελλαπάις κοντά,
η αγωνία του με ιδρώτα το ποτίζει
και τα κλαδιά απλώνουν μέτρο-μέτρο
κι οι ρίζες έχουν στερεωθεί.

980, βρήκαμε κι άλλους στης Σαλαμίνας τη ροτόντα
μα ο άνεμος της αναγνώρισης όσο κι αν φυσήξει,
οι κλάδοι του δέντρου που θεριεύει θα απλώνουν νέφος σκοτεινό,
χίλια εξακόσια δεκαεννέα φύλλα θα ’ναι ’κει.

523, βρήκαμε πολλούς, λίγοι μείνανε
βροχή το αίμα την πληγή θα πλύνει, μα η ουλή δεν φεύγει,
χίλια εξακόσια δεκαεννιά εχθρού κεφάλια στα φύλλα τυπωμένα,
σημαδευμένα με κόκκινο σταυρό, να μην πονάει η ψυχή.
2000

Sunday, February 24, 2008

Πολιτική Ακροστιχία


ΑΡΧΟΝΤΕΣ
ΚΑΙ
ΥΠΗΚΟΟΙ
ΡΑΠΙΖΟΝΤΑΙ
ΟΜΑΔΙΚΑ

ΛΟΙΠΟΙ
ΕΛΛΑΝΟΔΙΚΕΣ
ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ
ΚΑΙ
ΟΡΓΙΖΟΝΤΑΙ

Friday, January 18, 2008

αυτό θα γίνει ποίημα (18/01/08)


Μπορείς λίγα δευτερόλεπτα να διαθέσεις,
για το κλάμα ενός νεογέννητου ερωτηματικού;
(-)
Μόλις γεννήθηκα και έμαθα πως πρέπει να πεθάνω, ψέματα θα σου λέω για λίγο ρωτώντας σε αυτά που με τρομάξαν. Αλήθεια είναι πως μόνο αυτοί που γράφουν ημερολόγια ή σκέψεις σε χαρτί διαβάζουν ποίηση; Γράφω κι εγώ, μου λες, κι όσοι με διαβάσουν, μου λες, αμέσως μετά μου λένε :
"Α ναι, έγραψα κι εγώ κάτι, δες το και πες μου τι νομίζεις"

κι όλα αυτά πεζή τα λέμε.

γιατί εγώ δεν είμαι ποίημα!

Αχ, να χαλούσε η τηλεόραση από ότι είναι και να φτιαχνότανε απαρχής με νέες εκπομπές που να μιλούσαν και για μένα που τώρα γεννιέμαι με αίματα και κίτρινο αμνιακό υγρό που τσιγάρο μυρίζει και αλκοόλ. Πόσο θα ήθελα, κύριε, να με βλέπατε σαν το μικρό αυτό κομματάκι γραφής που σαν άρωμα φοριέται κι η μυρωδιά του μένει στην ανάμνηση μεταφερόμενο στου εγκεφάλου τους ιππόκαμπους απ’ τους κυρίαρχους νευρώνες των αμυγδαλών. Και ήδη, θα το είδες, γνωρίζω ανατομία εγκεφάλου χωρίς να τη διαβάσω πουθενά, την φέρω.

αλλά δεν είμαι ποίημα, καθόλου!

-Έτι πεζότερον τις ψυχές με χάπια να ιατρεύεις -

Είναι κανείς που ξέχασε ποτέ
τη μυρωδιά του "Σατραπεία";
ή το βάρος του στίχου
"η γης δεν έχει κρικέλια να τη σηκώσουνε και να φύγουνε";
ή το μέταλλο του
"ώ κοινόν αυτάδελφον, Ισμήνης κάρρα";
Τα θυμάσαι, μου λες.

εγώ δεν είμαι ποίημα σου λέω!

Τέτοια να θυμίζανε στους αναγνώστες, και χρήμα ας έπεφτε στην ποίηση ξανά, το ίδιο κέρδος θα απέφερε στους πλούσιους ιθύνοντες και τους επιτηδείους διακινητές του λόγου του οπτικού.

πια δεν είμαι ούτε πεζό –αμφιταλαντεύομαι-
[ένα τάλαντο δώσε και αποχωρώ]

Να κάνανε reality show με ποιητές (δεν εννοούνται τρελοί και καταθλιπτικοί χαραμοφάηδες, αλλά υποσχόμενοι νέοι ή και ωριμότεροι που τη φλέβα ίσως ανακάλυψαν του ελληνικού ταλέντου μέσα τους)
-γιατί η ποίηση περί αυτού πρόκειται-
και να έβλεπε ο κόσμος μια αναβίωση του λόγου θεαματική. Ο λόγος ο ελληνικός υπάρχει μα δυστυχώς σε κύκλους κλειστούς διακινείται, σε μια κοινωνία χαμένων ποιητών να παλεύει με θυμό τους χαμένους αναγνώστες.

εγώ θα γίνω ποίημα,

αν διαβαστώ σωστά θα μεταμορφωθώ,
αν διαβαστεί αρκετά ο λόγος μου θα ανυψωθώ,
αν πεινασμένα διαβαστώ με οργή,
θα θεριέψει ο ρυθμός,
θα αναβράσει το πεζό
θα καλέσω το ίδιο εικόνες να με ομορφύνουν,
θα ερωτευτώ παράφορα το Σύμβολο,
θα καταλάβω πανηγυρικά και τη Μεταφορά,
κι από τη σύνεση συνάμα θα καταληφθώ,

δεν έχει πεζότητα το ποίημα, λένε,
έχει ποίηση το πεζό.

μην ανησυχείς, ποιητή,
εγώ δεν είμαι ποίημα,
αλλά θα γίνω.
(18/01/08)

© Christos P.R. Tsiailis

Thursday, December 27, 2007

Μπεναζίρ Μπούτο, Αν Προλάβω



Μόλις ενημερώθηκα για την αιώρηση που έχεις αρχίσει,
Μπεναζίρ,
μόλις που προλαβαίνω την Ακρόπολη να τρέξω.
Με πρόλαβαν οι καλπάζουσες εικονικές ειδήσεις στο απογευματινό τροχάδι,
έχουν απολυθεί οι έφιπποι αγγελιοφόροι.
Σκοτεινιάζει η αποφράδα μέρα,
είμαι ντυμένος στα λευκά,
κανείς δεν θα δει να αγκαλιάζω τις χοντρές λευκές κολώνες,
μόνο ένα μικρό βρέφος
στην κύρια είσοδο παρατημένο
το σάνδαλό μου θα ακούσει
στο αέτωμα να ακουμπάει.

Από δω θα περάσεις,
Μπεναζίρ,
καλά το είχες προβλέψει,
έχοντας ζήσει τη ζωή που έζησες.
Όσοι την έζησαν ετούτη τη ζωή,
από εδώ περνάνε.

Ο επαναστατικός φυσάει απ’ το στόμα του φιλοσοφικού ανέμου,
Μπεναζίρ,
πες το στα αγάλματα που λείπουν,
πες το επίσημα,
ήσουν νόμιμη επαναστάτης,
πες το φωνακτά όπως περνάς.
Εδώ είμαι να καταγράψω,
φώναξε το στην Αθήνα,
θα το πει στην Αθηνά,
φώναξε την οργή του θανάτου σου,
φέρε εδώ την ορμή της έκρηξης από το Πακιστάν των καμικάζι,
μα πες μου,
από αστέρι που από μισοφέγγαρο γεννιέται,
εσύ τι περιμένεις?

Σε είχα ερωτευτεί για μία στιγμή πριν χρόνια,
Μπεναζίρ,
το όνομά σου έσταζε γλυκά επάνω μου,
απ’ τον ιδρώτα του μόχθου ενός λαού,
όπως τις σελίδες μανιωδώς γύριζα
των πολιτικών βιβλίων.

Δεν διαβάζω πια,
Μπεναζίρ,
σταμάτησα με τον εξορισμό σου,
άσπρισα στη Δύση,
κιτρίνισα στην Άπω Ανατολή,
στη Γη του Πυρός κοκκίνισα.

Μόλις που προλαβαίνω να κουρνιάσω στο αέτωμα,
πριν περάσεις από ‘δω
και ύψος πάρεις.

Κανείς το Θιβέτ δεν προτιμάει,
Μπεναζίρ,
το Έβερεστ είναι σύμβολο φαλλικό,
αφανείς ορειβάτες το ανεβαίνουν
για να διαστέλλουν
των μικροεπαναστάσεων τις εντυπώσεις.

Μα όχι, εσύ αλλού ανέβηκες,
Μπεναζίρ,
κι ανέβασες το νόημα της ουσίας,
γυνή ούσα,
σε θρόνο δύσκολο,
από ‘κει για χρόνια αγναντεύεις,
κι ίσως ποθείς
το άνδρο των ηρώων,
το κενό αέτωμα.

Το ισοσκελές τρίγωνο ετούτο
που ψάχνει απαρχής κοσμογονία,
φλερτάρει σαν αιδοίο το νέο είδος ανθρώπου
που εξελίσσεται τον τελευταίο αιώνα,
αγάλματα του Χόμο Ντιτζιιτάλις φτιάχνονται,
παράλληλα με τους νέους μύθους φιλοτεχνούνται.

Η Βρετανία δεν γνωρίζει,
Μπεναζίρ,
δεν αντιλαμβάνεται
την ασημασία του συμβόλου που κατακρατεί,
δεν ξέρει πιο σκοπό εξυπηρετεί,
δεν ακούει τον Ορφικό ύμνο
που ψιθυρίζεται απ’ τους Κινέζους και Ιάπωνες τουρίστες
στους διαδρόμους του Μουσείου,
δεν ακούει τα κοροϊδευτικά γέλια
των μελαμψών τρομοκρατών
που η ίδια ταΐζει.

Πόση ώρα επέζησες στο νοσοκομείο?
Πόσα λεπτά την άχνα σου διαπραγματευόσουν?
Πόσες ανάσες,
Μπεναζίρ,
για να αξίζουν οι είκοσι αθώοι που σε ακολούθησαν,
και οι άλλοι εκατόν τριάντα εννέα
στην προηγούμενη επίθεση,
που κέρδισες στις διαπραγματεύσεις
με τον αργόσχολο του Άδη απεσταλμένο?

Πώς ήταν η εξορία,
κυρία Μπούτο,
γιατί δεν πέρασες από τη χώρα μας,
να σε γνωρίσω ήθελα,
εδώ τριγύρω που τρέχω
στον περίοπτο λόφο σε περίμενα,
θα σου έλεγα για τη διαδήλωση,
θα σου έδινα επιλογή,
θα ήσουν ηρωίδα,
τρισάξια υποψήφια για αγαλματοποίηση,
αφού συνειδητά σήμερα
θα πρότασσες το ατσάλινό σου στήθος
στους συμφεροντολόγους ταραξίες.

Το 1979 άρχισες την αντίστροφη μέτρηση,
κυρία Μπούτο,
στη θέση του πατέρα η κόρη σπανίζει να είναι,
μα αυτό γίνεται όταν ο υιός αδυνατεί.

Όσο κρατήσει μια κόρη πριν φαγωθεί.

Μια κόρη τη μοίρα της εύκολα γράφει,
ένας κούρος μυστήρια αδυνατεί.

Σε παρακολουθούσα,
Μπεναζίρ,
μία συμφωνούσα, μια διαφωνούσα.
Σε θαύμασα,
Αγέρωχη, Σιδηρά,
σαν τις παλιές, καλές πανμήτωρες,
τις Θεότητες, τις Βασίλισσες, τις Αυτοκράτειρες,
άντρες στην όψη σου έσκυψαν το κεφάλι,
άντρες γονάτισαν,
ξάπλωσαν μπρούμυτα,
ξάπλωσαν ανάσκελα,
ξάπλωσαν για πάντα.

Εδώ, σε τούτο το τέλειο σχήμα,
Μπεναζίρ, αν προλάβω
τέτοιο άγαλμα θα βάλω
να απεικονίζει τις καινούριες μάχες της ελευθερίας,
της ευρύτερης παγκόσμιας ελληνικής επικρατείας,
Ω, σύγχρονο πνεύμα ειρήνης νεογνό,
η Μπεναζίρ δεν οδηγήθηκε από ‘δω,
πήρε απευθείας ύψος.
© Christos P.R. Tsiailis
27/12/07

Friday, November 30, 2007

Παλίνδρομη Νόηση Ευρωπαϊκή


Χτίζοντας κάθε Κυριακή
του Λάνσελοτ το κάστρο νοητά,
καπέλο σε αμμοκόρη Φραγκοσυριανή
βαλσάροντας σε αίθουσα μπαρόκ αισθητικής
το Αιγαιακό μοτίβο νοσταλγείς.
Δευτέρα πέφτει στο κάστρο άστρο αληθινά.

Βάζεις ευχή
μπας και παύσει ο μαέστρος
να διευθύνει την ευρωπαϊκή μικτή Συμφωνική.
Για έξι ημέρες δεν συμφωνείς.
Κάθε έβδομη ξανακτίζεις.
Πρέπει το κάστρο να σωθεί?
22/6/96

Tuesday, November 20, 2007

Η Άρνηση του Αντίχριστου.


Κληρονομιά μοναδική
απ’ όσους προηγήθηκαν οικείους
του ενός παππού Μου το βιβλίο.

Του πατέρα του πατρός μου ο Υιός Εγώ
το βιβλίο των βιβλίων να διεκδικώ.

Δίχως τίτλο και ατέλειωτο,
ο παππούς εκάλεσεν τοιουτοτρόπως
τον επίλογο να γράψω
της αρσενικής ετούτης τριγενίας.

Να διαβάζω εξεκίνησα,
μα στις παραγράφους προχωρώντας,
τις σελίδες εκστασιαζόμενος αργά φυλλομετρώντας,
για να φτάσω στο παρόν που δεν υφίσταται,
αισθάνομαι μια κίνηση ανάλαφρη, άηχη.
Αγνοώ.

Για αιώνες να διαλογίζομαι επίλογο πασχίζω,
μα όσο εισχωρώ στο νόημα,
όσο τα χιουμοριστικά του δίστιχα αποκρυπτογραφώ,
στης νιότης του για να διεισδύσω το χρήσιμο κόπο
διακρίνω τη σκιά της σκιάς του τίποτα να καιροφυλακτεί.
Ξεσηκώνομαι.

Ένα απέθαντο μυρμήγκι εκεί μέσα εγκαταστάθηκε,
που απ’ τον πατέρα Μου, το πιθανότερο, έχει διαταχθεί,
που δεν κατάλαβε γιατί δεν επιλέχθηκε εκείνος,
το βιβλίο πριν από Μένα να τελειώσει.

Και απαντάει ο Μέλανας Ψυχολόγος,
ότι είναι απλά ακόμη ένας πατέρας που ακροβατεί
στα λαδιασμένα σκοινιά του πατρικού προτύπου,
που εκδικείται με το σπόρο του τη φύση.

Ένα μυρμήγκι το άγονο πλέον σπέρμα του,
θα φάει χαρτί να θρέψει, να φιλοσοφήσει.

Ένα μυρμήγκι παρελθοντοφάγο, αιρετικό,
δαγκανωτό κι οκτάποδο σαν όλα τα άλλα,
με μια τεράστια φωλιά στου Γολγοθά τα έγκατα,
απ’ το πλευρό μ’ έναν ατελείωτο ομφάλιο λώρο
με τα σωθικά μου ενωμένη.

Ένα απολειφάδι ον ταγμένο μόνο του να τη γεμίσει,
μικροσκοπικό, μόνο του μια στρατιά,
κι Εγώ άοπλος με τετραποδισμό πλασματικό
να προχωράω διαβάζοντας αλαφιασμένα,
μην Με προλάβει
να ετοιμαστώ για να προλάβω
το δικό Μου Ερχομό.

Κλέβει αλόγιστα τις λέξεις,
Τη φωλιά ακατάπαυτα γεμίζει,
κρύβει τη γνώση απ’ το φως.
Κι αν φτάσει και περάσει
αυτά που δεν έχω διαβάσει,
κάπου στο Μεσαίωνα θε να χαθώ,
να εξανθρωπιστώ.
Στο ίδιο σκοινί θ’ ανέβω,
να αναγκαστώ το σπόρο μου να δώσω,
να λογικευτώ τη γήινη λογική,
στη γήινη βαρύτητα ισορροπώντας.

Λίγες αδιάβαστες σελίδες απομένουν,
και οι πλίνθινες προφητείες επιμένουν
τερατοτρόπως το παγκόσμιο μενταλιτέ να κανονίζουν.

Θα στήσω καρτέρι στο παρόν Μου,
την απειλή ακούνητος θα περιμένω,
θα αφουγκραστώ τον ήχο της σιωπής του να σιμώνει
θα σβήσω τη σκιά της σκιάς με ένα φύσημα απαλό,
με μια ανεπαίσθητη του αντίχειρα πίεση στο χαρτί.
Θα ρίξω μέσα στη φωλιά
όσο γραφτό ανέπαφο έχει μείνει.
Θα κόψω τον ομφάλιο λώρο
με το ψαλίδι του Λευκού Γιατρού.
Έχω ήδη αρνηθεί, Παππού.
Έχω αρθεί,
Έχω αυτοκαταργηθεί.

Κι ενώ το βιβλίο κτυπάει στους υποχθόνιους βράχους
και με το επιστρέφον χώμα απορροφάται,
συν τω χρόνω ταπεινά θα γεννηθώ,
κι ας μη γράψω του βιβλίου τον επίλογο εγώ.
Ας μη γίνω Ο Ένας.
Το μυρμήγκι λειωμένο ας θαφτεί,
έτσι θα γίνει
ένα στίγμα ακόμη στο βιβλίο του παππού...
© Christos P.R. Tsiailis
23/7/96

Friday, November 02, 2007

Μουσικά Αναπάντεχα

Σ’ ένα πεντάγραμμο βαλθήκαμε
να γράψουμε την ιστορία
μιας ζωής πιο πονεμένης.

Πέντε γραμμές
το βάρος της υπόστασης στηρίξανε
μα η απλότητα του πόνου
χρειάστηκε για να εκφραστεί
τρεις νότες μόνο
που η επανάληψή τους έδειξε
το γλίστρημα στο χρόνο.

Βάλαμε και στις δύο ύφεση
ίσως και κρύψουμε το πάθος
μα απέτυχε η πρόθεση
και φάνηκε το λάθος.

Ρέ στις αρέσκειές μας
Σί για συντονισμό
Ρέ για τις αρετές μας
Φά για το φασισμό

Κι’ έτσι απλά, μουσικά γλιστρήσαμε
για να ανακαλύψουμε
ότι η μουσική στροφή μας
δεν ήταν παρά μόνο
απομίμηση φτηνή
του πένθιμου εμβατηρίου.

Κι από τότε ψιθυρίζουμε
με πάθος το κομμάτι
και γλιστρούμε πρόσω ολοταχώς
στην τελευταία νότα δυστυχώς.

Αν θα ‘ναι η Ρέ, αν θα ‘ναι η Σί,
καρέ-καρέ και σημασία δεν έχει,
το τέλος θα ‘ν’ το ίδιο,
φτάνει τη Φά
το δάκτυλό μου ακούσια
μην κυμβαλίσει.

05-12-1995

Thursday, November 01, 2007

Σαν Κλάμα

Που δεν ακούγεται φωνή
από αγέννητο μωρό
που σπρώχνει μην πνιγεί
από της μήτρας το υγρό.

Ενδολαρύγγια κραυγή
που τη σιωπή δε σκίζει
από βαθιά πληγή
που πλέον δεν πασκίζει.

Γέλιο που δεν αντηχεί
από στόμα ερμητικά κλειστό.

Συνομιλία από ακουστικό κατεβασμένο
μεταξύ δύο εκ γενετής μουγκών.

Γδούπος από ένα πουλί
που έπεσε με τη φωλιά και το αυγό .

Όλα ακούγονται
σαν το κελάρυσμα στεγνού νερού
από τη στερευμένη πηγή
που δεν άγγιξε
ο Μωυσής με το ραβδί του.

Όλα ακούγονται
σαν το πνιγμένο της γης
το κλάμα
που δεν άγγιξε
κανείς Θεός με την ευχή του.
15/7/96

Sunday, October 21, 2007

Όλυμπο Ανηφορίζοντας

Όλυμπο Κατηφορίζοντας
Μια κατρακύλα δε βοηθάει.
Δεν θα σωθείς από αυτή την εμπειρία,
από μια άλλη ίσως.
Σταθερό ας είν’ το βήμα,
έστω αργό.
Ο δρόμος προς το νεφέλωμα του Ολύμπου
με ιδρώτα που ανέβηκες
είναι πιο δύσκολος νομίζεις,
γιατί η βαρύτητα του χρέους σε αντιωθούσε.

Το αλάτι της γης δεν έχεις γευτεί ακόμη.

Όλο και πιο συνετά,
πιο αργά κατέβαινε.
Μα πρέπει να τους πεις
εκεί ψηλά τι έμαθες, τι γεύτηκες, τι ήπιες.
Με υπομονή σε καρτερούνε.
Συνοπτικά λοιπόν έλα εδώ κάτω
Μα στο άπατο μονοπάτι
σκέψου καλά τι θα αρθρώσεις
στις πρώτες δέκα λέξεις.
Τα αληθινά τα λόγια
να τα κάνεις πιστευτά.
19/5/96

Wednesday, October 17, 2007

Η Ψυχή του Φιλίππου του Ωραίου Χρόνια Μετά - Χώμα και Κρέας


Αποκοπή, εγκλεισμός, ανία, άγνοια
έξω, το έξω, προς τα έξω,
όχι πια μέσα, το μέσα, μέσα,
Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένος στόχος να σε κάψω, να σε ψήσω,
Άμοιρο από κρέας κομμάτι αχάριστο,
Καμιά σου κίνηση ζωή πια δεν προδίδει,
Χωρίς αντανακλαστικά
Στου περιβάλλοντος τα μύρια ερεθίσματα
Καμιά οδηγία δε λαμβάνεις, δεν ακολουθείς,
όσο κι αν προσπαθώ ενέργεια να στείλω,
μα από πού ν’ αντλήσω.

Κλεισμένη με έχεις χρόνια, αιώνες τώρα,
μέσα σου φορές μύριες έχω ξαναγεννηθεί,
όσες με έχεις σκοτώσει
και μία παραπάνω,
με την δική μου πρώτη επιλογή,
μα κάτι δεν ταιριάζει,
δε σε συνηθίζω,
δεν με αισθάνεσαι
το σκοτάδι σου με φοβίζει,
το φως μου σε τρελαίνει,
Τα μάτια δεν ανοίγεις λίγο να δω το έξω

Άνοιξε, αρκετά προβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Ο επιτάφιος λόγος δεν αργεί,
Ποιος θα σου τον διαβάσει,
ποιος θα με αποχαιρετήσει,
να πιάσει η ευχή,
Να πάρει η ευχή!

Τα σκουλήκια αδημονούν..
Αφόρητο σώμα
ας ήσουνα φτιαγμένο από λάσπη
Θα έσφιγγα το χέρι σθεναρά,
φωτιά, χώμα, νερό, κι ελεύθερη!

Τώρα σε σφίγγω και αίμα στάζει,
κόκαλο τρίζει,
σκίζει το δέρμα.
Παραλύεις και παραδίνεσαι
με την πρωινή ερώτηση,
με το κάθε γιατί.

Αν ήξερα πώς μου έμελλε
να πορευθώ στο χρόνο
Άλλη διάσταση θα διάλεγα,
λίγα κβάντα μετά, πριν ή αλλού
Ή θα σε έκαιε ο Πάπας Κλημέντιος
αφού θα σε έστελνα στον Άγιο Τάφο,
και θα σου δίδασκα την αποταμίευση
πριν γεννηθώ.

Άνοιξε, κάτι θυμήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, νομίζω μετάνιωσα, άνοιξε.

Κι έτσι τώρα με τους νεκροφάγους συνεργώ
και με ένα ιερέα καταφερτζή,
από τους συνεργούς σου βελτίωνα.
Φέρετρα φτιάχνει κι ανοίγει τάφους,
δεν καίει, δεν τιμωρεί
Και κάνει ευχέλαια και υμνεί
Για να απελευθερώσει τις ψυχές
απ’ τους παραλυμένους.

Άνοιξε, πανικοβλήθηκα, άνοιξε.
Ακούς, κάτι ακούς.
Άνοιξε, μετάνιωσα, άνοιξε.

Ταγμένο στο ΄χω αν δεν κουνήσεις
έστω το ένα βλέφαρο για μια στιγμή
να δω πόσο ψηλά ανυψώθηκε του Άιφελ ο πύργος
και τον Κουασιμόδο να φιλήσω,
δεν θα σ’ αφήσω να ξαναγεννηθείς!

Φεύγω για πάντα χαμένο κουφάρι,
κι ας δακρύζουν οι συγκινημένοι,
ας αυτοσχεδιάζουν οι μοιρολογίστρες.
© Christos P.R. Tsiailis
19/5/96

Tuesday, October 16, 2007

Επιχειρηματολογική Ασυδοσία


Το 2999 πήραμε την τελευταία χούφτα ελευθερία
και με περίσσεια την πλάσαμε φροντίδα.
Φτιάξαμε ένα μικρό αγαλματάκι
με φτερά αγγέλου κι εύζωνη φουστανέλα,
να το λατρέψουμε σαν ένα Επίχριστο.
----------------------------------
Μα η αιρετική μας προδιάθεση
σε καλό ουδαμώς επέβη αφού,
διατάξανε οι άνεμοι σε συμφωνία με τη γή
να πάρει το άγαλμα ζωή
και πριν το καταλάβουμε μας έφυγε μακρυά
-----------------------------------------
Σκλαβωθήκαμε για το πέταγμα ένος ψεύτικου τσολιά
Τέτοιο πηλό ξανά ποιος, πού, πότε θα ’βρει;
Πώς να επαναφέρουμε στης σκέψης τον ειρμό,
τούς λόγους που δεν κρατήσαμε όταν παραστρατήσαμε
με της τρίτης χιλιετηρίδας τον ερχομό;
--------------------------------------------
Καλά είπε εκείνος
πώς τη τύχη μας μόνο τα χέρια μας κρατούν
Και της πλασματικής αλήθειας η υπερβολή
σαν ναρκωτικό ενεργεί.
Καλύτερα που πέταξε το αγαλματίδιο,
γνωρίσαμε την εσωτερική σκλαβιά
-------------------------------------------
Γιατί με την απελευθέρωση της Πόλης,
Νέμεα και Παναθήναια θα αναβληθούν,
πλέον διαγωνισμός θα διεξάγεται
για την καλύτερη κατασκευή
αφηρημένου αντικειμένου
Ενώ τα αγαλματίδια με φτερά θ΄ακυρωθούν
Με άφθονη ο νικητής θα βραβευθεί ελευθερία.
4/5/96

Sunday, October 14, 2007

Σε μια σκηνή


Στο άψυχο ετούτο χρώμα το χακί
Στηρίχθηκε η παλιγγενεσία του έθνους
Ξεγελάσθηκαν οι αισθήσεις του εχθρού
Ξεγελάσθηκαν οι άγριοι άνεμοι
Κι η νίκη επήλθε φυσιολογικά.
----------------------------------
Κι όπως η ιστορία απαιτεί
Οι ήρωες δοξάστηκαν απ’ όλους
Κι όσο ύφασμα με αίμα βάφτηκε
Απλώθηκε το χώμα να σκληράνει
οι φίλιες ορδές για να περάσουν.
--------------------------------------
Έκταση εδάφους άφθονη γι’ απελευθέρωση
Κι όλοι προχώρησαν μπροστά
Να εξιλεώσουν το χειρότερό τους φόβο
Μα μια σκηνή που στήθηκε χρώματος στρατιωτικού
Ξεχάστηκε στην πρώτη – πρώτη έφοδο.
------------------------------------------------------
Εκεί μέσα και του ξεχασμένου στρατιώτη
το δίκοχο έχει αφεθεί.
Άθικτο, με μια κοντή καμένη τρίχα λερωμένο
Κι αν παραλλάχτηκε, το Πυροβολικό του εχθρού
πια από αποκρύψεις δεν ξεγελιέται
και τα βλήματα είναι ακριβή.
------------------------------------------------------
Τα αγάλματα που φιλοτεχνηθήκαμε
Εις το όνομα του αγνώστου ειν’ ελλιπή
Γιατί η σκηνή ακόμα περιμένει
Κι άθικτο απ’ τον ήλιο
το παραλλακτικό χρώμα παραμένει
Κι ο στρατιώτης ο άγνωστος
το άγαλμά του βλέπει και γελά
Που το κεφάλι του γυμνό θα μείνει, αιώνια.
12/5/96

Follow me fb